Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Εεε-Οοο-Γαμώ το φασισμό.



Φασισμός γαμώ το κέρατό μου.
Φασισμός.
Όπου και να στρέψεις το βλέμμα σου φα-σι-σμός.
Στα πάντα.

Να ζεις σε μια χώρα που άνθρωποι εύχονται τον αφανισμό άλλων ανθρώπων.
Γιατί ρε φιλαράκι;
Γιατί μιλάει σπαστά τη γαμω-γλώσσα σου;
Γιατί έχει άλλο χρώμα η επιδερμίδα του;
Γιατί πιστεύει στο δικό του Θεό;
Γιατί ζει φτωχά και ταπεινά;
Γιατί δε σου μοιάζει;
Γιατί δεν μπόρεσε να γίνει κι αυτός οικογενειάρχης, συμφεροντολόγος, βολεμένος, στενόμυαλος και θρήσκος σαν κι εσένα;

Γαμώ το δικό σου κέρατο στην τελική.
Γαμώ την απανθρωπιά σου και γαμώ την ανεγκεφαλιά σου ποταπέ, ανίδεε.
Γαμώ το ρατσισμό που αισθάνεσαι και γαμώ την ασχήμια που κουβαλάς.

Σε βαρέθηκα. Σας βαρέθηκα

Τις μισώ τις ταμπέλες. Είτε είναι πράσινες, είτε κόκκινες, είτε μπλε.
Τί θα πει πασόκος; Τί κουμούνι; Τί νεοδημοκράτης;
Πήρατε φόρα και χαρακτηρίζετε αβέρτα ανθρώπους.
Φτιάχνετε εσείς την πραγματικότητα που σας βολεύει και μαζεύεται τριγύρω σας πιόνια.
Χωρίς ρόλο. Σειρές από στρατιωτάκια. Ευκολοθυσίαστα.
Κι αυτά εκεί, να σας ακούν.

Μισώ που πασχίζετε να κατατάξετε γενιές και γενιές στις σάπιες σας κατηγορίες.
Κατηγορίες που φτιάξατε για να ξέρετε ποιον θα ξερογλείφετε, ποιον θα δείχνετε με το δάχτυλο ή ποιον θα βάζετε στόχο.
Ποιον θα πλευρίσετε, ποιον θα αποφύγετε, ποιον θα βγάλετε απ΄το χάρτη.
Απλά και μόνο για να γεμίζετε την ανούσια ύπαρξή σας.
Γαμώ τον κομπλεξισμό  σας.
Που αρνείστε να αποδεχτείτε ότι δεν είστε μόνοι, εσείς και η μαλακία που σας δέρνει, πάνω σ'αυτό τον κόσμο.
Γαμώ την ανάγκη σας για ψεύτικη επιβεβαίωση ότι έχετε σε όλα δίκιο.

Προγονολατρεία.
Ιστορία.
Παρωπίδες.
Σύνορα.
(Για να σε διαχωρίσουν ρε'συ από τη μάζα, να σε βάλουν να αράξεις ξέχωρα λες και είσαι κι εγώ δεν ξέρω τι. Πολύτιμος, απαραίτητος, o "one of a kind" της καρδιάς μας. Για χαλάρωνε.)

Κολλημένοι στο βούρκο σας. Που όχι απλά σας ρουφάει, σας εξευτελίζει.
Κι εσείς ανέραστοι κατρακυλάτε και δεν το παίρνετε χαμπάρι.


Μαύρος ρε, ναι, και κίτρινος, και στραφταλιζέ άμα γουστάρει.
Σας κάνει ξένος; Γιατί;
Τον κοιτάτε και δε σας μοιάζει;
Αλίμονο κι αν σας μοιάσει ποτέ κακόμοιροι.
Αλίμονο κι αν θελήσει ποτέ να σας μοιάσει.


