Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

«Χίλια τόσα πράματα. Χίλια τόσα κι άλλα τόσα!»


                                                           Hope Sandoval & The Warm Inventions - Blue Bird


Είναι που θες να πεις τόσα, κι άλλα τόσα.
Τόσα που πρέπει να ειπωθούν για να μπορέσεις μετά να συνεχίσεις,
τόσα που σε πνίγουν, τόσα που σε βασανίζουν.
Τόσα που τα'χεις σκεφτεί χίλιες δυο φορές και που τα'χεις προβάρει άλλες τόσες.

Είναι που θέλεις να κάνεις τόσα, κι άλλα τόσα.
Τόσα που τα'χεις θελήσει να συμβούν.
Τόσα που τα'χεις καλοσχεδιασμένα.
Τόσα που τα περίμενες καιρό πολύ.

"Να προλάβω να με ζήσω, να σε ζήσω,
Να προλάβω να μ'αγαπήσω. Κι εσένα. Ναι, ίσως κι εσένα."

Τόσα που έλεγες "θα'ρθουν, αύριο".
Μα δεν πρόλαβαν.
"Αύριο" έλεγα. "Αύριο."
 Και περιμένοντας όλα αυτά τα αύριο, έχανα εγώ όλα μου τα σήμερα!

Χιλιάδες στιγμές που τις έχεις ζήσει, και ξαναζήσει, και ξαναζήσει στο μυαλό σου,
κι έχεις παρακαλέσει να'ρθουν.
Χιλιάδες τραγούδια που ορκιζόσουν μια μέρα θα τα ακούγατε παρέα, θα τα σιγοψιθυρίζατε παρέα.
Μια μέρα, ήταν σίγουρο, θα τα μισούσατε παρέα.

Χίλια τραγούδια σχεδόν, ναι,
και κάπου χίλιες βόλτες που θα κάνατε.

Χίλια ένα, χίλια δύο, χίλια τρία.
Χίλια τόσα.
Άσ'τα αυτά, πάνε, πέρασαν.
Τώρα προσευχήσου για ένα φτου ξελευθερία!

"Μη, μη, μη το κάνεις αυτό. Απλά μη!"

Ρίσκο. Αποκλεισμός, Ρίσκο. Αποκλεισμός. Ρίσκο. Αποκλεισμός. Ρίσκο. Αποκλεισμός.
Και πάλι ρίσκο.
Και πάλι αποκλεισμός.

Είναι τόσα που θες να πεις, τόσα που θες να τα φωνάξεις.
Χίλια τόσα...
Κι όμως, είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται να κάνεις αυτή τη στιγμή.

Μα και μετά από δυο, τρεις... πέντε... δέκα... πενήντα... εκατό...
κάπου χίλιες τόσες στιγμές μετά,
θα'ναι όλα αυτά τόσο ανούσια, τόσο άσκοπα, τόσο ξεπερασμένα.

"Τι σε πονάει πιο πολύ; 
Να σε ρισκάρουν ή να σε αποκλείουν;
Να μη σε σκέφτονται ή να είσαι το πρώτο πράγμα που θα επιλέξουν να ξεχάσουν;"

Το ρολόι δείχνει οχτώ και σαράντα.
Μετράω τα λεπτά η χαζή.
Οχτώ και σαράντα-ένα, οχτώ και σαράντα-δύο, οχτώ και σαράντα-τρία.
Πιέζω τα μάτια μου να κλείσουν, και κλείνουν.
Κι όταν τα ανοίγω, οχτώ και σαράντα τέσσερα.

Οχτώ και σαράντα-τέσσερα κι εγώ μετράω λεπτά.
Και αϋπνίες.
Και νεκρές ώρες.
Και σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις.
Και μισοτελειωμένα τσιγάρα.
Κι όλα αυτά μαζί, κάπου χίλια τόσα.

Στο χώρο επικρατεί χάος.
Μα θα'ρθει η τάξη, το ξέρω, θα'ρθει... αύριο!

Θυμάσαι ένα παιχνίδι που παίζαμε μικρά; τις μουσικές καρέκλες
Θυμάσαι που όποιος έχανε δε συνέχιζε να παίζει;
Τον μάθαμε τον αποκλεισμό από παιδιά.
Θυμάσαι που έβγαινε γρήγορα-γρήγορα από τον κύκλο;
Να μην προλάβει κανείς να το σκεφτεί.
Θυμάσαι που δεν έφταιγε σε κάτι;
Θυμάσαι που εμείς συνεχίζαμε το παιχνίδι μας σαν να μη συνέβη τίποτα; Ευκολία.
Θυμάσαι που δε του ρίχναμε ούτε ένα βλέμμα; Ευκολία.
Θυμάσαι που μετά από λίγο έχανες κι εσύ;

Ανάβω κι άλλο τσιγάρο

Δεν ξέρω ποιον θεό να παρακαλέσω και ποιον να βρίσω.
Ποιον να ευχαριστήσω που όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά,
και ποιον να καταραστώ.
Που τελικά ρίσκαρα κι εγώ.
Που τελικά κι εγώ απέκλεισα.
Εμένα.

"Στημένοι καθόμαστε σαν σε απόσπασμα κι ούτε καν χαμογελάμε ρε!"

Γιατί αν χαμογελάσουμε και φανεί, θα το πληρώσουμε ακριβά.
Και το πληρώνουμε.