Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Εεε-Οοο-Γαμώ το φασισμό.



Φασισμός γαμώ το κέρατό μου.
Φασισμός.
Όπου και να στρέψεις το βλέμμα σου φα-σι-σμός.
Στα πάντα.

Να ζεις σε μια χώρα που άνθρωποι εύχονται τον αφανισμό άλλων ανθρώπων.
Γιατί ρε φιλαράκι;
Γιατί μιλάει σπαστά τη γαμω-γλώσσα σου;
Γιατί έχει άλλο χρώμα η επιδερμίδα του;
Γιατί πιστεύει στο δικό του Θεό;
Γιατί ζει φτωχά και ταπεινά;
Γιατί δε σου μοιάζει;
Γιατί δεν μπόρεσε να γίνει κι αυτός οικογενειάρχης, συμφεροντολόγος, βολεμένος, στενόμυαλος και θρήσκος σαν κι εσένα;

Γαμώ το δικό σου κέρατο στην τελική.
Γαμώ την απανθρωπιά σου και γαμώ την ανεγκεφαλιά σου ποταπέ, ανίδεε.
Γαμώ το ρατσισμό που αισθάνεσαι και γαμώ την ασχήμια που κουβαλάς.

Σε βαρέθηκα. Σας βαρέθηκα

Τις μισώ τις ταμπέλες. Είτε είναι πράσινες, είτε κόκκινες, είτε μπλε.
Τί θα πει πασόκος; Τί κουμούνι; Τί νεοδημοκράτης;
Πήρατε φόρα και χαρακτηρίζετε αβέρτα ανθρώπους.
Φτιάχνετε εσείς την πραγματικότητα που σας βολεύει και μαζεύεται τριγύρω σας πιόνια.
Χωρίς ρόλο. Σειρές από στρατιωτάκια. Ευκολοθυσίαστα.
Κι αυτά εκεί, να σας ακούν.

Μισώ που πασχίζετε να κατατάξετε γενιές και γενιές στις σάπιες σας κατηγορίες.
Κατηγορίες που φτιάξατε για να ξέρετε ποιον θα ξερογλείφετε, ποιον θα δείχνετε με το δάχτυλο ή ποιον θα βάζετε στόχο.
Ποιον θα πλευρίσετε, ποιον θα αποφύγετε, ποιον θα βγάλετε απ΄το χάρτη.
Απλά και μόνο για να γεμίζετε την ανούσια ύπαρξή σας.
Γαμώ τον κομπλεξισμό  σας.
Που αρνείστε να αποδεχτείτε ότι δεν είστε μόνοι, εσείς και η μαλακία που σας δέρνει, πάνω σ'αυτό τον κόσμο.
Γαμώ την ανάγκη σας για ψεύτικη επιβεβαίωση ότι έχετε σε όλα δίκιο.

Προγονολατρεία.
Ιστορία.
Παρωπίδες.
Σύνορα.
(Για να σε διαχωρίσουν ρε'συ από τη μάζα, να σε βάλουν να αράξεις ξέχωρα λες και είσαι κι εγώ δεν ξέρω τι. Πολύτιμος, απαραίτητος, o "one of a kind" της καρδιάς μας. Για χαλάρωνε.)

Κολλημένοι στο βούρκο σας. Που όχι απλά σας ρουφάει, σας εξευτελίζει.
Κι εσείς ανέραστοι κατρακυλάτε και δεν το παίρνετε χαμπάρι.


Μαύρος ρε, ναι, και κίτρινος, και στραφταλιζέ άμα γουστάρει.
Σας κάνει ξένος; Γιατί;
Τον κοιτάτε και δε σας μοιάζει;
Αλίμονο κι αν σας μοιάσει ποτέ κακόμοιροι.
Αλίμονο κι αν θελήσει ποτέ να σας μοιάσει.


Λεωφορειατζήδες. Περιμένει ο άλλος στη στάση μες στο κρύο και σηκώνει το χέρι του να σταματήσει το όχημα, να τον πάει στη δουλειά του. Κι ο Ελληναράς (αλίμονο κι αν του αξίζει το έψιλον κεφαλαίο) τον γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του και συνεχίζει απτόητος. Λες και τον πληρώνει το κράτος να αποφασίζει ποιος έχει δικαίωμα και ποιος όχι να καβαλάει λεωφορείο ή τέλος πάντων το κάθε μέσο μεταφοράς. Κι αν του κάνεις παρατήρηση, σου σερβίρει απαντησούλα του τύπου "σιγά μην είχε ο άπλυτος εισιτήριο"! Γίναμε όλοι αρμόδιοι και προφήτες πια σ'αυτή τη χώρα. Και φρεσκοπλυμένοι, και μυρωδάτοι! Το τρομακτικό της υπόθεσης ξεκινά όταν κάποιος ενοχλημένος/νοήμων επιβάτης δεν αφήσει τις παπαρολογίες του κυρίου οδηγού να μπουν και να βγουν από τα αφτάκια του, αλλά του κάνει σαφές ότι αγνοεί παντελώς το ρόλο του.
"Οδηγός λεωφορείου είσαι, η δουλειά σου είναι απλή και άκρως κατανοητή. Βλέπεις στάση, σταματάς, ανοίγεις πορτούλες, φορτώνεις-ξεφορτώνεις. Ούτε ντοκτορά απαιτείται, ούτε υψηλός δείκτης νοημοσύνης".
Και έξω φρενών ποιος σου επιτίθεται; Το πλήθος.
"Άντε μωρέ με τους βρωμιάρηδες, να φύγουνε, να πάνε στη χώρα τους".
Κουνάς κεφάλι υποτιμητικά, και νιώθεις ντροπή, απέραντη ντροπή.
Ντροπή που αυτοί είναι η Ελλάδα, ντροπή που η απανθρωπιά έχει γίνει προσευχητάρι τους, ντροπή που ζεις ανάμεσά τους.

Έλληνες Χριστιανοί.
Έλληνες Χριστιανοί του κώλου.
Κάποιο κεφάλαιο παρέλειψαν από τη Διαθήκη. Δεν μπορεί.
Κάπου μπερδεύτηκαν.

Ελλάδα.
Η χώρα που άλλο υποστηρίζεις κι άλλο είσαι.
Η χώρα που σε κάνει να νιώθεις ένα ικανό και άξιο επί της ουσίας ΤΙΠΟΤΑ.
Η χώρα που οι δηλώσεις έρχονται απανωτά, αλλά δε μετουσιώνονται σε κάτι.

