Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

"Να μην ξεχάσω να σε ζήσω λίγο ακόμα."



Κ. Φ. 
ετών 86

"Θα σου φτιάξω ένα σπίτι μέσα στη θάλασσα" μου έλεγε. "Θα σε βάλω μέσα να κελαηδάς!".
" Ό,τι πει το κορίτσι μου, ό,τι πει η Φωφώ. Το κινεζάκι μου!". Με είχε βαφτίσει. Το όνομά μου ήταν. Μου έκανε έτσι κι έλεγε "δείτε το κινεζάκι!".
Από το μαγαζί με έπαιρνε τηλέφωνο συνέχεια. Κάθε μέρα, πολλές φορές. Και μου έλεγε "βάλε εκείνο το δίσκο στο πικάπ, σου στέλνω ένα τραγούδι, άκου το!". Ή με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε "εγώ θα σου κάνω τα πάντα!".
Δε μου χάλαγε εμένα χατίρι. Ό,τι και να του'λεγα. Να του'λεγα τώρα πήγαινε στη θάλασσα να πνιγείς, θα πήγαινε. Ναι. Ήταν καλόψυχος. Μόνο να μην τον πείραζες, δε στα χάριζε. Όχι εμένα βέβαια. Ήταν καλό παιδί.




Ο θείος ο Γιάννης τρελαινότανε για τον παππού. 
"Αυτός είναι άνθρωπος, νοικοκύρης ρε, νοικοκύρης!".
Μόλις ερχότανε Κυριακή μεσημέρι, ντρίιιν το τηλέφωνο ο Γιάννης.
"Τι κάνετε εκεί πέρα ρε; Ξεκουμπήστε ελάτε πάνω!". 
Μπαίναμε στο αυτοκινητάκι μας, πηγαίναμε. Πολύ ωραία χρόνια. Τι χορούς που κάναμε εκεί στου θείου του Γιάννη το σπίτι, τι τραγούδια! Μέχρι το πρωί. 
Φώναζε ο θείος ο Γιάννης "που'ναι η Φωτεινή; έλα'δω!". Πρώτη στο χορό μ'έβαζε εμένανε.
Και του αδερφού μου, του Μιχάλη, του άρεσαν πολύ τα τραγούδια. Από τον Άγιο Βασίλη (Αγίου Βασιλείου-οδός κοντά στο σπίτι μας-) ακουγότανε το τραγούδι που έκανε για να'ρθει. Αυτός εμένα με λάτρευε. Το όνομά μου το'χε μες στα χείλη του. Πάρα πολύ μ'αγαπούσε. Πήγαινα στην Καλογρέζα, είχε ένα καλυβάκι, ψευτοκαλυβάκι. Το δώσανε αντιπαροχή και τακτοποιηθήκανε. 

Ωραία χρόνια!

Είχαμε το δικό μας αυτοκινητάκι, κουκλί. Το γυάλιζα εγώ εδώ έξω στο δρόμο. Κανείς άλλος δεν είχε αυτοκίνητο. Του είχε ο παππούς ένα ωραίο σιέλ χρώμα. Ήταν πολύ ωραίο αυτοκίνητο.
Ο Γιωργάκης, το παιδί που δούλευε στο μαγαζί με τον παππού, το χάιδευε το αμαξάκι μας, το πρόσεχε, το γυάλιζε κι αυτός. Τον παίρναμε τον πιτσιρικά και πηγαίναμε καμιά φορά εκδρομή στο χωριό του, να δει τη μάνα του και τ'αδέρφια του. Εκεί να δεις κάτι γκρεμοί μέχρι να φτάσουμε! Κοίταγες κάτω κι έλεγες "τώρα θα φύγουμε με τ'αμάξι, και θα πνιγούμε". Είχε μια λίμνη εκεί. Κι έλεγε ο Γιωργάκης "Ο παππούς είναι οδηγός! Τίποτα κακό δε θα συμβεί!".
Παίρναμε τ'αμαξάκι και πηγαίναμε παντού, παντού. Και στην Ανάβυσσο όλη την ώρα βόλτες. Ή στη θεία τη Χρυσούλα. Όλο φεύγαμε τα Σαββατοκύριακα. Δεν έμενε ο παππούς σου μέσα.


