Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Υπ'αριθμόν κάτι και μερικά χαμένα τέταρτα.

"We can still save the peace"
Delawer Omar
https://www.youtube.com/watch?v=VFLF-gh4C2M

Κοίτα τα χρώματα.
Κοίτα πως μπλέκονται μεταξύ τους.
Δες το φως, τη σκιά.
Το βλέπεις το αίμα; το φονικό;
Βλέπεις την αγανάκτηση; 
Βλέπεις την ανάγκη της για ελευθερία;
Την ελπίδα αναποδογυρισμένη τη βλέπεις;

Δες την ένταση! 
Τη δύναμή της! 
Τον πόλεμο να της τα καταπίνει όλα!

Είναι σαν να βγάζει ήχους. 
Είναι σαν να ακούς τις κραυγές της που ξεμακραίνουν.
Είναι σαν μερικές σκόρπιες πιτσιλιές να μπορούν να σου λαβώσουν τα χέρια.

Τον νιώθεις πάνω σου το μανδύα που τη βαραίνει, είναι αλήθεια.
Τα χέρια της όμως, τα δάχτυλά της, είναι τόσο στιβαρά, τόσο αποφασισμένα. 
Κι αυτό που την κατασπαράζει το ξέρει και δεν προσπαθεί καν να τα αγγίξει.

Το πρόσωπό της κοιτά γερά ψηλά. 
Και προσμένει κι εκλιπαρεί και μαίνεται.


Ο λαιμός της κρεμιέται από το αναποδογυρισμένο περιστέρι, που μάλλον είναι πληγωμένο, μα δεν είναι. 
Που μάλλον παίρνει ύψος και ώθηση από τις κραυγές της. 
Και τα φτερά του είναι σαν να μη γίνεται να χάσουν ποτέ μα ποτέ την ομορφιά τους, ούτε την καθάρια όψη τους. 
Το περιστέρι αυτό, ακόμη κι έτσι, ανάποδα, είναι εκείνο που άθελά του τραβάει όχι μόνο το χαμένο σου βλέμμα, αλλά και όλη σου την προσοχή. Την ανθρωπιά σου ολάκερη. Με χίλιους τρόπους μπορεί και αλλοιώνει μέσα σε λίγα μόνο δευτερόλεπτα όλη την ηρεμία των ματιών σου, μα και της έκφρασής σου. 
Σε καθηλώνει, σε θλίβει, σε φορτώνει με ευθύνες και ενοχές και δάκρυα και αγάπη.

Δύο και δύο, τέσσερα.
Και δύο, έξι. Και δύο, οχτώ.
Και δύο, δέκα. Και δύο, δώδεκα.

Μέτρα ως το δώδεκα τρεις φορές και προσπάθησε να θυμηθείς τι σου'χει λείψει.
«Φτου και βγαίνω!»
Ανόητε, δεν το ξεκίνησες ποτέ το μέτρημα.

Έμαθα μια καινούρια λέξη τις προάλλες.
Την επόμενη μέρα την είχα ξεχάσει.
Την επόμενη μέρα βέβαια, θυμήθηκα να αδειάσω το τασάκι.
Αντί να το βάλω όμως ξανά στη θέση του, το ξέχασα πάνω στο νιπτήρα.

Διακόσια τόσα χρόνια πρέπει να περάσανε από τότε!
Ή διακόσια τόσα χρόνια πριν είναι το τώρα;
Σαν να έχω μπερδευτεί.

Και στο λέω και δε μ'ακούς.
Και στο λέω και δε με βλέπεις.
Και στο λέω και δε θες να τρέξουμε να σωθούμε.

Ο άνθρωπος σιχάθηκε να ουρλιάζει.
Σιχάθηκε να κοιτάζει τα αστέρια και να μην μπορεί να τα φτάσει.
Σιχάθηκε να κάθεται συνέχεια σ'εκείνη τη λευκή, σιδερένια καρέκλα στην αυλή, που'χει αυτά τα αναπαυτικά τα μαξιλαράκια με τις πράσινες και τις μπεζ και τις μπορντό τους ρίγες. 
Κι εκείνα τα ξύλινα δοκάρια που του κρύβουν τον ουρανό.
Σιχάθηκε να φορά μόνο εκείνο το άσπρο πουκάμισο, που'χει αυτόν τον απαίσιο καλοσιδερωμένο γιακά. 
Άπλωσα το χέρι μου να του χαλάσω την τσάκιση κι έβγαλε δόντια να με φάει. 
Έπειτα επέστρεψε στη ροζ σατέν κρεμάστρα του κι έβαλε το γιακά του να με κοιτάζει ειρωνικά. 
Ούτε να κλείσω την ντουλάπα είχα δύναμη, 
ούτε να απλώσω το χέρι να το κρύψω, 
ούτε να γυρίσω από την άλλη να μην το βλέπω.