Λεωφορειατζήδες. Περιμένει ο άλλος στη στάση μες στο κρύο και σηκώνει το χέρι του να σταματήσει το όχημα, να τον πάει στη δουλειά του. Κι ο Ελληναράς (αλίμονο κι αν του αξίζει το έψιλον κεφαλαίο) τον γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του και συνεχίζει απτόητος. Λες και τον πληρώνει το κράτος να αποφασίζει ποιος έχει δικαίωμα και ποιος όχι να καβαλάει λεωφορείο ή τέλος πάντων το κάθε μέσο μεταφοράς. Κι αν του κάνεις παρατήρηση, σου σερβίρει απαντησούλα του τύπου "σιγά μην είχε ο άπλυτος εισιτήριο"! Γίναμε όλοι αρμόδιοι και προφήτες πια σ'αυτή τη χώρα. Και φρεσκοπλυμένοι, και μυρωδάτοι! Το τρομακτικό της υπόθεσης ξεκινά όταν κάποιος ενοχλημένος/νοήμων επιβάτης δεν αφήσει τις παπαρολογίες του κυρίου οδηγού να μπουν και να βγουν από τα αφτάκια του, αλλά του κάνει σαφές ότι αγνοεί παντελώς το ρόλο του.
"Οδηγός λεωφορείου είσαι, η δουλειά σου είναι απλή και άκρως κατανοητή. Βλέπεις στάση, σταματάς, ανοίγεις πορτούλες, φορτώνεις-ξεφορτώνεις. Ούτε ντοκτορά απαιτείται, ούτε υψηλός δείκτης νοημοσύνης".
Και έξω φρενών ποιος σου επιτίθεται; Το πλήθος.
"Άντε μωρέ με τους βρωμιάρηδες, να φύγουνε, να πάνε στη χώρα τους".
Κουνάς κεφάλι υποτιμητικά, και νιώθεις ντροπή, απέραντη ντροπή.
Ντροπή που αυτοί είναι η Ελλάδα, ντροπή που η απανθρωπιά έχει γίνει προσευχητάρι τους, ντροπή που ζεις ανάμεσά τους.

Έλληνες Χριστιανοί.
Έλληνες Χριστιανοί του κώλου.
Κάποιο κεφάλαιο παρέλειψαν από τη Διαθήκη. Δεν μπορεί.
Κάπου μπερδεύτηκαν.

Ελλάδα.
Η χώρα που άλλο υποστηρίζεις κι άλλο είσαι.
Η χώρα που σε κάνει να νιώθεις ένα ικανό και άξιο επί της ουσίας ΤΙΠΟΤΑ.
Η χώρα που οι δηλώσεις έρχονται απανωτά, αλλά δε μετουσιώνονται σε κάτι.

Να νιώθω περήφανη; Γιατί;
Για την Ακρόπολη; Πολύ μπροστά οι αρχαίοι, όντως.
Για τη γλώσσα; Τη σέβομαι, ναι.
Πολιτισμός ουάου.
Θάλασσες, νησιά, πράσινο, ιδανικό κλίμα, θεσάρα στο χάρτη. Ναι.
ΚΑΙ;
ΚΑΙ ΤΙ ΕΓΙΝΕ;
Να ζω δηλαδή προσκολλημένη στο παρελθόν, να μην ενισχύω ούτε στο ελάχιστο το παρών, και να ελπίζω για ένα μέλλον προβατίσιο και γαμάτο. Γιατί είμαι Ελληνίδα. Και γεννιέμαι γαμάτη.
Ξανά-ουάου!

Φτάνει ρε παιδιά!
Ας πάρουμε ένα καθρέπτη κι ας δούμε τι πραγματικά είμαστε.
Ας διαβάζουμε βιβλία, ναι, αλλά όχι μόνο όσα μας βολεύουν.


Ο χορός του Ζαλόγγου, μάθαμε στο σχολειό παιδάκια, υπάρχει για να εξυμνεί τις Ελληνίδες Σουλιώτισσες που αρνήθηκαν -λέει- να ζήσουν υπό τον Τουρκικό ζυγό,  και θυσίασαν μέχρι και τα παιδιά τους για τη λευτεριά. Τώρα βέβαια, αν πεις ότι ανοίγεις και κανα εξωσχολικό, πολλά θα δουν τα μάτια σου. Ιστοριογράφοι (κομπογιαννίτες μάγκα μου) υποστηρίζουν ότι ο χορός επινοήθηκε για να ευλογήσουν οι Έλληνες τα γένια τους, ή για να εμψυχώσουν τους συμπατριώτες τους (μεταγενέστερα φυσικά). Έχει γραφτεί επίσης (από κακοπροαίρετους ρε'συ, μη φανταστείς) ότι οι καμια εξηνταριά αυτές ηρωίδες, είχαν πριν βιαστεί από Τούρκους και κυοφορούσαν Τουρκόπουλα. Κι ότι τα νταβραντισμένα αρσενικά ελληνάκια δεν τη βαστούσαν τέτοια ντροπή και τις ανάγκασαν -λέει- σε σε μια εξαιρετικά γενναία αυτοκτονία. Άκου τώρα τι κάτσανε και σκαρφιστήκανε, μορφωμένοι άνθρωποι.

Διακόσια τόσα χρόνια μετά, MY POINT IS, ποιος σκατά νομίζεις ότι είσαι και ποιος είσαι τελικά;
Ποια ιστορία νομίζεις σε καθορίζει και σε κάνει συμπαντικά ξεχωριστό;
Κούνα λίγο το κεφάλι σου μυγόφτυσμα και άρχισε να ζεις τη ζωή σου ΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ κι όχι ΣΑΝ ΕΛΛΗΝΑΣ! Οι ρίζες είναι κάτω από το χώμα κι εκεί πρέπει να μένουν. Για να μπορείς να βλέπεις την ομορφιά να ξετυλίγεται μπροστά σου!







Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Μοναξιά; Τα Χριστούγεννα;

Έκθεση ζωγραφικής;
Που;
Εδώ;
Να συμμετέχουμε;
Ποιοι;
Εμείς;
Ναι, οκέι.
Έγινε.
Ας συμμετέχουμε.
Τι;
Ανθρώπινο σώμα;
Γυμνό;




"Φέρ'τε μου ένα βάζο, ένα μήλο, ένα κάτι, να τα ζωγραφίσω. Την κυρα-Δέσπω έστω που φοράει αυτές τις σκούρες ρόμπες, τις λουλουδάτες, να της κάνω εγώ ένα πορτραίτο μούρλια. Ούτε μουστάκια θα της βάλω, ούτε κρεατοελιές. Μόνο οι ροζιασμένες ζάρες του προσώπου της θέλω να φαίνονται καλά. Και τα μικροσκοπικά ματάκια, τα μπιρμπιλωτά. Και το πιο ζεστό χαμόγελο του κόσμου, το δικό της. Θα ζωγραφίσω και δυο-τρεις καραμελίτσες εκεί στο πλάι. Αυτά τα ροζ τα λουκουμάκια που μας μοίραζε όταν ήμασταν πιτσιρίκια. Και μετά δηλαδή, που μεγαλώσαμε. Μιλιούνια τα'χε στις τσέπες της. Πω πω, οι πιο φουσκωμένες τσέπες που'χω δει. Γεμάτες με λαδάκια, σταυρουδάκια, καρβουνάκια. Και λουκουμάκια, και λουκουμάκια!"

"Μύριζε κάτι σαν δεντρολίβανο θυμάμαι. Ωραία θα'τανε να αποτυπώναμε και μυρωδιές. Να'χουμε να τις θυμόμαστε για χρόνια. Αυτή τη μυρωδιά του δεντρολίβανου ανάθεμα κι αν την ξεχάσω ποτέ."

"Φορούσε και κάτι δαχτυλίδια, μεγάλα, χρυσαφιά. Στο δεξί χέρι κομποσκοίνια να'χει να δώσει σε όποιον από'μας δεν είχε και στ'αριστερό δυο-τρία ρολόγια.
-Γιατί ρε γιαγιά φοράς τόσα ρολόγια; Ένα φτάνει!
-Εγώ στα νιάτα μου τα στερήθηκα. Ας τα βάλω τώρα όλα μαζί!
Σοφή γυναίκα.
Με αγγελική μορφή και μια πελώρια καρδιά που τους χωρούσε όλους.
Κι αυτούς και τα λουκούμια που τους τράταρε."


~  Θέμα της Έκθεσης (αναθεματισμένο): "Η Μοναξιά των Χριστουγέννων"  ~
Νια νια νια.
Σούξου μούξου μανταλάκια.


