Μεγαλώνω.
Κι εσύ μεγαλώνεις.
Όλοι μεγαλώνουμε.
Ζω και μεγαλώνω, και το βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια, και το ξέρω πια καλά.
Mα δε με πειράζει όπως παλιά.
Έχω το παρελθόν εκεί, να με βαραίνει κι εγώ να το νοσταλγώ.
Να το νοσταλγώ κι ας ξέρω πως δε θα συμφιλιωθώ ποτέ μα ποτέ μαζί του.
Γιατί το παρελθόν μας καθορίζει, μας διαμορφώνει, δεν αλλάζει κι είναι πάντα εκεί να μας θυμίζει πώς αποκτήσαμε βήμα-βήμα όλα τα τρωτά μας σημεία.
Εικόνες ζωντανές, χειροπιαστές,
σαν να σου μιλάνε και σαν να τις φοβάσαι.
«Δεν είναι που πια οι άνθρωποι αρνούνται να τα παίξουν όλα για όλα,
είναι που θέλουνε να γίνεις κι εσύ σαν κι αυτούς.
Δεν είναι που φοβούνται να σ'αφήσουν να κοιτάξεις,
είναι που δε θέλουνε να δούνε όλα όσα εσύ μπορείς.
Δεν είναι που τρέχεις να προλάβεις όσα δε σε έκαναν ποτέ σου ευτυχισμένο,
είναι που δε φρενάρεις πουθενά.
Ούτε που ποτέ δε φαντάστηκες πως αυτοί που αναζητάς, μόνοι τους είναι καλύτερα.
Είναι που δε θες να είναι μόνοι.
Δεν είναι που δε σε φοβάμαι, μα που σε φοβάσαι εσύ.
Δεν είναι που μετράμε κέρματα, είναι που δεν τα στέλνουμε στο διάολο.
Δεν είναι που ψάχνω πόρτες με αυλές, είναι που βρίσκω τοίχους χωρίς χρώμα.
Είναι που μάλλον τελικά εμείς μεγαλώνουμε, μα οι ψυχές μας μικραίνουν.»
Παλεύω.
Κι εσύ παλεύεις.
Όλοι παλεύουμε.
Άλλοι σε τσιμεντένια υπόστεγα, άλλοι στην Κουμουνδούρου, στην Πατησίων, στην Ομόνοια.
Άλλοι σκαλίζοντας σκουπίδια, κι άλλοι σκαλίζοντας το μέσα τους σε σπίτια ζεστά και "ασφαλή" ή σπίτια ζεστά και άδεια, άδεια, άδεια.
Μυρίζει ο κόσμος από μακριά...
Μυρίζει ξενύχτι, μαρτύριο, αλκοόλ, πίεση, και ίσως, λέω ίσως, που και που,
ανθισμένη ακακία τον Απρίλη!
«Άλμα στο κενό από ταράτσα!»
«Μάνα βρήκε το γιο της κρεμασμένο!»
«Αυτοκτόνησε στην αυλή του σπιτιού του!»
(Να, βλέπεις, να κι ένας που είχε αυλή. Και δεν υπάρχει πια.)
Αθήνα, καλοκαίρι 2014.
Θα μου λείψει η Αθήνα.
Το ξημέρωμα στο κέντρο, στα στενά του Μεταξουργείου, της Πανόρμου, των Εξαρχείων.
Ξημέρωμα στο δρόμο να προσπαθείς να θυμηθείς που έχεις παρατήσει το αμάξι,
ξημέρωμα να βρίζεις μεθυσμένος, μετά να γελάς.
Και μετά... να μη θυμάσαι το μετά.
Και μες στο πιώμα να περιφέρεσαι χαμένος και να αγνοείς όλους εκείνους τους τυχαίους γύρω σου.
Εγκαταλελειμμένοι(η).
Επιβιώνουν. Παραπατούν.
Παραπατώ κι εγώ...
Να χορεύεις όλο το βράδυ μες στο ρυθμό. Ή και χωρίς ρυθμό.