Όλα τα σιχάθηκε ο άνθρωπος.
Είναι τόσα τα χρόνια που το γέλιο και η χαρά περάσανε σε δεύτερη μοίρα και που πλέον τα βιώνεις σαν μια καταναγκαστική μετριότητα. Που σχεδόν σου επιβάλλεται και σου επιβάλλεται και σου επιβάλλεται. Μόνο και μόνο για να'σαι σε θέση να πετάξεις τα όποια απομεινάρια ενοχών από πάνω σου όταν έρθει η ώρα.
Να πείσεις τον εαυτό σου πως εσύ προσπάθησες!
Βγαίνεις από το σπίτι κι αντί να σκορπάς εκείνα τα ξεχασμένα σου χαμόγελα, κοιτάς το τσιμέντο κάτω απ'τα πόδια σου. Νιώθεις τη σκληράδα του, ρουφάς λίγο γκρι παραπάνω, προσαρμόζεις τη θερμοκρασία σου στη δική του.
Βλέπεις τετράγωνα πλακάκια κι αντί να παίζεις κουτσό, κάνεις το βήμα σου να μοιάζει στο τετριμμένο, στο σύνηθες, στο αποδεκτό.
Σε κοιτάς σε τζάμια αυτοκινήτων και παρακαλάς να ανάψει πράσινο, να σηκωθεί να φύγει το αυτοκίνητο, να εξαφανιστείς από μπροστά σου. 
Ψιχαλίζει και συναντάς παντού συνωστισμό από πολύχρωμες ομπρέλες, η μία πιο ψηλά από την άλλη, να βολευτούν τα πλήθη. Να βολευτείς κι εσύ, μη σε βρει καμια σταγόνα και τρέξει η μάσκαρα στα μάτια σου και σου θυμίσεις εκείνον τον κλόουν από την παιδική σου ηλικία, ή ίσως εκείνον τον "παλιάτσο" της γειτονιάς σου.

«Τραγούδι λέω δυνατά ν'ακούσουν όλα τα παιδιά, ν'ακούσει η πολιτεία.
  Κι απ'το τραγούδι μου αυτό "παλιάτσοι" άλλοι εκατό να βγουν στην κοινωνία!»


Μη φοβάσαι.
Δεν έχει κραυγές εδώ, μάτια μου.
Ούτε πολέμους, ούτε αναποδογυρισμένα περιστέρια.

Και τώρα πες μου, τι ακούς;
«Ακούω παιδικές φωνές!»


Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

simple as that.


"Some days, you'll feel sad without knowing why.
 Like you lost something very precious but forgot what 
it was, or you miss someone you never met."
 -Unknown




Μα πότε ήταν η τελευταία φορά που σε είδα;
Έβρεχε;
Μακάρι να έβρεχε!
Τα γυαλιά σου τα φορούσες;
Νομίζω είχες κάτι κίτρινα.
Τα μαλλιά σου πώς ήταν τότε; Δε θυμάμαι.
Να'χεις ακόμη εκείνη την τεράστια ανάγκη να πας στο διάστημα;
Ποτέ σου δε φαντάστηκες πως το ήξερα, ε;



-Έλα να συζητήσουμε λίγο.
-Για τι πράγμα; Για φωτιές; Για τέχνη; Να στρίψω τσιγάρο;
-Για τα πάντα! Στρίψε, ναι. Και για'μένα ένα.
-Ξέρεις κάτι;
-Τι; 
-Το βλέπεις το νήμα;
-Ποιο; αυτό;
-Ναι αυτό. Θέλω να το κόψεις.
-Δεν μπορώ.
-Γιατί; 
-Γιατί δεν μπορώ.
-Ένα απλό νήμα είναι.
-Όχι. Είναι εκεί για να μπορεί να ψαρεύει αστέρια το φεγγάρι.

Είχα στερεώσει την πιο παλιά σου φωτογραφία στον καθρέφτη, κάτω δεξιά. 
Νομίζω είχε ένα γαλάζιο φόντο και φορούσες ένα άσπρο μπλουζάκι.
Κι είχα κι άλλη μία στο πορτοφόλι μου.
Μόνο που σ'αυτή φορούσες κάτι παλιόρουχα δικά μου.