Να νιώθω περήφανη; Γιατί;
Για την Ακρόπολη; Πολύ μπροστά οι αρχαίοι, όντως.
Για τη γλώσσα; Τη σέβομαι, ναι.
Πολιτισμός ουάου.
Θάλασσες, νησιά, πράσινο, ιδανικό κλίμα, θεσάρα στο χάρτη. Ναι.
ΚΑΙ;
ΚΑΙ ΤΙ ΕΓΙΝΕ;
Να ζω δηλαδή προσκολλημένη στο παρελθόν, να μην ενισχύω ούτε στο ελάχιστο το παρών, και να ελπίζω για ένα μέλλον προβατίσιο και γαμάτο. Γιατί είμαι Ελληνίδα. Και γεννιέμαι γαμάτη.
Ξανά-ουάου!

Φτάνει ρε παιδιά!
Ας πάρουμε ένα καθρέπτη κι ας δούμε τι πραγματικά είμαστε.
Ας διαβάζουμε βιβλία, ναι, αλλά όχι μόνο όσα μας βολεύουν.


Ο χορός του Ζαλόγγου, μάθαμε στο σχολειό παιδάκια, υπάρχει για να εξυμνεί τις Ελληνίδες Σουλιώτισσες που αρνήθηκαν -λέει- να ζήσουν υπό τον Τουρκικό ζυγό,  και θυσίασαν μέχρι και τα παιδιά τους για τη λευτεριά. Τώρα βέβαια, αν πεις ότι ανοίγεις και κανα εξωσχολικό, πολλά θα δουν τα μάτια σου. Ιστοριογράφοι (κομπογιαννίτες μάγκα μου) υποστηρίζουν ότι ο χορός επινοήθηκε για να ευλογήσουν οι Έλληνες τα γένια τους, ή για να εμψυχώσουν τους συμπατριώτες τους (μεταγενέστερα φυσικά). Έχει γραφτεί επίσης (από κακοπροαίρετους ρε'συ, μη φανταστείς) ότι οι καμια εξηνταριά αυτές ηρωίδες, είχαν πριν βιαστεί από Τούρκους και κυοφορούσαν Τουρκόπουλα. Κι ότι τα νταβραντισμένα αρσενικά ελληνάκια δεν τη βαστούσαν τέτοια ντροπή και τις ανάγκασαν -λέει- σε σε μια εξαιρετικά γενναία αυτοκτονία. Άκου τώρα τι κάτσανε και σκαρφιστήκανε, μορφωμένοι άνθρωποι.

Διακόσια τόσα χρόνια μετά, MY POINT IS, ποιος σκατά νομίζεις ότι είσαι και ποιος είσαι τελικά;
Ποια ιστορία νομίζεις σε καθορίζει και σε κάνει συμπαντικά ξεχωριστό;
Κούνα λίγο το κεφάλι σου μυγόφτυσμα και άρχισε να ζεις τη ζωή σου ΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ κι όχι ΣΑΝ ΕΛΛΗΝΑΣ! Οι ρίζες είναι κάτω από το χώμα κι εκεί πρέπει να μένουν. Για να μπορείς να βλέπεις την ομορφιά να ξετυλίγεται μπροστά σου!







Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Μοναξιά; Τα Χριστούγεννα;

Έκθεση ζωγραφικής;
Που;
Εδώ;
Να συμμετέχουμε;
Ποιοι;
Εμείς;
Ναι, οκέι.
Έγινε.
Ας συμμετέχουμε.
Τι;
Ανθρώπινο σώμα;
Γυμνό;




"Φέρ'τε μου ένα βάζο, ένα μήλο, ένα κάτι, να τα ζωγραφίσω. Την κυρα-Δέσπω έστω που φοράει αυτές τις σκούρες ρόμπες, τις λουλουδάτες, να της κάνω εγώ ένα πορτραίτο μούρλια. Ούτε μουστάκια θα της βάλω, ούτε κρεατοελιές. Μόνο οι ροζιασμένες ζάρες του προσώπου της θέλω να φαίνονται καλά. Και τα μικροσκοπικά ματάκια, τα μπιρμπιλωτά. Και το πιο ζεστό χαμόγελο του κόσμου, το δικό της. Θα ζωγραφίσω και δυο-τρεις καραμελίτσες εκεί στο πλάι. Αυτά τα ροζ τα λουκουμάκια που μας μοίραζε όταν ήμασταν πιτσιρίκια. Και μετά δηλαδή, που μεγαλώσαμε. Μιλιούνια τα'χε στις τσέπες της. Πω πω, οι πιο φουσκωμένες τσέπες που'χω δει. Γεμάτες με λαδάκια, σταυρουδάκια, καρβουνάκια. Και λουκουμάκια, και λουκουμάκια!"

"Μύριζε κάτι σαν δεντρολίβανο θυμάμαι. Ωραία θα'τανε να αποτυπώναμε και μυρωδιές. Να'χουμε να τις θυμόμαστε για χρόνια. Αυτή τη μυρωδιά του δεντρολίβανου ανάθεμα κι αν την ξεχάσω ποτέ."

"Φορούσε και κάτι δαχτυλίδια, μεγάλα, χρυσαφιά. Στο δεξί χέρι κομποσκοίνια να'χει να δώσει σε όποιον από'μας δεν είχε και στ'αριστερό δυο-τρία ρολόγια.
-Γιατί ρε γιαγιά φοράς τόσα ρολόγια; Ένα φτάνει!
-Εγώ στα νιάτα μου τα στερήθηκα. Ας τα βάλω τώρα όλα μαζί!
Σοφή γυναίκα.
Με αγγελική μορφή και μια πελώρια καρδιά που τους χωρούσε όλους.
Κι αυτούς και τα λουκούμια που τους τράταρε."


~  Θέμα της Έκθεσης (αναθεματισμένο): "Η Μοναξιά των Χριστουγέννων"  ~
Νια νια νια.
Σούξου μούξου μανταλάκια.


Και συνεχώς στο μυαλό μου να τριγυρνάει αυτό το (εξίσου αναθεματισμένο) τραγούδι.
Βαριά φωνή. Γρατζούνισμα κιθάρας.
Και να σου δημιουργούν αυτά τα δύο χαζοπράματα (φωνή και κιθάρα), οχτώ εκατομμύρια συναισθήματα με ένα και μόνο τραγούδι.
Το οποίο παίζει, και ξαναπαίζει, και ξαναπαίζει.
(http://www.youtube.com/watch?v=gWzf__FW5R4 πάρ'τε τα χαμπάρια σας!)