Είχαμε και το πλεκτήριο. Κάναμε πλεκτά. Τριάντα πέντε γυναίκες πλέκαμε. Είχαμε βάλει αγγελίες. Με άδεια δούλευα. Πήγαινα εγώ στη Ροζαρή, στην Πατησίων πιο κάτω, και μου'λεγε αυτός "όταν φέρνεις τη βαλίτσα κι είναι γυναίκες μέσα στο μαγαζί, δε θα την ανοίγεις, δε θέλω άλλο μαγαζί να'χει τα πράγματα που έχω εγώ τα ίδια". Δεν ήθελε. Ήθελε να'ναι ξεχωριστός. Πολύ μ'αγαπούσε κι αυτός, ο Ερρίκος, Ερρίκο τον λέγανε. Εκεί, να δει τα πλεκτά, να τα απλώσουμε, να τα βγάλουμε εκείνα τα μπεμπέ, εκείνα τα φορμάκια, εκείνα όλα που κάναμε, πω, πω, πω, παπουτσάκια μπεμπέ, καλτσάκια και χεράκια. Τριάντα πέντε γυναίκες δουλεύαμε. Πάρα πολλά λεφτά, πώς το πήραμε το οικόπεδο. Και που δεν έδινα πλεκτά. Σ'αυτόν και στον άλλον τον Πρατικάκη. και στον Πειραιά που ήταν οι Αμφιλόχιοι. Αυτοί κι αν μ'αγαπούσανε. Βαλίτσες πλεχτά πέρνανε. Βαλίτσες, βαλίτσες, βαλίτσες. Έπαιρνα τα χιλιάρικα στίβες. Στίβες τα χιλιάρικα. Πολύ ωραία μαγαζιά! Μαγαζιάαα! Πελώρια, χανόσουνα μέσα. Τι δουλειές που κάναμε τότες! Πω, πω, πω! Όλη νύχτα ο παππούς εβελόνιαζε. Αλλά ήτανε παληκάρι μωρέ, δεν ήτανε γέρος. Όλη νύχτα. Κι εγώ και η κυρα-Χριστίνα που έμενε απέναντι, και η Όλγα. Καλά, πέθανε αυτή τώρα. 

 Πολλή δουλειά ο παππούς. Τον έφαγε η δουλειά. Δούλευε, δούλευε, δεν ήτανε τεμπέλης. Για να φτιάξουμε το σπίτι. 

Ήταν η θεία η Ιουλία εδώ, στον Ιερόθεο, είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο, γιατί ήταν ο άντρας της οδηγός, στα λεωφορεία. Κι από αυτήν ήρθαμε εδώ. Λέει "πάμε Φωφώ να δεις κάτι οικόπεδα". Ήταν ερημιά, ερημιά, δεν είχε άνθρωπο. Χωράφια. Πρόβατα και κατσίκες βόσκανε. Κι όταν ήρθαμε με τη θεία την Ιουλία και ψάχναμε οικόπεδο, δε μ'άρεσε κανένα, ήτανε μικρά, μικρά, μικρά. Τα μόνα μεγάλα ήταν αυτό και στη γωνία, αλλά μου λέει ο παπά-Σταμάτης "μην πάρεις γωνιακό γιατί επειδή δεν είναι στο σχέδιο υπάρχει πιθανότητα να στο κόψει ο δρόμος. Θα γίνει ο δρόμος, είτε μικρός, είτε μεγάλος, και θα μικρύνει το οικόπεδο". Και μου λέει "πάρε μεσαίο, πάρε μεσαίο να με θυμάσαι". Και πήρα το μεσαίο. Πήγαμε στον παπά-Σταμάτη και τα κανονίσαμε. Έκανα παζάρια εγώ, ουουου, τονε χόρευα. Κι έλεγε αυτός "ρε τι διαολάκι είναι τούτο, αυτό είναι πολύ διαολάκι". Όταν το κλείσαμε το οικόπεδο, ο θείος ο Γιάννης ήρθε εδώ και το είδε και πέταγε λεφτά. Ναι, το θυμάμαι. Κι ο αδερφός μου, ο Μιχάλης. Κι οι δύο πετάγανε λεφτά. Πολύ ευχαριστηθήκανε τον καιρό που το πήρα εγώ το σπίτι, το οικόπεδο αυτό. Πολύ, πάρα πολύ, πάρα πολύ.

