"Some days, you'll feel sad without knowing why.
Like you lost something very precious but forgot what
it was, or you miss someone you never met."
-Unknown
Μα πότε ήταν η τελευταία φορά που σε είδα;
Έβρεχε;
Μακάρι να έβρεχε!
Τα γυαλιά σου τα φορούσες;
Νομίζω είχες κάτι κίτρινα.
Τα μαλλιά σου πώς ήταν τότε; Δε θυμάμαι.
Να'χεις ακόμη εκείνη την τεράστια ανάγκη να πας στο διάστημα;
Ποτέ σου δε φαντάστηκες πως το ήξερα, ε;
-Έλα να συζητήσουμε λίγο.
-Για τι πράγμα; Για φωτιές; Για τέχνη; Να στρίψω τσιγάρο;
-Για τα πάντα! Στρίψε, ναι. Και για'μένα ένα.
-Ξέρεις κάτι;
-Τι;
-Το βλέπεις το νήμα;
-Ποιο; αυτό;
-Ναι αυτό. Θέλω να το κόψεις.
-Δεν μπορώ.
-Γιατί;
-Γιατί δεν μπορώ.
-Ένα απλό νήμα είναι.
-Όχι. Είναι εκεί για να μπορεί να ψαρεύει αστέρια το φεγγάρι.
Είχα στερεώσει την πιο παλιά σου φωτογραφία στον καθρέφτη, κάτω δεξιά.
Νομίζω είχε ένα γαλάζιο φόντο και φορούσες ένα άσπρο μπλουζάκι.
Κι είχα κι άλλη μία στο πορτοφόλι μου.
Μόνο που σ'αυτή φορούσες κάτι παλιόρουχα δικά μου.
-Θες παγωτό φράουλα;
-Θέλω μια μοβ κορδέλα και μια μικρούλα θύμηση.
-Θες μια πυξίδα;
-Θέλω!
-Αν ποτέ βρω καμία θα σου τη δώσω.
-Θέλω αυτά τα μαύρα παπούτσια τότε.
-Θέλεις στις έντεκα και δεκαεπτά να με πάρεις τηλέφωνο να μιλήσουμε;
-Θέλω!
-Θες να έρθει ο χειμώνας;
-Θέλω!
-Μα είσαι μακριά τους χειμώνες.
-Πιο κοντά από ποτέ είμαι.
-Είναι κι αυτό ένα συναίσθημα, σωστά; το να μη θυμάσαι.
-Ναι, είναι.
Γυρνάω από'δω κι από'κει και όλο στύβω το μυαλό μου, και όλο προσπαθώ να καταλάβω, κι όλο προσπαθώ να θυμηθώ.
Μα βλέπω μόνο εικόνες με κάτι πολύχρωμα φουστάνια. Και κάτι ροζ κάλτσες.
Που μακάρι να μπορούσα να τραβήξω λίγο μια μικρή κλωστούλα τους και να τις ξηλώσω.
-Μου αρέσει να περπατάω τα μεσημέρια το χειμώνα.
-Μου αρέσει να ψάχνουμε οι δυο μας για περάσματα.
-Μου αρέσει που δε χρειάζεται πάντα να μιλάμε.
-Μου αρέσει που όταν κολλάω σε βιτρίνες με περιμένεις.
-Μου αρέσει που στις βιτρίνες βλέπεις ουράνια τόξα.
-Μου αρέσει που μόνο εσύ το ξέρεις κι αυτό.
-Μου αρέσει που μόνο εγώ το ξέρω κι αυτό.
-Πάμε;
-Είχες πολλά να πεις;
-'Οχι.
-Ούτε εγώ είχα.
-Το ξέρω.
-Μπορείς να ρίξεις λίγο φως εδώ;
-Όχι.
-Λες και χρειάζεται...
Ακόμη κι αν έρθεις σήμερα ή αύριο ή ποτέ, εγώ θα το αντέξω.
Ξέρω, βαρέθηκες να μην τ'ακούς!
-Δεν μπορώ να καταλάβω!
-Μα σου εξήγησα!
-Πότε;
-Θυμάσαι που σ'έβγαλα με το ζόρι απ'το ταξί;
-Ναι.
-Θυμάσαι που τους ξύπνησα όλους;
-Θυμάμαι.
Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ γιατί έγιναν όλα όπως τα θέλανε οι άλλοι.
Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ πότε γνωριστήκαμε!
Έβρεχε; Μακάρι να έβρεχε! Γυαλιά φορούσες τότε;Τα μαλλιά σου θυμάμαι πως ήταν. Χάλια.
Να'χες από τότε την ανάγκη να πας στο διάστημα;
Ούτε που φανταζόμουν πως θα μου τη δημιουργούσες κι εμένα αυτήν την ανάγκη.
Πότε ήταν τελικά που γνωριστήκαμε γαμώτο;
Νομίζω δε σε είχα συμπαθήσει πολύ. Νομίζω ούτε εσύ.
Νομίζω δε "χωρίσαμε" ποτέ από τότε.
-Ωχ, το χάλασα.
-Κρίμα.
-Μα έχω φτιάξει τόσα άλλα!
-Το ξέρω.
-Λυπάμαι που το χάλασα.
-Κι αυτό το ξέρω.
-Πάμε να περπατήσουμε;
-Πάμε!
Έντεκα και δεκαεπτά.
Το ρολόι έχει δείξει έντεκα και δεκαεπτά τόσες πολλές φορές από τότε.
Κάπου στις έξι χιλιάδες, τριακόσιες ογδόντα έξι φορές.
Μάντεψε πόσες φορές χτύπησε το τηλέφωνο.
Έντεκα και δεκαεπτά το πήρα απόφαση πως η ταπετσαρία στους τοίχους ήταν απαίσια.
Είχες μια χαζή πορτοκαλί φούστα. Κι ένα χαζό πορτοκαλί κραγιόν.
Την πέταξα την ταπετσαρία.
Οι τοίχοι είναι έκτοτε πορτοκαλί.
"A love like that was a serious illness,
an illness from which you never entirely recover!"
-Charles Bukowski
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου