Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Suspicious mind!


Τολμώντας, χαζολογώντας, γενικολογώντας...
Και περιαυτολογώντας!

Αποφάσισα λοιπόν, τώρα στα (πλησιάζουν επικίνδυνα ρε'συ μαμά) εικοσι-τέσσερά μου, να αρχίσω να παρατηρώ τον εαυτό μου. Από όσο πιο κοντά γίνεται. Χωρίς σκοπό να μου ασκήσω κριτική, χωρίς να ψάχνω κάτι να μου φταίξει, χωρίς να θέλω κάτι να αλλάξω. Έτσι, απλά για να με γνωρίσω λίγο.

Άρχισα να παρατηρώ τις κινήσεις του σώματός μου, τις πιο απλές, τις πιο αθώες, τις πιο... απαρατήρητες! Τις σκέψεις που κάνω κατά τη διάρκεια της ημέρας, αυτές που δεν καταλαβαίνω για πότε έρχονται και για πότε φεύγουν. Άρχισα να παρατηρώ τα μάτια μου. Κάθε πότε ανοιγοκλείνουν, κάθε πότε κολλάνε στο κενό. Τι τα αποσπά. Κι άρχισα να απορώ για δύο κυρίως πράγματα. Το πρώτο είναι το πόσο λίγο με ξέρω και το πόσο λίγο με ελέγχω τελικά, και το δεύτερο και σημαντικότερο, για ποιο λόγο το μυαλό δίνει αυτές τις εντολές στο σώμα μου;

Είναι σοκαριστικό όταν ανακαλύπτεις πως αγνοείς απλά πράγματα για τον εαυτό σου.
Το πώς κρατάς το τσιγάρο που καπνίζεις, το πώς κουνάς τα χέρια σου όταν μιλάς ή όταν εξηγείς κάτι σε κάποιον άλλον ή όταν παραγγέλνεις κάτι να φας. Το πόσο συχνά αγγίζεις τα πόδια σου, το πρόσωπό σου, ή το γιατί τα αγγίζεις.
Όταν σε φαντάζεσαι να περπατάς, να συναναστρέφεσαι με άλλους ανθρώπους, να γελάς, να διασκεδάζεις, πόσο κοντά είναι η πραγματικότητα στην εικόνα που έχεις πλάσει;

...

Παρατηρούσα, παρατηρούσα, παρατηρούσα.
Προσεχτικά. Αχόρταγα. Όχι και τόσο διακριτικά.
Και ξαφνικά μια μέρα συνειδητοποίησα πως χάζευα κάποια που δεν ήξερα πολλά για εκείνη.
Και σάστισα λιγάκι.
Μετά γέλασα. Μετά ξεχάστηκα. Μετά ίσως και να θύμωσα.
Συνέχισα όμως -και συνεχίζω- ακάθεκτη να την παρατηρώ, σαν κάτι καινούριο, μα ταυτόχρονα οικείο και ασφαλές και γνώριμο και ενδιαφέρον και ζωτικό.
Και μ'αρέσει που τελικά κρατάω αλλιώς το τσιγάρο. Μ'αρέσει αλήθεια.

Το μυαλό τώρα.
Εντολές. Εντολές παντού. Κάθε επιθυμία του, διαταγή!
Μου τη σπάει που ακόμη και τις ώρες που είναι σαραβαλιασμένο, κακοποιημένο, είναι εκεί, στρατιωτάκι, να δίνει εντολές, πηγαίνοντας κόντρα τις περισσότερες φορές σ'αυτό μωρέ, το άλλο. Το μεγαλοπρεπές. Το πανίσχυρο. Το πιο ταλαιπωρημένο απ'όλα. Την καρδιά.

Έχει περίεργες λειτουργίες το μυαλό.
Δώσε λίγο χρόνο στον εαυτό σου και σκέψου αυτό που θα σου πω.
Κοιμάσαι;
Ξεχνάς. Μάλλον δηλαδή. Μάλλον.
Ξυπνάς;
Η σκέψη σου έχει μείνει ακριβώς εκεί που την άφησες.
Δεν προλαβαίνουν να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα και νιώθεις πάλι το ίδιο πράγμα.
Χαρά; Λύπη; Σφίξιμο στο στομάχι; Είναι όλα ακόμα εκεί, να σου προκαλούν την ίδια αναστάτωση.
Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις. Ξανά, και ξανά, και ξανά.
(Ο ύπνος τελικά δε γιατρεύει κανέναν, ισχυρή διαπίστωση.)

Ξυπνάς.
Ανοίγεις τα μάτια.
Και σου συμβαίνει, σε εσένα, τον ονειροπόλο, τον φευγάτο, τον... τον... τον...
Ανεβάζεις παλμούς σιγά-σιγά.
Το κάθε συναίσθημα που άφησες πίσω, είναι ξανά εκεί.
Τι κι αν τα ξανακλείνεις γρήγορα μπας και γλιτώσεις...
Οι σκέψεις τρέχουν, τρέχουν, τρέχουν. Και δεν τις προλαβαίνεις.
Η λύπη είναι η ίδια. Και η χαρά. Και το σφίξιμο... όλα πάλι εκεί.

Άτιμο πράγμα η ρημάδα η σκέψη.
Είναι πάντα δέκα βήματα μπροστά σου. Τι δέκα; Δεκαπέντε.
Σου καθορίζει τη μέρα σου επιβλητικά, με το έτσι θέλω.
Δε σου αφήνει χρόνο να αμυνθείς, να πάρεις μια βαθιά ανάσα, να επιλέξεις να ζήσεις κάτι άλλο.

Κι αν δεν ανοίξεις καθόλου τα μάτια...; Αν τα σφίξεις με δύναμη να μείνουν θεόκλειστα;
Θα αλλάξει κάτι;
Όχι.

Θέλω χρόνο.
Χρόνο να αναπνεύσω και όντως να αναπνέω.  Την έχω ανάγκη μιαν ανάσα από'κείνες που έστω και για δευτερόλεπτα το μυαλό είναι καθαρό, ξέγνοιαστο.
Θέλω χρόνο να νιώσω λιγάκι ελεύθερη κι όχι έρμαιο των σκέψεών μου.
Ελεύθερη.
Ελεύθερη.
Θέλω να διώξω απ'το κεφάλι μου κι απ'την καθημερινότητά μου κι απ'τα θέλω μου, όλα εκείνα που επηρεάζουν τη διάθεσή μου με τόση ευκολία.
Και ποιος δε θέλει;

Δεν το θέλω το σφίξιμο στο στομάχι.
Δεν το θέλω σου λέω.
Μου κόβει τον ύπνο, με ορίζει.
Ας μας αφήσουν ήσυχους επιτέλους να επιβληθούμε λιγάκι κι εμείς στους εαυτούς μας και στις σκέψεις μας!
Κι ας "κοιμηθούμε" το δικό μας ύπνο... το γλυκό.
Να μη φοβάσαι να ξυπνήσεις.