(Mayakovsky-Untitled, Mecano)
Πέρασε καιρός.
Ξημερώματα σχεδόν.
Και κάπνα. Πολύ κάπνα.
Λίγα φώτα. Λίγες φιγούρες.
Ατμόσφαιρα βαριά, αποπνικτική.
Οι γύρω φάτσες γνώριμες, ο χώρος οικείος, η βραδιά επικίνδυνα αδιάφορη.
Μια ξύλινη μπάρα, ένα χαζό σκαμπό.
Ένα ποτήρι κρασί που άδειαζε και γέμιζε συνεχώς.
Και μια γαμημένη τζαμαρία, εκεί, να σε κρατάει πίσω. Σχεδόν να σε ορίζει.
Να θες να πάρεις μια καρέκλα και να τη σπάσεις.
Ή μάλλον καλύτερα να τη γεμίσεις με κάθε λογής αφίσα, πόστερ,
να μη βλέπουν οι "μέσα" τους "απ'έξω" και οι "απ'έξω" τους "μέσα".
«Τρέξε ρε, και ζήσε προστατευμένος και στεγνός.
Άσε τον έρωτα να χαζεύει τη δίχως πληγές πλατούλα σου, τη δίχως γρατζουνιές, δίχως σημάδια,
τη δίχως λόγους να λυγίσει.
Εκεί, στητός, περήφανος, αποστειρωμένος.
Μη μαυρίσει λίγο η ζωούλα σου,
μη γελάσει λίγο το χειλάκι σου αβίαστα, δυνατά, αληθινά.
Όλα μελετημένα, όλα αναμενόμενα.»
Και σε μιαν άκρη, μακριά από την καταραμένη τζαμαρία, ένας πιωμένος.
Παρέα με άλλους πιωμένους.
"Ωραίους" πιωμένους.
Ένας βγαλμένος από κάτι παλαιικό.
Ένας καθόλου άξεστος.
Ένας λίγο θρασύς.
Κι όλη του η ζεστασιά, και η ευγένεια, που τα έχεις δει και σε έχουν γοητεύσει καιρό πριν, εξαφανισμένα.
Όλα στο βωμό του πιοτού, και της νύχτας, και του ρυθμού της μουσικής, που είχανε γίνει ένα μαζί του.
Όλα για να σε γοητεύσουν ακόμη περισσότερο.
Όλα για μια νύχτα που δεν έπρεπε να την αφήσεις να τελειώσει.
"Αν ήμουν γκόμενα θα'θελα να χορεύω με αυτόν εκεί τον τύπο."
Άγνωστος μακρυμάλλης, με ακουμπισμένο κεφάλι στον τοίχο και θολωμένα μάτια, έχει βαλθεί να σε τρελάνει με αυτά που ξεστομίζει.
Να τον βρίσεις;
Να τον αποφύγεις;
Να τον στείλεις στο διάολο;
Μα γιατί; Την αλήθεια λέει.
Και ποια δε θα ήθελε εκείνο το βράδυ να χορεύει με αυτόν εκεί τον τύπο...
«Περίεργη η νύχτα.
Κρύβει φόβο. Που βγαίνει από τα πιο βαθιά σημεία του μέσα σου.
Κι αντί να γίνεσαι κομμάτι της, την τρέμεις, την αρνείσαι.»
ψάχνεις πάνω στην μπάρα έναν ρημάδη αναπτήρα.
Ποτήρια, κανάτες, καπνοθήκες... να περνάνε απ'τα χέρια σου και να αλλάζουν θέση.
Το τσιγάρο στο στόμα σου να τραντάζεται ακόμη πιο πολύ.
Εσύ, νευρικά, να αλλάζεις χίλιες όψεις.
Το μόνο που ζητάς με τόση μανία είναι μια τζούρα νικοτίνη.
Ένα παχύ σύννεφο καπνού γύρω από το πρόσωπό σου.
Να σε ζαλίσει, να βρωμίσει την ανάσα σου.
Να κάνει τα μάτια σου να τσούξουν.
Κι αυτός, ο πολυπόθητος αναπτήρας, η λύση στα προβλήματά σου,
να έρχεται από'κει που δεν τον περιμένεις.
Από'κει που ούτε καν τόλμησες να σκεφτείς ότι θα έρθει.
Από έναν πιωμένο.
Από έναν θρασύ.
Και να ακούς τους παλμούς σου να αυξάνονται σε κλάσματα δευτερολέπτου και να μην μπορείς καν να σηκώσεις το κεφάλι να τον κοιτάξεις. Να θες, αλλά να μην μπορείς.
Και δεν μιλάμε για μια τυχαία ματιά.
Μιλάμε για μια ματιά γεμάτη λαγνεία, ναι λαγνεία.
Και μια γλυκιά ντροπή ταυτόχρονα.
Μια ντροπή που δε σταμάτησε ποτέ κανένα.
Σαν ένα απροκάλυπτο "σε θέλω" θα ήταν αυτή η ματιά.
Θα είχε κάτι από απερισκεψία και τόλμη.
Κάτι από μια ασυγκράτητη επιθυμία (κι άφθονο αλκοόλ να τη σιγοντάρει)!
Κάτι από διάθεση για ξεμυάλισμα...
Κάτι από ανάγκη να το ζήσεις...
Κάτι από διαίσθηση, παραίσθηση, ψευδαίσθηση...
Κάτι από... τέλος πάντων, προς κάτι που το έχεις ήδη ποθήσει!
«Κάπου έγραψα πως το τέρμα μου θέλω να'ναι η ελευθερία μου.
Όταν με ρώτησαν τι εννοώ, απάντησα πως θέλω να έχω πάντα "υποχρέωση" απέναντι σε όσους αγαπάω και πάντα να μπορώ να το απολαμβάνω το ίδιο, και με την καρδιά μου. Να μπορώ να είμαι γερή και δυνατή, κι εκατό τοις εκατό ερωτευμένη, και τρελή, κι εξαρτημένη, και προσηλωμένη, και δοσμένη σε έναν έρωτα που δε θα με "πνίξει" ποτέ και που δε θα το βάλει κάτω.»
«Ελευθερία είναι να μη φοβάσαι να μιλήσεις, να γελάσεις, να εκτεθείς, να παραφερθείς.
Έρωτας είναι να σε χαζεύει όταν μιλάς, να πεθαίνει όταν γελάς, να έχει χίλιους λόγους παραπάνω να σ'αγαπάει όταν εκτίθεσαι. Κι όταν παραφέρεσαι, να παραφέρεται κι αυτός μαζί σου.»
Και ο καιρός πέρασε.
Κι αυτός παραμένει απλά ένας άγνωστος.
Που ίσως τελικά να μην είναι και τόσο άγνωστος.
Και ίσως να μην είναι τίποτα που να θες ή να μη θες.
Αλλά είναι αυτός που είναι.
Και μάλλον του χρωστάς μια ματιά.


