Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Λίβινγκ γιορ λάι. Δόξα σοι.

Δοξασμένη όλη εκείνη η ανωτερότητα του πλήθους που κάνει πως δε βλέπει, που σωπαίνει γιατί δε βρίσκει λόγο να ακουστεί, που κλείνει μάτια και αφτιά στο άδικο, και που στενάζει μόνο άψυχα μπρος στο μεγαλείο της καταστροφής. Δοξασμένες όλες εκείνες οι φωτογραφίες που μένουν να απεικονίζουν νεκρά παιδιά, ανθρώπους να θαλασσοπνίγονται, πρόσωπα γεμάτα τρόμο, δυστυχία, πολέμους. Δοξασμένοι όλοι εκείνοι που χαράμισαν δευτερόλεπτα ζωής και θανάτου να φτιάχνουν τέχνη με το θάνατο περιφρονώντας τη ζωή, όλοι εκείνοι που μείναν ψύχραιμοι κρατώντας μια φωτογραφική μηχανή ενώ μπρος στα μάτια τους κόσμοι γκρεμίζονταν, ζωές χανόντουσαν. Δοξασμένοι που παρέμειναν θεατές και έρμαια ενός γαμημένου κλικ, μιας κουτής απομνημόνευσης χαμού ανθρώπων, λες κι αυτή η σιχαμένη εικόνα ήταν σημαντικότερη του παιδιού που "παγίδευε" ο φακός, λες και το θέμα είναι να το θυμάσαι, όχι να το σώσεις. Δοξασμένες όλες αυτές οι σιχαμένες στιγμές που άνθρωποι πλήρωσαν με τη ζωή τους τη δική μας ανέχεια, τη δική μας σκατοψυχιά. Δοξασμένοι όσοι έτρεξαν και ζήτησαν εύσημα, όσοι δεν έτρεξαν μα έδωσαν εύσημα. Δοξασμένοι! Δοξασμένη όλη εκείνη η λύπη και η απόγνωση που συνηθίσαμε να βλέπουμε, που συμβιβαστήκαμε να ζούμε ανάμεσά της. Κι όλη εκείνη η "χαρά" που για να καλύψει την ασχήμια μας, δημοσιοποιήθηκε χωρίς αναστολές, χωρίς αιδώ. Που μεταφράστηκε σε τρεντς της εποχής. Που είναι βαθιά νεκρή και σάπια, μα παίρνει ζωή μέσα από ιντερνετικούς χώρους, μέσα από σέρβερς και μπάιτς, μέσα από μάσκες, οθόνες και κουμπιά. Δοξασμένη κάθε ψόφια σέλφι, κάθε στημένη φωτογραφία, κάθε χαρά μοιρασμένη στους δεκάδες, εκατοντάδες μιούτουαλς.

Δοξασμένη όλη εκείνη η αγάπη που δεν ξεπέρασε εαυτούς και λάθη, απωθημένα και ανασφάλειες, εκρήξεις και εμπόδια. Δοξασμένοι όλοι εκείνοι οι ωραίοι, οι επίμονοι, οι αιώνιοι εραστές με τη ζωή, οι αιώνια πιστοί, που δεν τους δόθηκε σημασία, χρόνος. Ας πιούμε στην υγειά τους! Δοξασμένες οι κουβέντες που μας φάγαν ώρες, μέρες, που έγιναν μπας κι αλλάξει κάτι σε αυτόν τον κόσμο. Δοξασμένο το ψεύτικο ενδιαφέρον, οι τρόποι, οι υποχρεώσεις, τα σωστά, τα λογικά, η υποκρισία, η τάχα μου δήθεν αγάπη. Δοξασμένα τα λόγια που ειπώθηκαν απλά για να ειπωθούν, οι αιτίες που υπήρξαν απλά για να υπάρξουν, οι ματιές που κρύφτηκαν από ντροπή, τα γελάκια που δεν κρατήθηκαν από έλλειψη τακτ. Δοξασμένη η αμφισβήτηση, δοξασμένη και η πίστη! Δοξασμένα τα σύννεφα που σε κουβάλησαν για μήνες και για χρόνια. Δοξασμένο το ροζ τους, δοξασμένη η πλάνη τους! 