Για κάτσε λίγο ρε'συ. Η μοναξιά των Χριστουγέννων τι σχέση έχει με το γυμνό κορμί;
Μου λες πως πρέπει εγώ να δω ένα γυμνό, ξένο σώμα και να χρωματίσω στο χαρτί, τι; Τη μοναξιά;
Δε μου βγαίνει μοναξιά.
Αμάν.


Είδα κάπου στο διαδίκτυο τις προάλλες την παρακάτω φωτογραφία.




Αυτό μάλιστα.
Αυτό είναι μοναξιά.

Η ζωή που έζησες και που πάει, πέρασε πια.
Η ζωή που εσύ έπλαθες κάποτε με άγνοια του πόσο σημαντικό ήταν αυτό που έκανες.
Δημιούργημα δικό σου ρε παίδες κι ανάμνηση μαζί.





Όταν λοιπόν άκουσα το θέμα της έκθεσης αυτή η εικόνα μου ήρθε στο μυαλό.

Ρε κοριτσάκι μου, μεγάλωσες. Κόψε το μελόδραμα!



"Η κυρα-Δέσπω αγόραζε ένα σωρό φτηνιάρικα κοσμήματα από λαϊκές, παζάρια, πανηγύρια. Σκορπούσε τα ψιλά της αβέρτα και φούσκωνε τις τσεπάρες της όλο και περισσότερο!
Κι ερχόταν μετά όλο χαρά και τα έδινε σ'εμένα. Στα κρυφά όμως, γιατί αν την παίρνανε χαμπάρι οι κόρες της γινόταν το έλα να δεις.
-Αυτό κοίτα το, σ'αρέσει; Έχει πολλά χρώματα. Να το φοράς!
Και το φορούσα.
Κι όταν έσπασε και ξεχύθηκαν όλες οι χρωματιστές χαντρούλες από'δω κι από'κει, εγώ τις μάζεψα σε ένα μικρό πουγκί και τις φύλαξα. Είχαν όντως πολλά χρώματα οι χαντρούλες. Δεν τους έπρεπε να πεταχτούν.
-Καλά ρε μάνα, τι πας και χαλάς τα λεφτά σου σε σαχλαμάρες; Δεν αρέσουν στα παιδιά.

(Και ποια είσαι εσύ να της πεις αυτό που εγώ δε θέλησα ποτέ;)

Τώρα θα πετούσατε τη σκούφια σας για ένα χαζολοΐδι, δωράκι από την κυρα-Δέσποινα.
Τώρα θα πηγαίνατε παρέα της από εκκλησία σε εκκλησία να μοιράσετε τα πρόσφορα που ζύμωνε.
Τώρα η σαβούρα που κουβαλούσε στα σπίτια σας θα ήταν θησαυρός.
Τώρα σας λείπει η σπασιαλιτέ της. Το μοναδικό αυτό τοστάκι από τα χεράκια της!
Τώρα θα τρέχατε κάθε Σαββατοκύριακο και σε διαφορετικό μοναστήρι για χατίρι της."



Καμία θλίψη.
(Καμία θλίψη που να συνδέεται άμεσα με τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια τουλάχιστον.)

Λες και η θλίψη έχει την εποχή της. Λες και δε σε βρίσκει όποτε της κάνει κέφι.
Αν έχεις φτάσει σε σημείο να πιστεύεις πως τις γιορτινές μέρες η θλίψη σε βρίσκει ευκολότερα, είναι γιατί σε κάνανε ευάλωτο με τις εικόνες που σου φτιάξανε. Είναι γιατί ποτίσαν το μυαλό σου με τα πρέπει τους. Για να γίνεις κι εσύ ένας ανάξιος, σαν κι αυτούς. Θέλαν ακόμη έναν με το κοπάδι τους.
Ξεχάσαν να σου πούνε όμως πως στον κόσμο πέρα από τη μίζερη, βαρετή ζωούλα τους και τη μαυρίλα πάνω απ'τα κεφάλια τους, υπάρχει και απέραντη ομορφιά, και υπάρχει και το άλλο, το διαφορετικό, το απρόσμενο, που το λιγότερο που μπορεί να κάνει είναι να σε συναρπάσει! Δε θα το βρεις βέβαια εκεί που σε πάνε να κοιτάξεις, αλλά σε μονοπάτια δικά σου και μόνο. Ουδείς ικανός να σε φτάσει στην ευτυχία σου, απλά γιατί μόνο εσύ ξέρεις το δρόμο. Τρόπους να σε λυγίσουν ψάχνουν οι ηλίθιοι ή τρόπους να σου δημιουργήσουν ανάγκες, νέες, και να σου ξενίζουν (δόξα σοι που το αντιλαμβάνεσαι νωρίς!). Κατραπακιές θα συναντήσεις, η αλήθεια να λέγεται. Και τρικλοποδιές. Καλοβαλμένες από πολλούς κομπλεξικούς καλοθελητές που θα συναντήσεις. Και ναι, είναι γεγονός, μπορεί όλα αυτά τα στραβά να σου συμβούν όταν θα'ναι Χριστούγεννα. Αλλά δεν είναι κανόνας. Και η μικροπρέπεια ορισμένων, δυστυχώς δεν μπορεί να αντέξει ούτε καν στη σκέψη της δικής σου ευτυχίας, ισορροπίας, ανεξαρτησίας, ελευθερίας (μαγικές λέξεις!). Κι αυτό μπορεί και τους συμβαίνει κάθε εποχή του χρόνου, κάθε μήνα, κάθε βδομάδα, κάθε μέρα. Το να προκαλούν με αυθάδεια δυσκολίες στον πλησίον τους, τους τροφοδοτεί με "ζωή" και δύναμη. Πεπεισμένοι κακομοίρηδες που νομίζουν πως η δύστυχη ζωή τους θα γίνει μικρότερο φορτίο, αν ξέρουν ότι το κουβαλάς κι εσύ μαζί τους.