Και συνεχώς στο μυαλό μου να τριγυρνάει αυτό το (εξίσου αναθεματισμένο) τραγούδι.
Βαριά φωνή. Γρατζούνισμα κιθάρας.
Και να σου δημιουργούν αυτά τα δύο χαζοπράματα (φωνή και κιθάρα), οχτώ εκατομμύρια συναισθήματα με ένα και μόνο τραγούδι.
Το οποίο παίζει, και ξαναπαίζει, και ξαναπαίζει.
(http://www.youtube.com/watch?v=gWzf__FW5R4 πάρ'τε τα χαμπάρια σας!)


Για κάτσε λίγο ρε'συ. Η μοναξιά των Χριστουγέννων τι σχέση έχει με το γυμνό κορμί;
Μου λες πως πρέπει εγώ να δω ένα γυμνό, ξένο σώμα και να χρωματίσω στο χαρτί, τι; Τη μοναξιά;
Δε μου βγαίνει μοναξιά.
Αμάν.


Είδα κάπου στο διαδίκτυο τις προάλλες την παρακάτω φωτογραφία.




Αυτό μάλιστα.
Αυτό είναι μοναξιά.

Η ζωή που έζησες και που πάει, πέρασε πια.
Η ζωή που εσύ έπλαθες κάποτε με άγνοια του πόσο σημαντικό ήταν αυτό που έκανες.
Δημιούργημα δικό σου ρε παίδες κι ανάμνηση μαζί.





Όταν λοιπόν άκουσα το θέμα της έκθεσης αυτή η εικόνα μου ήρθε στο μυαλό.

Ρε κοριτσάκι μου, μεγάλωσες. Κόψε το μελόδραμα!



"Η κυρα-Δέσπω αγόραζε ένα σωρό φτηνιάρικα κοσμήματα από λαϊκές, παζάρια, πανηγύρια. Σκορπούσε τα ψιλά της αβέρτα και φούσκωνε τις τσεπάρες της όλο και περισσότερο!
Κι ερχόταν μετά όλο χαρά και τα έδινε σ'εμένα. Στα κρυφά όμως, γιατί αν την παίρνανε χαμπάρι οι κόρες της γινόταν το έλα να δεις.
-Αυτό κοίτα το, σ'αρέσει; Έχει πολλά χρώματα. Να το φοράς!
Και το φορούσα.
Κι όταν έσπασε και ξεχύθηκαν όλες οι χρωματιστές χαντρούλες από'δω κι από'κει, εγώ τις μάζεψα σε ένα μικρό πουγκί και τις φύλαξα. Είχαν όντως πολλά χρώματα οι χαντρούλες. Δεν τους έπρεπε να πεταχτούν.
-Καλά ρε μάνα, τι πας και χαλάς τα λεφτά σου σε σαχλαμάρες; Δεν αρέσουν στα παιδιά.

(Και ποια είσαι εσύ να της πεις αυτό που εγώ δε θέλησα ποτέ;)

Τώρα θα πετούσατε τη σκούφια σας για ένα χαζολοΐδι, δωράκι από την κυρα-Δέσποινα.
Τώρα θα πηγαίνατε παρέα της από εκκλησία σε εκκλησία να μοιράσετε τα πρόσφορα που ζύμωνε.
Τώρα η σαβούρα που κουβαλούσε στα σπίτια σας θα ήταν θησαυρός.
Τώρα σας λείπει η σπασιαλιτέ της. Το μοναδικό αυτό τοστάκι από τα χεράκια της!
Τώρα θα τρέχατε κάθε Σαββατοκύριακο και σε διαφορετικό μοναστήρι για χατίρι της."



Καμία θλίψη.
(Καμία θλίψη που να συνδέεται άμεσα με τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια τουλάχιστον.)