Δοξασμένα τα δικαστήρια που στήνουν άνθρωποι για ανθρώπους, δοξασμένη χειραγώγηση, δοξασμένοι ένορκοι που λαδώθηκαν κάτω από το τραπέζι με μια χούφτα αέρα και κάναν τη δουλειά τους όμορφα κι ωραία. Δοξασμένα στησίματα στον τοίχο, ξεμπροστιάσματα, φορτώματα... κι άλλων κι άλλων κι άλλων. Δοξασμένο το γονάτισμα, το σύρσιμο, δοξασμένη η παράκληση για οίκτο. Δοξασμένη η υπερανάλυση, η ανάγκη για κατανόηση, για μια καλή κουβέντα. Δοξασμένα πισώπλατα χτυπήματα, δοξασμένη προσπάθεια να λυγίσουν όλοι κι εμείς να στεκόμαστε όρθιοι. Δοξασμένα γράμματα, σεντόνια, όνειρα. Δοξασμένος κι εσύ που σπαρταράς και δεν ανοίγεις τα μάτια να δεις που κολυμπάς μέσα στα ψέματα και πόσα χέρια υπάρχουν να σε τραβάνε στον πάτο. Δοξασμένοι διωγμοί, δοξασμένες μοναξιές, δοξασμένα αντίο. Δοξασμένοι όσοι μαθαίνουν με τον πιο σκληρό τρόπο να ζουν χωρίς να τους αγαπούν, δοξασμένοι όσοι έμειναν, δοξασμένοι όσοι έφυγαν, δοξασμένοι όσοι πίστεψαν, δοξασμένοι όσοι δεν πίστεψαν. Δοξασμένα όλα τα ψέματα, δοξασμένοι όσοι δεν ντράπηκαν να τα πουν, όσοι δεν ντράπηκαν να παίξουν με τη ζωή σου, τη ζωή μου. Δοξασμένο καλοκαίρι, δοξασμένα όλα τα άσχημα νέα, όλα τα ξεσπάσματα, όλες οι αποκαλύψεις. Δοξασμένα κομμάτια του παρελθόντος που δεν υπάρχουν στο παρών και στο μέλλον, δοξασμένες αναμνήσεις που δεν ξέρεις την στόφα τους, την αξία τους, τη χροιά τους. Δοξασμένα τα χρόνια που περνούν και φέρνουν τόσα και δε ρωτάνε, αντέχεις; Δοξασμένα όσα έρχονται, όσα μένουν, όσα παλεύουν με νύχια και με δόντια για να μείνουν. Δοξασμένα όσα έφυγαν αποφασισμένα να μην ξαναγυρίσουν και δε δίστασαν στιγμή, όσα κοίταξαν το καλό τους, τη βολή τους. Δοξασμένοι όλοι οι ασήμαντοι, όλοι οι παραγκωνισμένοι, όλοι οι φοβισμένοι. Δοξασμένες οι καρδιές που άπαξ και κλείσουν δεν ανοίγουν. Δοξασμένες όλες οι πληγές που τις γέμισαν με αλάτι, όλα τα σημάδια που ξεχάστηκαν, όλα τα βράδια που πήγαν χαμένα περιμένοντας όσα δεν ήρθαν ποτέ.

Δοξασμένα να κλείνεις το στόμα, να μη φορτώνεις με αλήθειες αυτόν που σε φόρτωσε ψέματα, δοξασμένα να εξαφανίζεσαι, δοξασμένα να συνεχίζεις να ζεις και δοξασμένα να μην προσάπτεις τίποτα πουθενά. Δοξασμένα ξέχνα τις ευθύνες, ξέχνα το πόσο κάποιοι τσάκισαν και τσακίστηκαν, δοξασμένα βοήθα τους να συνεχίσουν. Δοξασμένα μη σπαταλάς άλλη ενέργεια σε τελειωμένες καταστάσεις, σε ανθρώπους που πήραν ζωές στα χέρια τους και τις πέρασαν για μαριονέτες. Δοξασμένα άσε την αυλαία να πέσει κι εσύ σήκω φύγε. Δοξασμένα αρνήσου το χειροκρότημα και την αποκάλυψη του ποιος ήταν τελικά ο δολοφόνος. Δοξασμένα αγάπα το θεατράκι τους και μάθε να διακρίνεις το ταλέντο από την αλήθεια τους. Δοξασμένα περπάτα με το κεφάλι σου ψηλά και απομακρύνσου αργά μα σταθερά από το θίασο. Δεν έχεις θέση εκεί.