Εμένα πάντως, είτε σας αρέσει, είτε όχι, τα Χριστούγεννα είναι η αγαπημένη μου γιορτή. Κανένα χριστιανικό στοιχείο δεν έπαιξε το ρόλο του, καμία εκκλησία, κανένας παπάς. Είναι κατάσταση άκρως οικογενειακή και φουλ αγαπησιάρικη. Ιεροτελεστία ρε παιδί μου. Με μεγάλωσε, με διαμόρφωσε, κι έγινε κομμάτι μου.
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες το σπίτι μας μετατρέπεται σε παιχνιδότοπο. Παντού Χριστουγεννιάτικα κεράκια, αρκουδάκια, καδράκια, ελατάκια, Αγιοβασιλάκια, πολύχρωμα φωτάκια. Και φυσικά ένα δέντρο υπερφορτωμένο με προπολεμικά στολίδια που αρνούμαστε πεισματικά να πετάξουμε. Η πλειοψηφία αυτών κουβαλά το καθένα τη δική του ιστορία. Την  οποία εγώ είτε θυμάμαι, είτε μου την έχουν εξιστορήσει οι γονείς μου. Τα βάζω όλα στη μπροστινή μεριά του δέντρου, να φαίνονται. Ακόμα κι αυτά που έχουν φθαρεί ή που δεν είναι τόσο εντυπωσιακά και περιποιημένα. Αυτά είναι τα πιο όμορφα. Έχω περάσει όλες τις γιορτές της ζωής μου με την αφεντιά τους. Μιλάμε (σχεδόν κυριολεκτικά) για ένα δέντρο λατέρνα. (Μόνο ο γλυκούλης, ο Αυλωνίτης λείπει. Σκέφτομαι πολύ σοβαρά να καρφιτσώσω καμια φωτογραφία του. Του αξίζει δικαιωματικά μια θέση στο δεντράκι μας.)
Κι ένα καθιστικό, μα ένα καθιστικό, τύπου εργαστήρι του Santa, χωρίς τους τάρανδους και τα ξωτικά.
Στην κουζίνα υπάρχουν κάτι τεράστιες πιατέλες κυρίως με μελομακάρονα, αλλά ενίοτε παίζει να συναντήσεις και τίποτα δίπλες ή κανα κουραμπιέ (αυτούς τους συσκευασμένους μωρέ, που ξέμειναν από τους δώρα φέροντες!). Τα Χριστούγεννα κατά βάση μου αρέσει να τρέφομαι μόνο με μελομακάρονα. Δεν έχω ανάγκη κάτι άλλο. It's my thing. Feed me!
Όταν ήμασταν πιο μικρά, τότε που πιστεύαμε ακόμη στην ύπαρξη του Άγιου Βασίλη, του τυπά με τα ροδαλά μαγουλάκια που κάνει "χο, χο, χο", οι γονείς μου αγόραζαν δώρα σε εμένα και τον αδερφό μου και τα έκρυβαν κάθε χρόνο και σε διαφορετικό σημείο. Πέντε λεπτά μετά την αλλαγή λοιπόν, έπειτα από ενθουσιώδη (μα ακόμη και τώρα ρε Φενάκι;) παρατήρηση πυροτεχνημάτων στον ουρανό, ξεχυνόμασταν τα δύο χαζοχαρούμενα και ψάχναμε σε κάθε γωνιά του σπιτιού να βρούμε που άφησε ο Μπιλάκος την πραμάτεια που του ζητήσαμε στο γράμμα (ναι, έγραφα και γράμμα, του έβαζα και χρυσόσκονη έτσι για να σας προσφέρω λίγο γέλωτα παραπάνω!). Και φυσικά ο χοντρούλης με την κόκκινη φορεσιά ήταν πάντα εντάξει απέναντί μας. Έφερνε ότι του ζητούσαμε, στην ώρα του, και χωρίς να κάνει φασαρία. Πέρασα φάση της ζωής μου που πίστευα πως τον έβλεπα να φεύγει από τη βεράντα μας. "Να'τος έλεγα, μα πόσο γρήγορα εξαφανίστηκε καλέ μπαμπά!". Και δως του κλάμα ο αδερφός μου που δεν πρόλαβε να τον δει, και δως του φούσκωμα σαν παγώνι εγώ που ήμουν τόσο τυχερή και τον είδα για ακόμη μια χρονιά! Έλεγα τότε θυμάμαι πως το πρώτο μου ταξίδι θα είναι στο χωριό του, στα χιόνια. Μου είχανε πει βλέπετε ότι περνάει όλο το χρόνο εκεί και φτιάχνει παιχνίδια για τα παιδάκια. "Ε να πάω να τον βοηθήσω καλέ μαμά!".
Ε δεν πήγα ποτέ.
(Though, you're my destiny Santa!)



Μοναξιά.
Ένα συναίσθημα είναι κι αυτό. Σαν όλα τα άλλα.
Θλίψη; Ναι, μα μετά έρχεται η χαρά.
Κι αγάπη, και ζήλια, και μετά έρωτας κι αισιοδοξία πως θα πάνε όλα καλά.
Ευτυχία ρε παιδιά. Που τα'χεις βρει με τον εαυτό σου, που την καταφέρνεις μόνος σου κι όμως θες να την απολαύσεις παρέα με πολλούς.
Και ναι, είναι κι ο θυμός, έρχεται και φεύγει. Και καμιά φορά ίσως να μείνει και λίγο παραπάνω.
Και λύπη. Μα κι αυτή θα περάσει.
Μίσος, ναι, μόνο να μη σε προσδιορίζει.
Φόβος, μόνο να μη σ'ακολουθεί.
Μπορεί να μην τα απολαμβάνουμε όλα το ίδιο, αλλά τα'χουμε ανάγκη για να νιώθουμε που και που και λιγάκι ζωντανοί.





Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Suspicious mind!


Τολμώντας, χαζολογώντας, γενικολογώντας...
Και περιαυτολογώντας!

Αποφάσισα λοιπόν, τώρα στα (πλησιάζουν επικίνδυνα ρε'συ μαμά) εικοσι-τέσσερά μου, να αρχίσω να παρατηρώ τον εαυτό μου. Από όσο πιο κοντά γίνεται. Χωρίς σκοπό να μου ασκήσω κριτική, χωρίς να ψάχνω κάτι να μου φταίξει, χωρίς να θέλω κάτι να αλλάξω. Έτσι, απλά για να με γνωρίσω λίγο.