Τα μάτια σου να τσούζουν, η φωνή να βγαίνει με δυσκολία.
Το σώμα σου σαν να τρέμει, εσύ σαν να θες να εξαφανιστείς.
Και να κάνεις λάθη, πολλά λάθη, και τρέλες,
και να λες λόγια, πολλά λόγια, και να δίνεις υποσχέσεις,
και να μη θυμάται κανείς τίποτα απ'αυτά αύριο.
Έτσι είναι η νύχτα, αδέξια.
Σκοτεινή.
Γεμάτη ψέματα.
Τόσα όσα χρειάζονται μέχρι το πρώτο φιλί...
Περατζάδες στην Αρεοπαγίτου, να'ναι αργά, χωρίς φώτα.
Να βλέπεις μόνο φιγούρες ανθρώπων.
Να πλησιάζουν και να απομακρύνονται.
Να έρχονται και να φεύγουν.
Να μη σε βλέπουν, να μη σε ξέρουν, να μη σε μάθουν ποτέ.
Να ακούς φωνές, γέλια, σκυλιά να γαβγίζουν.
Να περπατάς σαν υπνωτισμένος.
Να ψάχνεις ένα παγκάκι να καθίσεις με μια μπίρα στο χέρι, δυο-τρεις καλούς φίλους,
και όλοι μαζί εκεί να ξέρετε ότι αυτό σας παρα-είναι αρκετό..
Μεταξουργείο.
Καφενέδες, πεζοδρομάκια γεμάτα κόσμο, ξενυχτάδικα, μπουρδέλα.
Γνωστοί, άγνωστοι.
Παιδιά.
Είναι τα φτηνά ποτά, οι ωραίες μουσικές,
τα μαγαζιά του που γίνονται στέκια με το έτσι θέλω.
Είναι τα χρώματα, το καρναβάλι.
Περπατάω, περπατάω, περπατάω...
Εδώ ο κόσμος μπορεί και να σου χαμογελάσει ξέρεις.
Μπορεί και να σε κοιτάξει στα μάτια.
Μπορεί.
Την αγαπάω την Αθήνα.
Κι ας λέω όλη την ώρα πως θα φύγω.
Όταν κάθομαι και το σκέφτομαι, τους θυμώνω.
Χρόνια ολόκληρα πασχίζουν να μας πείσουν πως είναι δική τους.
Χρόνια ολόκληρα την ποδοπατούν, τη μαυρίζουν, τη στενεύουν.
Κι όμως, δεν ήταν ποτέ δική τους. Ποτέ.
Δική σου ήταν πάντα.
Δική σου και δική μου!
Αλήθεια την αγαπάω την Αθήνα.
Έμαθα να τη ζω, να την αφουγκράζομαι.
Ο θόρυβος, η κίνηση, ακόμη και η βρωμιά που αναπνέω μου έχουν γίνει σχεδόν απαραίτητα.
Έμαθα να ζω μαζί της, να μεγαλώνω, να μαθαίνω, να ανακαλύπτω.
Να αλλάζω κι εγώ κι αυτή κι όλα να κυλάνε σαν να μη μας αφορούν.
Σαν να'μαστε περαστικοί.
Κι ασήμαντοι.
Και σαν κανείς ποτέ να μη θυμάται τις ατέλειωτες βόλτες στις πλατείες της.
Και σαν να μη σήμαιναν ποτέ τίποτα.
Σαν να μην ήταν αρκετές να μας κρατήσουν κοντά της.
Αιμορραγώ.
Κι εσύ αιμορραγείς.
Όλοι αιμορραγούμε.
Κι όμως μπορώ και θέλω να τη δω αυτήν την ομορφιά που ακούω τόσα χρόνια,
αυτήν που τη διαβάζω,
αυτήν που την έχω ονειρευτεί νομίζω.
Και θέλω να θες κι εσύ.
Όποιος κι αν είσαι, όπου κι αν είσαι,
κάνε κάτι και δες την κι εσύ!