Δοξασμένα και ήσυχα άσε τους ουρανούς και βρες τη θέση σου στη γη. Βάλε ένα κόκκινο σταυρό σε όλες τις πόρτες που έκλεισαν και δεν ξανάνοιξαν, κι άλλαξε γειτονιά! Χωρίς φωνές, χωρίς δηλώσεις, χωρίς ανοιχτούς λογαριασμούς. Δοξασμένα και ήσυχα φτιάξε εσένα και μην αφήνεις κανένα να σε χαλάσει. Δοξασμένα και σιωπηλά χτίσε τα κάστρα σου σε στέρεο έδαφος και κάψε όλες τις γέφυρες που οδηγούν σε εσένα. Δοξασμένα ελευθέρωσε τα χέρια, το μυαλό και την ψυχή σου. Τη σκέψη, το φιλί και την καρδιά σου. Δοξασμένα ποδοπατήσου γιατί πίστεψες, γιατί αγάπησες, γιατί τυφλώθηκες, γιατί αφέθηκες. Δοξασμένα αυτομαστιγώσου, δοξασμένα υπερασπίσου όσα έδωσες, δοξασμένα δες ποιος είσαι και που έφτασες. Δοξασμένα να έχεις να θυμάσαι ποιος ήσουν χθες, ποιος είσαι σήμερα, και δοξασμένα παραδέξου πως ακόμα κι αν λίγο άλλαξες, κι αν λίγο χάθηκες, ποτέ δεν πρόδωσες, ποτέ δεν εγκατέλειψες. Δοξασμένα ερωτεύτηκες και δοξασμένα να ξαναερωτευτείς. Δοξασμένα υπονομεύτηκες και δοξασμένα μην το επιτρέψεις ξανά. Δοξασμένα στείλ'τους όλους στο διάολο και μη γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω ποτέ. 

Δοξασμένα μη σπαταλάς τη ζωή σου. Δοξασμένα παραιτήσου απ'ότι σε κρατούσε δέσμιο για χρόνια κι από ότι δεν άξιζε το χρόνο σου, από ότι δεν ήθελε το χρόνο σου! Δοξασμένα θαύμασε εσένα που είσαι ακόμα ζωντανός και που ακόμα και στα χειρότερά σου, δεν έπαψες στιγμή να αγαπάς και να δίνεις απλόχερα όσα έχεις. Δοξασμένα αγάπησέ σε ξανά απ'την αρχή και φρόντισε αυτή τη φορά να το κάνεις σωστά! Δοξασμένα να τιμάς το μυαλό και τον χαρακτήρα σου, δοξασμένα να μην ξεπουλιέσαι και να μη χαραμίζεσαι. Δοξασμένα να σε νοιάζει που κατρακυλάμε στο βούρκο. Δοξασμένα να σε ορίζει η ανθρωπιά σου, να μη σε αφήνει ατάραχη η κακία των ανθρώπων. Να προσέχεις τους φίλους σου δοξασμένα, τους ανθρώπους σου, την οικογένειά σου. Δοξασμένα να τους δίνεις τα πάντα, να είσαι στήριγμα. Δοξασμένα να μοιράζεις τα συγνώμη σου απλόχερα όταν πρέπει και δοξασμένα να απαιτείς την προσοχή όταν βουλιάζεις. Δοξασμένα να'σαι φως και σκοτάδι, χώμα και αίμα, αέρας, πνοή. Δοξασμένα να'σαι εκεί σε όλα τα "σ'αγαπώ" τους και σε όλα τα "θέλω" τους. 

Δοξασμένα τώρα χαμογέλα και προχώρα και μην περιμένεις κανέναν και τίποτα να δοξάσει εσένα.

Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Για όσο...

Να'τη η ώρα και η στιγμή που έλεγες δε θα έρθει και ήρθε.
Η ώρα που μερικά χαμογελαστά πρόσωπα σε τραβάνε από το χέρι, σε παίρνουν μαζί τους και φωνάζουν δυνατά μες στο αφτί σου πως είσαι ακόμα παιδί.
Γιατί είσαι. Και ξέρω, μάλλον δεν πρόλαβες να το χαρείς, μάλλον δεν πρόλαβες να το εκμεταλλευτείς όσο του έπρεπε.
Η ζωή έτρεχε πιο γρήγορα από'σένα και παράταγε στο διάβα της εμπόδια και λακούβες.
Να δυσκολευτείς, να ζοριστείς.
Και ξέρω, σκόνταψες και κουλουριάστηκες, και συνήθισες να ζεις σαν σε αγώνα δρόμου, με κόσμο να φωνάζει κι εσύ να προσπαθείς να απομονώσεις τις φωνές τους.
Κι άκουγες συνέχεια αυτή τη γλυκιά μελωδία και γύρω σου το χάος. Συνήθισες στο κλάμα, στα άσχημα νέα.
Το έργο σου πάντα εκτελεστικό και ριζοσπαστικό.
Γεμάτη ατέλειες, μα πάντα όλα τα έφτανες μέχρι το τέλος τους. Όλα τα πάλευες. Όλα τα είχες για πολύτιμα κι αναγκαία. Δε μιζέριασες ποτέ που δε σε άφηναν σε ησυχία, δεν είπες "γιατί σε εμένα;".
Γιατί έτσι.