Άρχισα να παρατηρώ τις κινήσεις του σώματός μου, τις πιο απλές, τις πιο αθώες, τις πιο... απαρατήρητες! Τις σκέψεις που κάνω κατά τη διάρκεια της ημέρας, αυτές που δεν καταλαβαίνω για πότε έρχονται και για πότε φεύγουν. Άρχισα να παρατηρώ τα μάτια μου. Κάθε πότε ανοιγοκλείνουν, κάθε πότε κολλάνε στο κενό. Τι τα αποσπά. Κι άρχισα να απορώ για δύο κυρίως πράγματα. Το πρώτο είναι το πόσο λίγο με ξέρω και το πόσο λίγο με ελέγχω τελικά, και το δεύτερο και σημαντικότερο, για ποιο λόγο το μυαλό δίνει αυτές τις εντολές στο σώμα μου;

Είναι σοκαριστικό όταν ανακαλύπτεις πως αγνοείς απλά πράγματα για τον εαυτό σου.
Το πώς κρατάς το τσιγάρο που καπνίζεις, το πώς κουνάς τα χέρια σου όταν μιλάς ή όταν εξηγείς κάτι σε κάποιον άλλον ή όταν παραγγέλνεις κάτι να φας. Το πόσο συχνά αγγίζεις τα πόδια σου, το πρόσωπό σου, ή το γιατί τα αγγίζεις.
Όταν σε φαντάζεσαι να περπατάς, να συναναστρέφεσαι με άλλους ανθρώπους, να γελάς, να διασκεδάζεις, πόσο κοντά είναι η πραγματικότητα στην εικόνα που έχεις πλάσει;

...

Παρατηρούσα, παρατηρούσα, παρατηρούσα.
Προσεχτικά. Αχόρταγα. Όχι και τόσο διακριτικά.
Και ξαφνικά μια μέρα συνειδητοποίησα πως χάζευα κάποια που δεν ήξερα πολλά για εκείνη.
Και σάστισα λιγάκι.
Μετά γέλασα. Μετά ξεχάστηκα. Μετά ίσως και να θύμωσα.
Συνέχισα όμως -και συνεχίζω- ακάθεκτη να την παρατηρώ, σαν κάτι καινούριο, μα ταυτόχρονα οικείο και ασφαλές και γνώριμο και ενδιαφέρον και ζωτικό.
Και μ'αρέσει που τελικά κρατάω αλλιώς το τσιγάρο. Μ'αρέσει αλήθεια.

Το μυαλό τώρα.
Εντολές. Εντολές παντού. Κάθε επιθυμία του, διαταγή!
Μου τη σπάει που ακόμη και τις ώρες που είναι σαραβαλιασμένο, κακοποιημένο, είναι εκεί, στρατιωτάκι, να δίνει εντολές, πηγαίνοντας κόντρα τις περισσότερες φορές σ'αυτό μωρέ, το άλλο. Το μεγαλοπρεπές. Το πανίσχυρο. Το πιο ταλαιπωρημένο απ'όλα. Την καρδιά.

Έχει περίεργες λειτουργίες το μυαλό.
Δώσε λίγο χρόνο στον εαυτό σου και σκέψου αυτό που θα σου πω.
Κοιμάσαι;
Ξεχνάς. Μάλλον δηλαδή. Μάλλον.
Ξυπνάς;
Η σκέψη σου έχει μείνει ακριβώς εκεί που την άφησες.
Δεν προλαβαίνουν να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα και νιώθεις πάλι το ίδιο πράγμα.
Χαρά; Λύπη; Σφίξιμο στο στομάχι; Είναι όλα ακόμα εκεί, να σου προκαλούν την ίδια αναστάτωση.
Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις. Ξανά, και ξανά, και ξανά.
(Ο ύπνος τελικά δε γιατρεύει κανέναν, ισχυρή διαπίστωση.)

Ξυπνάς.
Ανοίγεις τα μάτια.
Και σου συμβαίνει, σε εσένα, τον ονειροπόλο, τον φευγάτο, τον... τον... τον...
Ανεβάζεις παλμούς σιγά-σιγά.
Το κάθε συναίσθημα που άφησες πίσω, είναι ξανά εκεί.
Τι κι αν τα ξανακλείνεις γρήγορα μπας και γλιτώσεις...
Οι σκέψεις τρέχουν, τρέχουν, τρέχουν. Και δεν τις προλαβαίνεις.
Η λύπη είναι η ίδια. Και η χαρά. Και το σφίξιμο... όλα πάλι εκεί.

Άτιμο πράγμα η ρημάδα η σκέψη.
Είναι πάντα δέκα βήματα μπροστά σου. Τι δέκα; Δεκαπέντε.
Σου καθορίζει τη μέρα σου επιβλητικά, με το έτσι θέλω.
Δε σου αφήνει χρόνο να αμυνθείς, να πάρεις μια βαθιά ανάσα, να επιλέξεις να ζήσεις κάτι άλλο.

Κι αν δεν ανοίξεις καθόλου τα μάτια...; Αν τα σφίξεις με δύναμη να μείνουν θεόκλειστα;
Θα αλλάξει κάτι;
Όχι.

Θέλω χρόνο.
Χρόνο να αναπνεύσω και όντως να αναπνέω.  Την έχω ανάγκη μιαν ανάσα από'κείνες που έστω και για δευτερόλεπτα το μυαλό είναι καθαρό, ξέγνοιαστο.
Θέλω χρόνο να νιώσω λιγάκι ελεύθερη κι όχι έρμαιο των σκέψεών μου.
Ελεύθερη.
Ελεύθερη.
Θέλω να διώξω απ'το κεφάλι μου κι απ'την καθημερινότητά μου κι απ'τα θέλω μου, όλα εκείνα που επηρεάζουν τη διάθεσή μου με τόση ευκολία.
Και ποιος δε θέλει;

Δεν το θέλω το σφίξιμο στο στομάχι.
Δεν το θέλω σου λέω.
Μου κόβει τον ύπνο, με ορίζει.
Ας μας αφήσουν ήσυχους επιτέλους να επιβληθούμε λιγάκι κι εμείς στους εαυτούς μας και στις σκέψεις μας!
Κι ας "κοιμηθούμε" το δικό μας ύπνο... το γλυκό.
Να μη φοβάσαι να ξυπνήσεις.

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Περί έρωτος... Γλυκανάλατου. Ατακτοποίητου. ΚΑΙ ωραιοποιημένου!


ΜΕΡΟΣ Α'



Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας.
Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας.

Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας.
Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας.

Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας.
Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας.
Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας.


Όσες φορές κι αν τη διαβάσεις αυτήν τη λέξη, όσες φορές κι αν την ακούσεις, όσες φορές κι αν την πιάσεις στο στόμα σου, θα'σαι πάντα μικρός, πολύ μικρός για να τη (δι)αισθανθείς, να τη συλλάβεις, να μη σου αφήνει απορίες.

Έχω μπροστά μου ένα λευκό χαρτί και μουτζουρώνω.
Μηχανικά ζωγράφισα κάτι χαζές, στραπατσαρισμένες καρδούλες.
Έγραψα και κάτι στιχάκια, με καθαρά, καλλιγραφικά γράμματα.
Για τί μιλάνε να δεις...;

Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας. Έρωτας.