Λες και η θλίψη έχει την εποχή της. Λες και δε σε βρίσκει όποτε της κάνει κέφι.
Αν έχεις φτάσει σε σημείο να πιστεύεις πως τις γιορτινές μέρες η θλίψη σε βρίσκει ευκολότερα, είναι γιατί σε κάνανε ευάλωτο με τις εικόνες που σου φτιάξανε. Είναι γιατί ποτίσαν το μυαλό σου με τα πρέπει τους. Για να γίνεις κι εσύ ένας ανάξιος, σαν κι αυτούς. Θέλαν ακόμη έναν με το κοπάδι τους.
Ξεχάσαν να σου πούνε όμως πως στον κόσμο πέρα από τη μίζερη, βαρετή ζωούλα τους και τη μαυρίλα πάνω απ'τα κεφάλια τους, υπάρχει και απέραντη ομορφιά, και υπάρχει και το άλλο, το διαφορετικό, το απρόσμενο, που το λιγότερο που μπορεί να κάνει είναι να σε συναρπάσει! Δε θα το βρεις βέβαια εκεί που σε πάνε να κοιτάξεις, αλλά σε μονοπάτια δικά σου και μόνο. Ουδείς ικανός να σε φτάσει στην ευτυχία σου, απλά γιατί μόνο εσύ ξέρεις το δρόμο. Τρόπους να σε λυγίσουν ψάχνουν οι ηλίθιοι ή τρόπους να σου δημιουργήσουν ανάγκες, νέες, και να σου ξενίζουν (δόξα σοι που το αντιλαμβάνεσαι νωρίς!). Κατραπακιές θα συναντήσεις, η αλήθεια να λέγεται. Και τρικλοποδιές. Καλοβαλμένες από πολλούς κομπλεξικούς καλοθελητές που θα συναντήσεις. Και ναι, είναι γεγονός, μπορεί όλα αυτά τα στραβά να σου συμβούν όταν θα'ναι Χριστούγεννα. Αλλά δεν είναι κανόνας. Και η μικροπρέπεια ορισμένων, δυστυχώς δεν μπορεί να αντέξει ούτε καν στη σκέψη της δικής σου ευτυχίας, ισορροπίας, ανεξαρτησίας, ελευθερίας (μαγικές λέξεις!). Κι αυτό μπορεί και τους συμβαίνει κάθε εποχή του χρόνου, κάθε μήνα, κάθε βδομάδα, κάθε μέρα. Το να προκαλούν με αυθάδεια δυσκολίες στον πλησίον τους, τους τροφοδοτεί με "ζωή" και δύναμη. Πεπεισμένοι κακομοίρηδες που νομίζουν πως η δύστυχη ζωή τους θα γίνει μικρότερο φορτίο, αν ξέρουν ότι το κουβαλάς κι εσύ μαζί τους.



