Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Πάνω απ'όλα την ανθρωπιά σου!

















Και ποιος σου είπε εσένα κύριος ότι μπορείς να με κρίνεις;
Ποιος σου είπε ότι η θέση του μεγάλου αυτού κριτή σου ανήκει;
Πώς έγινε και νιώθεις να είσαι αλάνθαστος; Μου λες;
Ότι φαντάζεις στα μάτια του κοσμάκη ικανός κι άξιος να με λιθοβολήσεις, ποιος σου το'πε;

Είναι νωρίς, πάντα. Είναι πάντα νωρίς να βγεις και να δικάσεις. Να βγεις και να αραδιάσεις κατηγορίες στο κοινό σου. Τι κι αν αυτό σε γιουχάρει, τι κι αν σε θεοποιεί, πρέπει να αντιληφθείς πόσο άχρηστη είναι η παρέμβασή σου.
Πόσοι νομίζεις πως σε ακούνε; Και πόσοι απ'αυτούς νομίζεις αντιλαμβάνονται τις καταστάσεις;
Πόσοι έχουν γνώση του τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους;
Πληροφορίες μαζεύουν από'δω κι από'κει. Έχουν χρόνο νομίζεις κι όρεξη, να κάτσουν να τις εξετάσουν; Όχι βέβαια. Θα ακούσουν αυτά που θα πω εγώ, αυτά που θα πεις εσύ, αυτά που θα πει ο παραπέρα. Θα αποκτήσουν μια κάποια λαθεμένη εντύπωση και θα βγουν στα πλήθη να την αναπαράγουν. Θα πουν τα λόγια μου, τα λόγια σου, όπως αυτοί τα συγκράτησαν βέβαια.
Κάτι σαν το χαλασμένο τηλέφωνο. Θυμάσαι; Το παίζαμε όταν ήμασταν παιδιά.

Κι ύστερα θα μαζευτούν πολλοί ανίδεοι μαζί και με ασπίδα την κοινή τους άγνοια, θα ταράξουν εκείνους που ασχολήθηκαν λιγάκι παραπάνω. Κι εκείνους που έχουνε συμφέροντα. Ναι, ναι, κι αυτούς που κάθονται στον καναπέ τους φυσικά. Κι εκείνους τους άλλους, τους δακτυλοδεικτούμενους, που μας το παίζουν ιστορία και που βγαίνουνε στους δρόμους κάθε τρεις και λίγο. Τι κουτοί! Υποστηρίζουν, λέει, πως είτε το βρεις, είτε όχι, το δίκιο σου πρέπει να βγεις να το φωνάξεις στους δρόμους. Κι ας μη σ'ακούσει κανείς.

Νόμιζα πως τους είχα βαρεθεί τους δρόμους, τις πορείες. Νόμιζα πως οι φωνές, τα συνθήματα, και κυρίως αυτά που με ανάγκαζαν να αναπνέω, μ'είχαν πια κουράσει. Κάθε φορά γυρνούσα σπίτι μου με νεύρα, δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Ένιωθα κάτι σαν μίσος για τους "ένστολους" που συναντούσα εκεί στους δρόμους, κάτι σαν οργή για τους κυρίους της Βουλής και κάτι σαν δέος για'μένα κι όλους εκείνους τους ατρόμητους που διαμαρτυρόμουν στο πλάι τους με πάθος.
Μετά περνούσε ο καιρός κι άρχιζα να αναρωτιέμαι. Τελικά, τι άλλαξα;

Παρατηρώ όσο μεγαλώνω ότι η ζωή μας είναι τόσο καλά οργανωμένη εναντίον μας.
Για σκέψου... πας στο λύκειο, είσαι πιτσιρίκι δεκαεπτά, δεκαοχτώ χρονών. Επί σειρά ετών, σου πιπιλάνε το μυαλό πως μια μέρα το χρήμα -σαν από μηχανής Θεός- θα λύσει όλα σου τα προβλήματα, θα σε κάνει ευτυχισμένο, θα διώξει μακριά όλες σου τις έγνοιες (αυτή είναι η λεγόμενη και γνωστή σε όλους... πλύση εγκεφάλου!).
Σαν λογική συνέπεια λοιπόν, εσύ, μια μέρα, πεπεισμένος, αποφασίζεις δειλά-δειλά πως ήρθε η ώρα να κάτσεις να διαβάσεις λίγο περισσότερο την τελευταία σου χρονιά στο σχολείο και να κυνηγήσεις αυτή την πώς την λένε, οικονομική εξασφάλιση. Και με ποιον τρόπο επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο; Ρητορική η ερώτηση, μην αγχώνεσαι. Μπαίνοντας στη σχολή της Ελληνικής Αστυνομίας παραδείγματος χάριν. Σίγουρη δουλειά, σίγουρα λεφτά. Όλα ρόδινα!