Ο έρωτας είναι παντού. Εκφράζεται παντού.
Λες πως δε σου λείπει, μα σου λείπει.
Λες πως αγαπάς την ελευθερία σου, μα ο έρωτας δηλώνει ελευθερία.
Ελευθερία να δίνεσαι. Να αφήνεσαι.
Ελευθερία να εκθέτεις τον εαυτό σου, τα συναισθήματά σου, την ψυχή σου.
Κι αυτό το γλυκό σφίξιμο στο στομάχι -οι πολυαγαπημένες μου πεταλούδες-, είναι εκεί να σου θυμίζει την πανανθρώπινή σου αυτή πλευρά, που γυμνή κι αυτή, παραδομένη, σε καθιστά τρωτό.
Μα δε σε νοιάζει.


ΜΕΡΟΣ Β'


Αμπελοφιλοσοφίες.

"Ο έρωτας έρχεται και φεύγει. Η αγάπη μένει."
Πόσες φορές την έχουμε ακούσει όλοι μας αυτή την φράση; Πολλές. Εγώ προσωπικά έχω κουραστεί να την ακούω. Κι έχω κουραστεί και να τη λέω. Κόσμος ερωτεύεται. Κόσμος χωρίζει. Χωρίζει όμως τελικά γιατί σταματά να είναι ερωτευμένος ή γιατί σταματά να αγαπά;
Ο Νίτσε κάποτε εξέφρασε μια άποψη για τους γάμους. Έλεγε πως δεν είναι η έλλειψη αγάπης που τους κάνει δυστυχισμένους, αλλά η έλλειψη φιλίας. Κι είναι το πιο σωστό πράγμα που έχω διαβάσει.
Το να'ναι κάποιος φίλος δεν προϋποθέτει έρωτα. Προϋποθέτει όμως αγάπη.
Ανιδιοτελή αγάπη. Απέραντη αγάπη. Αγάπη σαν της μάνας, να σε κάνει να ασφυκτιάς και ταυτόχρονα να είναι η αρχή σου και το τέλος. Αγάπη να την ψάχνεις, να την ονειρεύεσαι, να την εξιστορείς. Αγάπη, αγάπη, αγάπη. Πόσο πιο εξοικειωμένοι είμαστε όλοι με αυτή τη λέξη, ε;
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Μοιράσου τη ζωή σου με κάποιον που αγαπάς και που σ'αγαπάει, κάποιον που μπορεί να είναι φίλος σου πάνω απ'όλα. Κάποιον που σε κάνει να γελάς με τον πιο σαχλό, απρόσμενο τρόπο. Κι όταν λέω να γελάς, δεν εννοώ με την ψυχή σου. Εννοώ τον αυθόρμητο αυτό σχηματισμό ίχνους χαμόγελου στο πρόσωπό σου, που πρέπει να περάσουν δύο-τρία δευτερόλεπτα για να τον συνειδητοποιήσεις.

"Υπάρχει φιλία μεταξύ ανδρών και γυναικών;"
Ναι. Ναι. Χίλια δύο ναι. Το λάθος των ανθρώπων είναι ότι συγχέουν τη φιλία με τη σαρκική επιθυμία.  Ο φίλος είναι στήριγμα, συνοδοιπόρος. Κάποια στιγμή στη ζωή του μπορεί να κάνει κι άλλες σκέψεις, πονηρές. Τι πειράζει; Παύει να είναι όλα εκείνα τα σημαντικά που τον έφεραν και τον κράτησαν στη ζωή σου; Όχι. Παύει να είναι αυτός που θα τρέξεις σε κάθε δυσκολία; Όχι. Χάνεται η αγάπη; Εξασθενεί; Όχι. Μπερδεύεσαι, δεκτό. Μα τι πειράζει;
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Μην αφήνεις πλευρές κι ανάγκες του εαυτού σου -με τις οποίες μάλλον δεν είσαι εξοικειωμένος-, να καθορίζουν το τι τελικά σε κάνει ευτυχισμένο. Μη χάνεις ανθρώπους από "λάθος" στιγμές. Δώσε ευκαιρίες και κατάλαβε πως αυτά που ξέρεις και γνωρίζεις δεν είναι τα μόνα, υπάρχουν κι άλλα. Να'σαι ανοιχτός στο διαφορετικό. Μπορεί και θα σε συνεπάρει.

ΜΕΡΟΣ Γ'

Όταν θα'ρθει η μέρα να σ'αγαπήσω, θέλω να γίνει απλά.
Κι αβίαστα.
Και να'ναι αυτό.
Χαμηλωμένα βλέμματα; Ναι, ίσως να έχουμε.
Μα θα συναντηθούν.
Και θα'ναι αυτό.

Θα είναι αμήχανα, ναι.
Μα θα'ναι γλυκιά η αμηχανία.
Ίσως να τρέμω λίγο, ναι.
Μα θα'ναι αυτό, πώς να μην τρέμω;
Και δε θα βρίσκω τι να πω.
Και δε θα θέλω να φύγω.
Και δε θα θέλω να φύγεις.
Και θα πεθαίνω να πεις κάτι, οτιδήποτε.
Θα θέλω να σε δω να με κοιτάς και να χαμογελάς.
Και να μην το καταλαβαίνεις.
Γιατί θα'ναι αυτό!
Ένταση, ναι. Μάτια να γυαλίζουν.
Κι εγώ, χαμένη.
Σιωπή; Όχι. Μη. Να πεις κάτι. Οτιδήποτε.
Αγγίγματα; Ναι. Ναι. Ναι. Κι αγγίγματα.
Σύντομα. Κι αθώα.
Κι ίσως όχι τόσο αθώα.
Και να ακούω τους παλμούς μου τόσο, μα τόσο δυνατά.
Κι ας το ξέρεις ότι είναι αυτό και για'μένα, και να σ'αρέσει.

Και θα θέλω να μ'αγαπάς.
Ακούραστα.
Και θα θες να σ'αγαπώ.
Και να μην περιμένω τίποτα από'σένα.



Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Πάνω απ'όλα την ανθρωπιά σου!

