Εμένα πάντως, είτε σας αρέσει, είτε όχι, τα Χριστούγεννα είναι η αγαπημένη μου γιορτή. Κανένα χριστιανικό στοιχείο δεν έπαιξε το ρόλο του, καμία εκκλησία, κανένας παπάς. Είναι κατάσταση άκρως οικογενειακή και φουλ αγαπησιάρικη. Ιεροτελεστία ρε παιδί μου. Με μεγάλωσε, με διαμόρφωσε, κι έγινε κομμάτι μου.
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες το σπίτι μας μετατρέπεται σε παιχνιδότοπο. Παντού Χριστουγεννιάτικα κεράκια, αρκουδάκια, καδράκια, ελατάκια, Αγιοβασιλάκια, πολύχρωμα φωτάκια. Και φυσικά ένα δέντρο υπερφορτωμένο με προπολεμικά στολίδια που αρνούμαστε πεισματικά να πετάξουμε. Η πλειοψηφία αυτών κουβαλά το καθένα τη δική του ιστορία. Την  οποία εγώ είτε θυμάμαι, είτε μου την έχουν εξιστορήσει οι γονείς μου. Τα βάζω όλα στη μπροστινή μεριά του δέντρου, να φαίνονται. Ακόμα κι αυτά που έχουν φθαρεί ή που δεν είναι τόσο εντυπωσιακά και περιποιημένα. Αυτά είναι τα πιο όμορφα. Έχω περάσει όλες τις γιορτές της ζωής μου με την αφεντιά τους. Μιλάμε (σχεδόν κυριολεκτικά) για ένα δέντρο λατέρνα. (Μόνο ο γλυκούλης, ο Αυλωνίτης λείπει. Σκέφτομαι πολύ σοβαρά να καρφιτσώσω καμια φωτογραφία του. Του αξίζει δικαιωματικά μια θέση στο δεντράκι μας.)
Κι ένα καθιστικό, μα ένα καθιστικό, τύπου εργαστήρι του Santa, χωρίς τους τάρανδους και τα ξωτικά.
Στην κουζίνα υπάρχουν κάτι τεράστιες πιατέλες κυρίως με μελομακάρονα, αλλά ενίοτε παίζει να συναντήσεις και τίποτα δίπλες ή κανα κουραμπιέ (αυτούς τους συσκευασμένους μωρέ, που ξέμειναν από τους δώρα φέροντες!). Τα Χριστούγεννα κατά βάση μου αρέσει να τρέφομαι μόνο με μελομακάρονα. Δεν έχω ανάγκη κάτι άλλο. It's my thing. Feed me!
Όταν ήμασταν πιο μικρά, τότε που πιστεύαμε ακόμη στην ύπαρξη του Άγιου Βασίλη, του τυπά με τα ροδαλά μαγουλάκια που κάνει "χο, χο, χο", οι γονείς μου αγόραζαν δώρα σε εμένα και τον αδερφό μου και τα έκρυβαν κάθε χρόνο και σε διαφορετικό σημείο. Πέντε λεπτά μετά την αλλαγή λοιπόν, έπειτα από ενθουσιώδη (μα ακόμη και τώρα ρε Φενάκι;) παρατήρηση πυροτεχνημάτων στον ουρανό, ξεχυνόμασταν τα δύο χαζοχαρούμενα και ψάχναμε σε κάθε γωνιά του σπιτιού να βρούμε που άφησε ο Μπιλάκος την πραμάτεια που του ζητήσαμε στο γράμμα (ναι, έγραφα και γράμμα, του έβαζα και χρυσόσκονη έτσι για να σας προσφέρω λίγο γέλωτα παραπάνω!). Και φυσικά ο χοντρούλης με την κόκκινη φορεσιά ήταν πάντα εντάξει απέναντί μας. Έφερνε ότι του ζητούσαμε, στην ώρα του, και χωρίς να κάνει φασαρία. Πέρασα φάση της ζωής μου που πίστευα πως τον έβλεπα να φεύγει από τη βεράντα μας. "Να'τος έλεγα, μα πόσο γρήγορα εξαφανίστηκε καλέ μπαμπά!". Και δως του κλάμα ο αδερφός μου που δεν πρόλαβε να τον δει, και δως του φούσκωμα σαν παγώνι εγώ που ήμουν τόσο τυχερή και τον είδα για ακόμη μια χρονιά! Έλεγα τότε θυμάμαι πως το πρώτο μου ταξίδι θα είναι στο χωριό του, στα χιόνια. Μου είχανε πει βλέπετε ότι περνάει όλο το χρόνο εκεί και φτιάχνει παιχνίδια για τα παιδάκια. "Ε να πάω να τον βοηθήσω καλέ μαμά!".
Ε δεν πήγα ποτέ.
(Though, you're my destiny Santa!)



Μοναξιά.
Ένα συναίσθημα είναι κι αυτό. Σαν όλα τα άλλα.
Θλίψη; Ναι, μα μετά έρχεται η χαρά.
Κι αγάπη, και ζήλια, και μετά έρωτας κι αισιοδοξία πως θα πάνε όλα καλά.
Ευτυχία ρε παιδιά. Που τα'χεις βρει με τον εαυτό σου, που την καταφέρνεις μόνος σου κι όμως θες να την απολαύσεις παρέα με πολλούς.
Και ναι, είναι κι ο θυμός, έρχεται και φεύγει. Και καμιά φορά ίσως να μείνει και λίγο παραπάνω.
Και λύπη. Μα κι αυτή θα περάσει.
Μίσος, ναι, μόνο να μη σε προσδιορίζει.
Φόβος, μόνο να μη σ'ακολουθεί.
Μπορεί να μην τα απολαμβάνουμε όλα το ίδιο, αλλά τα'χουμε ανάγκη για να νιώθουμε που και που και λιγάκι ζωντανοί.