Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Το αγαπημένο φυγείν (α)δυνατόν.

Johnny Cash - Hurt
Πρέπει να καταλάβω. Γιατί δεν τα έχω καταφέρει μέχρι τώρα να καταλάβω. Πώς οι άνθρωποι αποχωρίζονται ο ένας τον άλλο όταν αγαπιούνται πραγματικά; Πώς το αποφασίζουν; Δέχονται απλά ότι έτσι τα φέρνει η ζωή; Ποια ζωή; Λένε τώρα γυρίζω σελίδα; Λένε τώρα απομακρύνομαι και τον ξεριζώνω τον άλλο από όπου κι αν βρίσκεται που να γνωρίζω, μέσα μου, έξω μου, δίπλα μου, μπροστά μου; Λένε εντάξει μωρέ, αντέχεται. Πώς αντέχεται; Λένε θα μου περάσει. Πώς θα σου περάσει; Λένε θα μου τελειώσει. Πώς; Σου τελειώνει η αγάπη; Την τελειώνεις εσύ; Πώς; Τι λες; Αγαπάω μέχρι εκεί, μετά δε θέλω. Τι κάνεις; Κλείνεις πόρτες, παράθυρα, τηλέφωνα; Πώς το κάνεις; Πώς το αποφασίζεις και τον αφαιρείς τον άλλον από τη ζωή σου; Πώς λες εγώ από εδώ και πέρα θα ζω σε μία πραγματικότητα που δε θα υπάρχει εκείνος, που δε θα τον βλέπω, δε θα τον ακούω, δε θα του μιλάω; Λες μπορώ και χωρίς αυτόν; Και όντως μπορείς; Πώς ζεις; Τι κάνεις; Πού πας; Πώς την παλεύεις με την πάρτη σου; Ξεχνάς; Επιλέγεις να μη σκέφτεσαι; Λες είμαι καλύτερα έτσι; Λες είμαι ήρεμος; Λες ότι όλα θα φτιάξουν με τον καιρό; Λες ο χρόνος θα τα διορθώσει όλα; Επιλέγεις τι; Το χωρίς αυτόν; Το άλλο; Το διαφορετικό; Το λιγότερο από τι;

Πώς γίνεται να ξεχνάς τους ανθρώπους σου; Πώς γίνεται να μη σου λείπουν; Πώς γίνεται να μπορείς να τους δεις και να μην τους βλέπεις; Να ξέρεις ότι με ένα τηλεφώνημα θα ακούσεις τη φωνή τους κι όμως επιλέγεις να μην το κάνεις; Να ξέρεις ότι σε δέκα λεπτά μπορείς να βρεθείς στην αγκαλιά τους και να λες όχι, δε θέλω; Πώς γίνεται να μη σου λείπει η φωνή τους; Πώς γίνεται να μη σου είναι απολύτως απαραίτητη να την ακούς; Πώς γίνεται να μη σου λείπει η αγκαλιά τους; Πώς γίνεται να μην τρέμεις στην ιδέα ότι δε θα ξανά-υπάρξεις εκεί μέσα; Πώς γίνεται η επιλογή σου για το από'δω και πέρα να μην είναι μαζί τους αλλά μακριά τους; Πώς γίνεται να μην κινείς γη και ουρανούς; Πώς γίνεται να μη φέρνεις τα πάνω κάτω; Πώς γίνεται να προτιμάς το χωρίς εκείνον από το οτιδήποτε άλλο; Πώς γίνεται να μην είσαι μουδιασμένος εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο; Να μη σε νοιάζει; Να μη σε πνίγει που τελείωσε και να θες να το φέρεις πίσω με κάθε κόστος; Πώς γίνεται να μη χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο; Το χέρι στο τραπέζι; Πώς γίνεται να μην είσαι στα γόνατα; Να μη σου κόβονται τα γόνατα; Βγαίνεις έξω; Περπατάς; Πώς στέκεσαι όρθιος; Πώς δεν τρέμεις; Πώς αναπνέεις; Πώς δεν κλαις όλη την ώρα; Πώς δε σπάει η φωνή σου, το πρόσωπό σου, εσύ ολόκληρος; Πώς γίνεται; Πώς μένεις μόνος; Τι σημαίνει μόνος; Βγαίνεις από το σπίτι; Μπορείς και βγαίνεις; Πώς συγκρατείς τα δάκρυά σου στο δρόμο, στο μετρό, στο πάρκο, παντού; Δε θρηνείς; Δε φοβάσαι; Δε λυπάσαι; Πώς βλέπεις φίλους; Τους μιλάς; Πώς μπορείς και τους μιλάς; Τι τους λες; Πώς παραδέχεσαι την απώλεια; Την παραδέχεσαι; Τη συζητάς; Την προσπερνάς; Τι λες; Τι κάνεις; Αστεία; Μιλάς; Γελάς; Ξεφεύγεις; Πώς τους απομακρύνεις; Πώς το κάνεις; Πώς προδίδεις; Πώς σκληραίνεις; Πώς μπορείς και σου κρατάει;