Και ποιος σου είπε εσένα κύριος ότι μπορείς να με κρίνεις;
Ποιος σου είπε ότι η θέση του μεγάλου αυτού κριτή σου ανήκει;
Πώς έγινε και νιώθεις να είσαι αλάνθαστος; Μου λες;
Ότι φαντάζεις στα μάτια του κοσμάκη ικανός κι άξιος να με λιθοβολήσεις, ποιος σου το'πε;

Είναι νωρίς, πάντα. Είναι πάντα νωρίς να βγεις και να δικάσεις. Να βγεις και να αραδιάσεις κατηγορίες στο κοινό σου. Τι κι αν αυτό σε γιουχάρει, τι κι αν σε θεοποιεί, πρέπει να αντιληφθείς πόσο άχρηστη είναι η παρέμβασή σου.
Πόσοι νομίζεις πως σε ακούνε; Και πόσοι απ'αυτούς νομίζεις αντιλαμβάνονται τις καταστάσεις;
Πόσοι έχουν γνώση του τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους;
Πληροφορίες μαζεύουν από'δω κι από'κει. Έχουν χρόνο νομίζεις κι όρεξη, να κάτσουν να τις εξετάσουν; Όχι βέβαια. Θα ακούσουν αυτά που θα πω εγώ, αυτά που θα πεις εσύ, αυτά που θα πει ο παραπέρα. Θα αποκτήσουν μια κάποια λαθεμένη εντύπωση και θα βγουν στα πλήθη να την αναπαράγουν. Θα πουν τα λόγια μου, τα λόγια σου, όπως αυτοί τα συγκράτησαν βέβαια.
Κάτι σαν το χαλασμένο τηλέφωνο. Θυμάσαι; Το παίζαμε όταν ήμασταν παιδιά.

Κι ύστερα θα μαζευτούν πολλοί ανίδεοι μαζί και με ασπίδα την κοινή τους άγνοια, θα ταράξουν εκείνους που ασχολήθηκαν λιγάκι παραπάνω. Κι εκείνους που έχουνε συμφέροντα. Ναι, ναι, κι αυτούς που κάθονται στον καναπέ τους φυσικά. Κι εκείνους τους άλλους, τους δακτυλοδεικτούμενους, που μας το παίζουν ιστορία και που βγαίνουνε στους δρόμους κάθε τρεις και λίγο. Τι κουτοί! Υποστηρίζουν, λέει, πως είτε το βρεις, είτε όχι, το δίκιο σου πρέπει να βγεις να το φωνάξεις στους δρόμους. Κι ας μη σ'ακούσει κανείς.

Νόμιζα πως τους είχα βαρεθεί τους δρόμους, τις πορείες. Νόμιζα πως οι φωνές, τα συνθήματα, και κυρίως αυτά που με ανάγκαζαν να αναπνέω, μ'είχαν πια κουράσει. Κάθε φορά γυρνούσα σπίτι μου με νεύρα, δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Ένιωθα κάτι σαν μίσος για τους "ένστολους" που συναντούσα εκεί στους δρόμους, κάτι σαν οργή για τους κυρίους της Βουλής και κάτι σαν δέος για'μένα κι όλους εκείνους τους ατρόμητους που διαμαρτυρόμουν στο πλάι τους με πάθος.
Μετά περνούσε ο καιρός κι άρχιζα να αναρωτιέμαι. Τελικά, τι άλλαξα;

Παρατηρώ όσο μεγαλώνω ότι η ζωή μας είναι τόσο καλά οργανωμένη εναντίον μας.
Για σκέψου... πας στο λύκειο, είσαι πιτσιρίκι δεκαεπτά, δεκαοχτώ χρονών. Επί σειρά ετών, σου πιπιλάνε το μυαλό πως μια μέρα το χρήμα -σαν από μηχανής Θεός- θα λύσει όλα σου τα προβλήματα, θα σε κάνει ευτυχισμένο, θα διώξει μακριά όλες σου τις έγνοιες (αυτή είναι η λεγόμενη και γνωστή σε όλους... πλύση εγκεφάλου!).
Σαν λογική συνέπεια λοιπόν, εσύ, μια μέρα, πεπεισμένος, αποφασίζεις δειλά-δειλά πως ήρθε η ώρα να κάτσεις να διαβάσεις λίγο περισσότερο την τελευταία σου χρονιά στο σχολείο και να κυνηγήσεις αυτή την πώς την λένε, οικονομική εξασφάλιση. Και με ποιον τρόπο επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο; Ρητορική η ερώτηση, μην αγχώνεσαι. Μπαίνοντας στη σχολή της Ελληνικής Αστυνομίας παραδείγματος χάριν. Σίγουρη δουλειά, σίγουρα λεφτά. Όλα ρόδινα!

-Κανόνας Νο.1: Μπαίνεις στη σχολή άλλος, βγαίνεις άλλος.
Υ.Γ. Προς ονειροπόλους: σας τρώει κι εσάς το σύστημα!

-Κανόνας Νο.2: Είσαι η εξουσία ξαφνικά.
Εκεί που οι συμμαθητές σου σε κορόιδευαν μια ζωή για τα πεταχτά αφτιά σου, τώρα ΕΣΥ έχεις ένα όπλο στα χέρια σου και οι άνθρωποι γύρω σου, οι κατώτεροι, πρέπει να σε σέβονται, να σε τρέμουν. Στα "έδωσαν" όλα τόσο εύκολα εκεί μέσα και κανείς τους ποτέ δεν αναρωτήθηκε αν είσαι σε θέση να τα διαχειριστείς.

-Κανόνας Νο.3:  Όλα όσα θα επακολουθήσουν είναι αποκλειστικά και μόνο δική σου ευθύνη.
Μπορεί για δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια άλλοι να σου δείχνανε το δρόμο και να μελετούσαν κάθε σου κίνηση πολύ πριν την κάνεις. Μπορεί κανείς τους ποτέ να μη φρόντισε να σε ενημερώσει για το τι συμβαίνει έξω από το ροζ συννεφάκι που σε βάλανε να ζεις. Μπορεί να σε στείλανε στο στόμα του λύκου εντελώς απροετοίμαστο. Αλλά είσαι πια ενήλικας. Λύσε μόνος σου τα προβλήματά σου.

Και μετά φταις εσύ φυσικά δεκαοχτάχρονο νιάνιαρο που καταλήγεις σαράντα χρονών κι ακούς για σφαίρες που εξοστρακίζονται, για παρακράτος, για διαφθορά. Φταις εσύ που βιώνεις έναν βαριάς μορφής ρατσισμό στο πετσί σου (λες κι αυτό επιζητούσες όταν έπαιζες μπάλα με τους φίλους σου στη γειτονιά σου ή όταν κυνηγούσες να φιλήσεις τη Χαρά από το άλλο τμήμα). Φταις εσύ που τώρα πια κοιτάς το πρόσωπό σου στον καθρέφτη χωρίς να ξέρεις για ποιον τελικά μιλάνε όλοι αυτοί και ποιος τελικά είσαι εσύ.
Για όλα φταις εσύ. Όχι η μαμά σου που αγόραζε πιατέλες στη δασκάλα για να σου βάλει 10' στον έλεγχο, όχι ο μπαμπάς σου που αν έπαιρνες κακό βαθμό στο διαγώνισμα σου απαγόρευε την έξοδο, όχι και οι δύο μαζί που σου μετέδωσαν με το έτσι θέλω τα πολιτικά τους φρονήματα (όποια κι αν είναι αυτά). Είτε σου αρέσει, είτε όχι, σχεδόν σε ανάγκασαν να ψηφίσεις το κόμμα της επιλογής τους και χωρίς να το καταλάβεις -μικρέ αυτόνομε μπλε, πράσινε ή κόκκινέ μου "επαναστάτη"-, σου φόρεσαν μια ταμπέλα, που δυστυχώς ποτέ δε θα μάθουμε αν όντως σου ταίριαζε ή αν θα την επέλεγες ποτέ από μόνος σου.
Για να μην αναφερθώ στην κάθε άκρως ακατάλληλη "παιδαγωγό" που ποτέ δεν ασχολήθηκε μαζί σου γιατί δεν ήσουν διάνοια στα μαθηματικά. Ή ακόμη και στο ίδιο σου το κράτος που, επειδή "έβγαλες ένα δεκαπέντε" στις Πανελλήνιες, σε οδήγησε να παίξεις έναν από τους πιο βάρβαρους ρόλους, χωρίς να σου προσφέρει κανένα απολύτως εφόδιο. Σε φτάσανε εκεί που σε φτάσανε για να έρθει η μέρα να σε αφήσουν μόνο κι επικίνδυνα εκτεθειμένο στο πεζοδρόμιο που λέγεται ζωή, αντιμέτωπο όχι μόνο με το εξαγριωμένο κοινωνικό σύνολο, αλλά με τον ίδιο σου τον εαυτό και με το τέρας που σε κάνανε να μοιάζεις.

Κατεβαίνω, λοιπόν, κι εγώ στις πορείες να διαμαρτυρηθώ για την καταπάτηση των αναφαίρετων δικαιωμάτων μου και να διεκδικήσω αν θέλετε ένα καλύτερο αύριο. Να απαιτήσω δικαιοσύνη, υγεία και αξιοκρατία για όλους. Να κερδίσω τη ζωή μου, που μου ανήκει και που πάνε να μου τη στερήσουν έτσι απροκάλυπτα!
Ξέρετε όμως ποιο είναι το στενάχωρο και τόσο απογοητευτικό;
Ότι κάθε, μα κάθε φορά καταλήγω να λέω συνθήματα ενάντια στην Ελληνική Αστυνομία και να ξεχνάω ποιος πραγματικά μου φταίει. Η ένταση της στιγμής με παρασύρει και διαγράφω απ'το μυαλό μου ποιος ήταν αρχικά ο λόγος που βγήκα στους δρόμους να φωνάξω. Καταλήγω παρέα με τη μάζα, να βρίζω ανθρώπους στην ηλικία του πατέρα μου ή ακόμη χειρότερα, καταλήγω να στρέφομαι ενάντια σε ανθρώπους της ίδιας μου τη γενιάς.
Παιδιά στην ηλικία μου. Παιδιά που σίγουρα έχουν αγαπήσει κι έχουν αγαπηθεί.
Παιδιά με μια μάνα, έναν πατέρα... αδέρφια.
Παιδιά που κάποια στιγμή στη ζωή τους σίγουρα ονειρεύτηκαν.
Θες παιδιά αδύναμα; Θες άβουλα; Θες φανατισμένα; Δε θα πω όχι.
Έρμαια των αναγκών τους, διαφορετικά από εμένα, από'σένα. Παιδιά που αν το καλοσκεφτείς κάνουν απλά τη δουλειά τους.
Εκεί μας έχουν φτάσει κι εμάς τους "παιδεμένους", να εναντιωνόμαστε στα εξιλαστήρια θύματα των "ισχυρών".  (Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δικαιολογώ τη βία και την κατάχρηση της εξουσίας που τους δίνεται. Συγχωροχάρτια δε θέλω να μοιράσω.) Κι έτσι αυτοί, οι "ισχυροί", ανενόχλητοι μέσα στη Βουλή παίρνουν αποφάσεις για τη ζωή μου, για τη ζωή σου, όσο εμείς εκεί έξω αποπροσανατολίζουμε ο ένας τον άλλον.

Από που ξεκίνησα και που θα τελειώσω τελικά;

Όσο αντέχω κι όσο μπορώ θα προσπαθώ να είμαι δίκαιη με τους συνανθρώπους μου, σε όποια κοινωνική ομάδα κι αν ανήκουν. Γιατί άνθρωπος θέλω να δηλώνω πάνω απ'όλα και θα προστατέψω την ανθρωπιά μου με νύχια και με δόντια. Ο ρατσισμός, όπου κι αν απευθύνεται, όπως κι αν εκδηλώνεται, όσο κι αν προσπαθούμε να τον δικαιολογήσουμε σε κάποιες περιπτώσεις, για'μένα είναι μια μορφή άγριας βίας. Και δε μιλώ για τη βία προς το δέκτη, δεν είναι αυτή που με ανησυχεί τόσο. Μιλώ για σκληρότατη βία προς εμάς τους ίδιους, προς το μέσα μας. Είναι δηλητήριο στην ανθρωπιά μας τα ρατσιστικά συναισθήματα, όποια μορφή κι αν έχουν. Μας αποστασιοποιούν από την ουσία μας, από τις σταθερές μας. Μας αλλοιώνουν, μας αποξενώνουν, μας διχάζουν.

Και για να απαντήσω και στο ερώτημα που έθεσα νωρίτερα στον εαυτό μου, αν τελικά άλλαξα κάτι, η απάντηση είναι απλή. Δεν γνωρίζω. Και ίσως να μη μάθω και ποτέ.
Στις πορείες όμως θα συνεχίσω να κατεβαίνω. Ξέρετε γιατί;
Γιατί ο άνετος καναπές μου, το χαζοκούτι που κοσμεί το σαλόνι μου και η ζεστασιά του σπιτιού μου είναι τελικά αυτά που με φιμώνουν.