-Κανόνας Νο.1: Μπαίνεις στη σχολή άλλος, βγαίνεις άλλος.
Υ.Γ. Προς ονειροπόλους: σας τρώει κι εσάς το σύστημα!

-Κανόνας Νο.2: Είσαι η εξουσία ξαφνικά.
Εκεί που οι συμμαθητές σου σε κορόιδευαν μια ζωή για τα πεταχτά αφτιά σου, τώρα ΕΣΥ έχεις ένα όπλο στα χέρια σου και οι άνθρωποι γύρω σου, οι κατώτεροι, πρέπει να σε σέβονται, να σε τρέμουν. Στα "έδωσαν" όλα τόσο εύκολα εκεί μέσα και κανείς τους ποτέ δεν αναρωτήθηκε αν είσαι σε θέση να τα διαχειριστείς.

-Κανόνας Νο.3:  Όλα όσα θα επακολουθήσουν είναι αποκλειστικά και μόνο δική σου ευθύνη.
Μπορεί για δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια άλλοι να σου δείχνανε το δρόμο και να μελετούσαν κάθε σου κίνηση πολύ πριν την κάνεις. Μπορεί κανείς τους ποτέ να μη φρόντισε να σε ενημερώσει για το τι συμβαίνει έξω από το ροζ συννεφάκι που σε βάλανε να ζεις. Μπορεί να σε στείλανε στο στόμα του λύκου εντελώς απροετοίμαστο. Αλλά είσαι πια ενήλικας. Λύσε μόνος σου τα προβλήματά σου.

Και μετά φταις εσύ φυσικά δεκαοχτάχρονο νιάνιαρο που καταλήγεις σαράντα χρονών κι ακούς για σφαίρες που εξοστρακίζονται, για παρακράτος, για διαφθορά. Φταις εσύ που βιώνεις έναν βαριάς μορφής ρατσισμό στο πετσί σου (λες κι αυτό επιζητούσες όταν έπαιζες μπάλα με τους φίλους σου στη γειτονιά σου ή όταν κυνηγούσες να φιλήσεις τη Χαρά από το άλλο τμήμα). Φταις εσύ που τώρα πια κοιτάς το πρόσωπό σου στον καθρέφτη χωρίς να ξέρεις για ποιον τελικά μιλάνε όλοι αυτοί και ποιος τελικά είσαι εσύ.
Για όλα φταις εσύ. Όχι η μαμά σου που αγόραζε πιατέλες στη δασκάλα για να σου βάλει 10' στον έλεγχο, όχι ο μπαμπάς σου που αν έπαιρνες κακό βαθμό στο διαγώνισμα σου απαγόρευε την έξοδο, όχι και οι δύο μαζί που σου μετέδωσαν με το έτσι θέλω τα πολιτικά τους φρονήματα (όποια κι αν είναι αυτά). Είτε σου αρέσει, είτε όχι, σχεδόν σε ανάγκασαν να ψηφίσεις το κόμμα της επιλογής τους και χωρίς να το καταλάβεις -μικρέ αυτόνομε μπλε, πράσινε ή κόκκινέ μου "επαναστάτη"-, σου φόρεσαν μια ταμπέλα, που δυστυχώς ποτέ δε θα μάθουμε αν όντως σου ταίριαζε ή αν θα την επέλεγες ποτέ από μόνος σου.
Για να μην αναφερθώ στην κάθε άκρως ακατάλληλη "παιδαγωγό" που ποτέ δεν ασχολήθηκε μαζί σου γιατί δεν ήσουν διάνοια στα μαθηματικά. Ή ακόμη και στο ίδιο σου το κράτος που, επειδή "έβγαλες ένα δεκαπέντε" στις Πανελλήνιες, σε οδήγησε να παίξεις έναν από τους πιο βάρβαρους ρόλους, χωρίς να σου προσφέρει κανένα απολύτως εφόδιο. Σε φτάσανε εκεί που σε φτάσανε για να έρθει η μέρα να σε αφήσουν μόνο κι επικίνδυνα εκτεθειμένο στο πεζοδρόμιο που λέγεται ζωή, αντιμέτωπο όχι μόνο με το εξαγριωμένο κοινωνικό σύνολο, αλλά με τον ίδιο σου τον εαυτό και με το τέρας που σε κάνανε να μοιάζεις.