-Θες παγωτό φράουλα;
-Θέλω μια μοβ κορδέλα και μια μικρούλα θύμηση.

-Θες μια πυξίδα;
-Θέλω!
-Αν ποτέ βρω καμία θα σου τη δώσω.
-Θέλω αυτά τα μαύρα παπούτσια τότε.
-Θέλεις στις έντεκα και δεκαεπτά να με πάρεις τηλέφωνο να μιλήσουμε;
-Θέλω!
-Θες να έρθει ο χειμώνας;
-Θέλω!
-Μα είσαι μακριά τους χειμώνες.
-Πιο κοντά από ποτέ είμαι.

-Δε σε θυμάμαι καθόλου.
-Είναι κι αυτό ένα συναίσθημα, σωστά; το να μη θυμάσαι.
-Ναι, είναι.

Γυρνάω από'δω κι από'κει και όλο στύβω το μυαλό μου, και όλο προσπαθώ να καταλάβω, κι όλο προσπαθώ να θυμηθώ. 
Μα βλέπω μόνο εικόνες με κάτι πολύχρωμα φουστάνια. Και κάτι ροζ κάλτσες.
Που μακάρι να μπορούσα να τραβήξω λίγο μια μικρή κλωστούλα τους και να τις ξηλώσω.

-Μου αρέσει να περπατάω τα μεσημέρια το χειμώνα.
-Μου αρέσει να ψάχνουμε οι δυο μας για περάσματα.
-Μου αρέσει που δε χρειάζεται πάντα να μιλάμε.
-Μου αρέσει που όταν κολλάω σε βιτρίνες με περιμένεις.
-Μου αρέσει που στις βιτρίνες βλέπεις ουράνια τόξα.
-Μου αρέσει που μόνο εσύ το ξέρεις κι αυτό.
-Μου αρέσει που μόνο εγώ το ξέρω κι αυτό.
-Πάμε;

-Είχες πολλά να πεις;
-'Οχι. 
-Ούτε εγώ είχα.
-Το ξέρω.

-Μπορείς να ρίξεις λίγο φως εδώ;
-Όχι.
-Λες και χρειάζεται...

Ακόμη κι αν έρθεις σήμερα ή αύριο ή ποτέ, εγώ θα το αντέξω.
Ξέρω, βαρέθηκες να μην τ'ακούς!

-Δεν μπορώ να καταλάβω!
-Μα σου εξήγησα!
-Πότε;
-Θυμάσαι που σ'έβγαλα με το ζόρι απ'το ταξί;
-Ναι.
-Θυμάσαι που τους ξύπνησα όλους;
-Θυμάμαι.

Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ γιατί έγιναν όλα όπως τα θέλανε οι άλλοι.
Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ πότε γνωριστήκαμε!
Έβρεχε; Μακάρι να έβρεχε! Γυαλιά φορούσες τότε;
Τα μαλλιά σου θυμάμαι πως ήταν. Χάλια.
Να'χες από τότε την ανάγκη να πας στο διάστημα;
Ούτε που φανταζόμουν πως θα μου τη δημιουργούσες κι εμένα αυτήν την ανάγκη.

Πότε ήταν τελικά που γνωριστήκαμε γαμώτο; 
Νομίζω δε σε είχα συμπαθήσει πολύ. Νομίζω ούτε εσύ.
Νομίζω δε "χωρίσαμε" ποτέ από τότε.

-Ωχ, το χάλασα.
-Κρίμα.
-Μα έχω φτιάξει τόσα άλλα!
-Το ξέρω.
-Λυπάμαι που το χάλασα.
-Κι αυτό το ξέρω.
-Πάμε να περπατήσουμε;
-Πάμε!

Έντεκα και δεκαεπτά.
Το ρολόι έχει δείξει έντεκα και δεκαεπτά τόσες πολλές φορές από τότε.
Κάπου στις έξι χιλιάδες, τριακόσιες ογδόντα έξι φορές.
Μάντεψε πόσες φορές χτύπησε το τηλέφωνο.
Έντεκα και δεκαεπτά το πήρα απόφαση πως η ταπετσαρία στους τοίχους ήταν απαίσια.
Είχες μια χαζή πορτοκαλί φούστα. Κι ένα χαζό πορτοκαλί κραγιόν.
Την πέταξα την ταπετσαρία.
Οι τοίχοι είναι έκτοτε πορτοκαλί.

"A love like that was a serious illness, 
an illness from which you never entirely recover!"
-Charles Bukowski