Ήτανε καλός άνθρωπος ο παππούς σου. Και περνάγαμε ωραία, κι αγοράσαμε και το οικόπεδο. Το μαντρώσαμε, το αυτώσαμε, το περιορίσαμε. Ήρθαμε και χτίσαμε. Μας το γκρεμίσανε, το ξαναχτίσαμε, μας το ξαναγκρεμίσανε, το ξαναχτίσαμε. Τους έλεγα: βρε αγόρια, γιατί τα κάνετε αυτά; Δέκα φορές μας το γκρεμίσανε. Μια φορά δεν έβγαινα απ'το σπίτι να το γκρεμίσουνε και με τιμωρήσανε. Μου σπάσανε τα χέρια και με βάλανε φυλακή. Και κοιμήθηκα κι ένα βράδυ στη φυλακή. Ένα βράδυ. Καθόμουνα όλη νύχτα στην καρέκλα. Δε με χτυπήσανε βέβαια εκεί, απαγορευότανε τα γυναικόπαιδα. Αλλά με κρατήσαν ένα βράδυ μέσα.
Ο παππούς με το Δημητράκη, τον πατέρα σου δηλαδή, που ήτανε μικρό παιδάκι, μου φέρανε σοκολάτες. Το'χε ο παππούς μαζί του το παιδί. Μέναμε στο ενοίκιο τότε, δεν είχαμε κάνει ακόμα ούτε σπίτια, ούτε τίποτα, τίποτα.

Εγώ θα το φτιάξω, του λέω, θα το φτιάξουμε το σπίτι Καραγιάννη. Θα το φτιάξουμε.
Δε μπορούσα να βγάλω όμως άδεια, δεν ήταν στο σχέδιο. Τι λεφτά χαλάσαμε που το χτίζαμε και μας το γκρεμίζαν. Λέω, πούστηδες, θα το χτίσουμε το σπίτι.
Του'πα μια μέρα ενός ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ, του λέω είναι ντροπή σου. Βάρα εμένα, μόνο μη μου χτυπήσεις το παιδί γιατί θα σας σκοτώσω όλους. Ο Δημητράκης από πίσω "μαμά, μαμά"! Το παιδάκι μου!
Οι αστυνομικοί, ναι, με χτύπησαν με τα γκλομπ για να με βγάλουν έξω να το γκρεμίσουν. Κάναμε όμως δικαστήριο και το κερδίσαμε. Γνώρισα εκεί ένα Κρητικάκι, που ήταν ο εισαγγελέας, και μου λέει "από που είσαι;". Λέω, το χωριό Κερά, στην Κρήτη, το ξέρεις; Το ήξερε. Εσύ από που είσαι, του λέω. "Απ'το Λασίθι". Απ'το Λασίθι;; Άντε ρε διάολε του λέω, κοίτα εκεί πέρα να χτίσω. Και μου λέει ο εισαγγελέας "Καραγιάννη, ότι μου πεις θα κάνω. Προτιμάς να τον δικάσω που σε χτύπησε ή να σου δώσω μια άδεια να χτίσεις το σπίτι;". ΑΔΕΙΑ! Και μου δώσανε άδεια κι έχτιζα εγώ. Ο διπλανός γκρεμιζότανε κι εγώ έχτιζα με τούβλα και με κολώνες το σπίτι. "Γιατί", μου λέει ο εισαγγελέας "αυτό που κάνανε, που σε χτυπήσανε, απαγορεύεται αυστηρώς στα γυναικόπαιδα". Πολύ καλός ο εισαγγελέας, πολύ καλός.
Αυτός που πήγε να με βγάλει από το σπίτι, μ'είχε χτυπήσει και τον χτύπησα κι εγώ. Κι έλεγε στο δικαστήριο "πιο πολύ ξύλο έφαγα εγώ απ'αυτήν". 'Άντε ρε φύγε από'δω, δεν ντρέπεσαι, μπάτσο.
Μα, χωροφύλακας από'δω, χωροφύλακας από'κει, χωροφύλακας από'δω, χωροφύλακας από'κει. Τι στο διάολο θέλανε; Του λέω του ενός άντε φύγε από'δω πέρα.

Μετά μας έδωσε το χαρτάκι, ερχόντουσαν απ'έξω από το σπίτι και φωνάζανε "κυρία, κυρία...". Ωπ, παρουσίαζα το χαρτί απ'τον εισαγγελέα, έφευγε το εκατό. Την άλλη μέρα άλλο εκατό. Τα ίδια. 
"Κυρία, θα γκρεμίσουμε το σπίτι". 
Λέω, σαν μπορείς γκρέμισ'το! Μόλις βλέπαν το χαρτί φεύγανε. Εμείς χτίζαμε. Εννιά έχει ο μήνας.