Κατεβαίνω, λοιπόν, κι εγώ στις πορείες να διαμαρτυρηθώ για την καταπάτηση των αναφαίρετων δικαιωμάτων μου και να διεκδικήσω αν θέλετε ένα καλύτερο αύριο. Να απαιτήσω δικαιοσύνη, υγεία και αξιοκρατία για όλους. Να κερδίσω τη ζωή μου, που μου ανήκει και που πάνε να μου τη στερήσουν έτσι απροκάλυπτα!
Ξέρετε όμως ποιο είναι το στενάχωρο και τόσο απογοητευτικό;
Ότι κάθε, μα κάθε φορά καταλήγω να λέω συνθήματα ενάντια στην Ελληνική Αστυνομία και να ξεχνάω ποιος πραγματικά μου φταίει. Η ένταση της στιγμής με παρασύρει και διαγράφω απ'το μυαλό μου ποιος ήταν αρχικά ο λόγος που βγήκα στους δρόμους να φωνάξω. Καταλήγω παρέα με τη μάζα, να βρίζω ανθρώπους στην ηλικία του πατέρα μου ή ακόμη χειρότερα, καταλήγω να στρέφομαι ενάντια σε ανθρώπους της ίδιας μου τη γενιάς.
Παιδιά στην ηλικία μου. Παιδιά που σίγουρα έχουν αγαπήσει κι έχουν αγαπηθεί.
Παιδιά με μια μάνα, έναν πατέρα... αδέρφια.
Παιδιά που κάποια στιγμή στη ζωή τους σίγουρα ονειρεύτηκαν.
Θες παιδιά αδύναμα; Θες άβουλα; Θες φανατισμένα; Δε θα πω όχι.
Έρμαια των αναγκών τους, διαφορετικά από εμένα, από'σένα. Παιδιά που αν το καλοσκεφτείς κάνουν απλά τη δουλειά τους.
Εκεί μας έχουν φτάσει κι εμάς τους "παιδεμένους", να εναντιωνόμαστε στα εξιλαστήρια θύματα των "ισχυρών".  (Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δικαιολογώ τη βία και την κατάχρηση της εξουσίας που τους δίνεται. Συγχωροχάρτια δε θέλω να μοιράσω.) Κι έτσι αυτοί, οι "ισχυροί", ανενόχλητοι μέσα στη Βουλή παίρνουν αποφάσεις για τη ζωή μου, για τη ζωή σου, όσο εμείς εκεί έξω αποπροσανατολίζουμε ο ένας τον άλλον.

Από που ξεκίνησα και που θα τελειώσω τελικά;

Όσο αντέχω κι όσο μπορώ θα προσπαθώ να είμαι δίκαιη με τους συνανθρώπους μου, σε όποια κοινωνική ομάδα κι αν ανήκουν. Γιατί άνθρωπος θέλω να δηλώνω πάνω απ'όλα και θα προστατέψω την ανθρωπιά μου με νύχια και με δόντια. Ο ρατσισμός, όπου κι αν απευθύνεται, όπως κι αν εκδηλώνεται, όσο κι αν προσπαθούμε να τον δικαιολογήσουμε σε κάποιες περιπτώσεις, για'μένα είναι μια μορφή άγριας βίας. Και δε μιλώ για τη βία προς το δέκτη, δεν είναι αυτή που με ανησυχεί τόσο. Μιλώ για σκληρότατη βία προς εμάς τους ίδιους, προς το μέσα μας. Είναι δηλητήριο στην ανθρωπιά μας τα ρατσιστικά συναισθήματα, όποια μορφή κι αν έχουν. Μας αποστασιοποιούν από την ουσία μας, από τις σταθερές μας. Μας αλλοιώνουν, μας αποξενώνουν, μας διχάζουν.

Και για να απαντήσω και στο ερώτημα που έθεσα νωρίτερα στον εαυτό μου, αν τελικά άλλαξα κάτι, η απάντηση είναι απλή. Δεν γνωρίζω. Και ίσως να μη μάθω και ποτέ.
Στις πορείες όμως θα συνεχίσω να κατεβαίνω. Ξέρετε γιατί;
Γιατί ο άνετος καναπές μου, το χαζοκούτι που κοσμεί το σαλόνι μου και η ζεστασιά του σπιτιού μου είναι τελικά αυτά που με φιμώνουν.