Και μετά... Πώς προχωράς; Πού πας; Τι κάνεις; Πώς σε αντέχεις; Πώς κοιμάσαι; Κοιμάσαι; Πως ξυπνάς το πρωί; Θες να ξυπνάς το πρωί; Έχεις τη δύναμη να σηκωθείς από το κρεβάτι; Να ανοίξεις τις κουρτίνες; Κι αν ναι, πώς; Πώς; Ενώ δε λες καλημέρα στον άνθρωπό σου; Δεν τον ψάχνεις; Δεν τον αναζητάς στη μέρα σου στα πάντα, στη βόλτα σου, στις στιγμές σου, στα καλά σου, στα κακά σου; Πώς μπορείς κι επιβιώνεις; Πού βρίσκεις όλη αυτή τη δύναμη να σε πείσεις ότι όλα θα πάνε καλά; Τρώς; Πώς δέχεσαι να βάλεις μπουκιά στο στόμα σου; Έχεις όρεξη; Έχεις γεύση; Έχεις δύναμη να ανοίξεις το στόμα σου; Να σηκώσεις το πιρούνι ή το κουτάλι ή δεν ξέρω κι εγώ τι; Να φας μόνος, μπορείς; Να φας με άλλους; Να γελάς, μπορείς; Να λες αστεία; Συζητάς για τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο; Αντέχεις να βλέπεις τον κόσμο; Ερωτευμένους; Ζευγάρια; Περαστικούς; Πώς; Πώς μπορείς και λες θα βγω από το σπίτι και δε σου κόβονται τα πόδια που πια δεν έχεις τον άνθρωπό σου; Τι αξία μπορεί να έχει μια βόλτα, ένας περίπατος, μια μπίρα, ένας καφές; Μουσική ακούς; Πώς αντέχεις να ακούς; Υπάρχει τραγούδι να μη σου θυμίζει αυτόν που αγαπάς; Υπάρχει στίχος να μη μιλάει γι'αυτόν που αγαπάς; Υπάρχει μελωδία που μπορεί να σε κάνει να νιώσεις έστω και λίγο καλύτερα; Υπάρχει ήχος κάπου εκεί έξω που να μπορείς να τον ακούσεις και να μην πάθεις πανικό; Υπάρχει σημείο να κοιτάξεις και να μην τον δεις; Υπάρχει σκέψη που να κάνεις και να μην τον αφορά; Πώς; Πώς μπορείς να αναπνέεις κανονικά; Να στέκεσαι όρθιος με ευκολία; Δε σου θολώνουν όλα; Δε ζαλίζεσαι; Δε θυμώνεις που δεν έχεις το χέρι του να το κρατάς, να το σφίγγεις, να το φιλάς; Αν όχι, πώς; Πώς γίνεται να ξέρεις ότι θα ζήσεις άλλα τριάντα χρόνια, ή είκοσι, ή δέκα, ή ακόμη κι ένα μήνα, μια βδομάδα, μία μέρα και να μην κάνεις τα πάντα να είσαι μαζί με τον άνθρωπό σου; Πώς συνεχίζεις και ζεις και κάνεις πράγματα και λες αυτό είναι τώρα, αυτό θα έχω, και δεν κάνεις τίποτα για να το αλλάξεις, για να τον φέρεις πίσω; Πώς;