Ένα βράδυ, ήρθε κάποιος και χτύπαγε την πόρτα. Κι ήμουνα και μόνη μου. Είχα χεστεί πάνω μου. 
Ήταν πολύ γερή η πόρτα, μια σιδερένια. Κάτι σίδερα χοντρά, τέτοια. Την έχει η Ασήμω στο χωριό.
Εγώ δεν έβγαινα να δω ποιος είναι. Του φώναζα μόνο να σηκωθεί να φύγει. Και μετά από λίγο έφυγε.

Είχαμε και μια ωραία βεράντα, μεγάλη, με μια στρογγυλή κολώνα. Ήτανε διαφορετικό το σπίτι τότε. Όχι όπως είναι τώρα. Ερχόταν η Χρυσούλα και κάναμε παρέα το βράδυ.
Καλά χρόνια ήτανε. Καλά ήτανε!



Πόσο ευτυχισμένος μπορούσες (και μπορείς) να είσαι με τα απλά, τα καθημερινά;

Μια βόλτα με το αυτοκίνητο στην εξοχή. Να ρουφάς καθαρό αέρα, χρώματα και εικόνες.
Επισκέψεις σε φίλους, συγγενείς. 
Και γλέντια και τραγούδια και χαρές.
Ένα τηλεφώνημα αγάπης. Ενδιαφέροντος. Να το λαχταράς, κι αυτό να έρχεται. 
Υποσχέσεις από καρδιάς που μπορεί ποτέ να μην πραγματωθούν, μα δε σε νοιάζει καθόλου.
Ένα παλιομοδίτικο πικάπ, ένας δίσκος, ένα τραγούδι απ'αυτόν που αγαπάς. 
Να σου γεννάει κι άλλες εικόνες, κι άλλα συναισθήματα. 
Να σου γεμίζει το στομάχι πεταλούδες!
Μια αφιέρωση ρε παιδιά. Τι πιο απλό; Αγνή. Πραγματική. Ανθρώπινη.
Ένας άντρας που μαχόταν πλάι στη γυναίκα της ζωής του να κατακτήσουνε τον κόσμο, μα και τη ζωή.
Πόση αγάπη;
Άνθρωποι που ζήσανε μαζί μια ζωή. 
Ή μάλλον -καλύτερα- άνθρωποι που αντέξανε να ζήσουνε μαζί μια ζωή. 

Έχω μια γιαγιά που πάσχει από άνοια.
Μια γιαγιά που έχασε τον άνθρωπό της πριν είκοσι χρόνια, κι ακόμη κοιμάται και ξυπνάει με τη σκέψη του.
Ακόμη μιλάει για εκείνον και βουρκώνει. 
Ακόμη θυμάται όλες τις ιστορίες τους. Ρομαντικές και μη.
Και μου τις διηγείται. 
Κάθε μα κάθε μέρα. 
Με την ίδια ένταση στο βλέμμα και στη φωνή.
Μπορεί να ξεχνάει ότι μια ιστορία μου την είπε μόλις πριν από πέντε, δέκα λεπτά, όμως η ιστορία θα βγει και θα ξαναβγεί από το στόμα της ατόφια κάθε φορά. 
Νιώθω τη θλίψη της, τη νοσταλγία, την ομορφιά εκείνων των χρόνων και την ειλικρίνεια της αγάπης τους.
Μου λέει πως το πιο σκληρό ήταν που μοιραζόταν με τον παππού μου το ίδιο κρεβάτι για σαράντα ολόκληρα χρόνια, και ξαφνικά μια μέρα έπρεπε να συνηθίσει να κοιμάται μόνη της. 
Και κοιμάται μόνη της. Σε ένα άδειο σπίτι, επί είκοσι χρόνια.
Πιστή στη μνήμη και στα όσα την έκανε ο άνθρωπός της να αισθανθεί.
Κοντεύει ενενήντα χρονών κι όταν μιλάει για εκείνον, γίνεται ξανά νέα. 
Βλέπεις τη σπίθα στα μάτια της. Βλέπεις τη δύναμη που της δίνει η ανάμνησή του.
Ενενήντα χρονών, και θα πεθάνει μια μέρα ερωτευμένη, χορτασμένη και ολοκληρωμένη.

Αυτές τις ιστορίες αγάπης αξίζει να θυμόμαστε. 
Ανθρώπους που γέρασαν μαζί. Και που ούτε καν ο θάνατος δεν μπόρεσε να μπει ανάμεσά τους.