Για να μπορείς τώρα να είσαι αυτό που είσαι. Γεμάτη καλοκρυμμένα σημάδια και καμία μισοτελειωμένη δουλειά στο ιστορικό σου. Γεμάτη εικόνες που σου δίναν σχήμα για χρόνια, λίγο-λίγο και τις υπέμεινες καρτερικά. Τους πήρες ότι καλό μπορούσες να στραγγίξεις κι αντί να σε μαστιγώσουν, τις ξεφτίλισες. Τις έπιασες από τα κέρατα και τις έστειλες στο διάολο.

"Εγώ θα με καταστρέψω όταν θα θέλω, όχι εσείς.
 Εσείς απλά θα συμβαίνεται, κι εγώ απλά θα σας αντιμετωπίζω.
 Όσο και να βαράτε, άντε να με πονέσετε, άντε να κλάψω, άντε να θυμώσω.
 Ξανά κομμάτι δικό μου θα σας κάνω, ξανά θα σας απομυθοποιήσω και ξανά θα κολυμπήσω."

Αυτό ήταν όλο.
Αυτές απλά συμβαίνουν κι εσύ απλά τις παίρνεις όλες για φυσιολογικές κι ίσως για λιγάκι χρήσιμες.

Παιδί είσαι ακόμα. Κι όσα δεν τα βίωσες όταν έπρεπε μην τα φοβάσαι πού'ρχονται, μην τα αγνοείς.
Πήγαινε ζήσ'τα.
Και κυλήσου σε δρόμους καινούργιους και χόρτασε με όλη αυτή τη νέα πληροφορία.
Χαμογέλα κι εσύ τώρα χωρίς κάτι να σε αγκυλώνει. Χωρίς να μετράς τα χιλιοστά και το πόση χαρά θα προσθέσεις στο γέλιο σου, για να βάλεις όρια στον εαυτό σου, μην καλομάθει ξαφνικά κι έχουμε άλλα.

"Ξυπνάω κι αγοράζω λουλούδια και δεν αλλάζω το νερό επίτηδες, να έρθει η επόμενη μέρα και να πρέπει να πάρω καινούρια. Με άλλα χρώματα, άλλα σχήματα, άλλες μυρωδιές.
Περπατάω και παρατηρώ τα πάντα και μου κάνουν εντύπωση τόσα που ποτέ δεν πρόσεχα.
Και χαμογελάω σε αγνώστους, και μοιράζω πειράγματα σε μικροσκοπικά πλασματάκια, και πάω σε μέρη που ποτέ δε μου κέντρισαν το ενδιαφέρον, μόνο και μόνο για να δω αν είχα δίκιο που τα απέρριψα χωρίς να τους δώσω μια ευκαιρία. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων, δε φοβάμαι να υπάρξω σαν κάτι άλλο, να φλερτάρω με εικόνες, μονοπάτια, με φραγμούς.
Να κάνω τρέλες βρε αδερφέ. Σαν παιδί που μαθαίνει να περπατάει... με την όπισθεν, και το απολαμβάνει."

Μια τρελή που γούσταρε να σημαδέψει το κορμί της με ότι πιο παράταιρο, αταίριαστο, όχι και τόσο όμορφο, όχι και τόσο εύκολο. Σημάδια που δε θα κουραστεί να κουβαλάει και που ποτέ δε θα πιάσει τον εαυτό της να τα χαζοκοιτάει.
Μια ανόητη που τώρα ξαφνικά κατάλαβε πως ποτέ δε θα μπορέσει να γίνει η σεξοβόμβα της διπλανής πόρτας, η αγενής, η αδιάφορη, η περαστική. Η κακοπροαίρετη, η προβλέψιμη.
Ποτέ δε θα μπορέσει να βάλει στοπ στον τρόπο που αυθόρμητα δρα ή αντιδρά, κοιτάζει ή δεν κοιτάζει. Δε γεννήθηκε για να μοιάσει, γεννήθηκε για να χορτάσει.
Δε γεννήθηκε για να ξεχωρίσει, ούτε για να γίνει η εξαίρεση κάποιου κανόνα.
Γεννήθηκε για να βλέπει κύκλους που δεν μπορούνε να γίνουνε τετράγωνα.
Γεννήθηκε για να είναι κύκλος και να μη θέλει να γίνει τετράγωνο.
Γεννήθηκε για να είναι συλλέκτης όλων των καλών κι όλων των άσχημων στιγμών που τη βρήκαν και τις άφησαν μνήμες που μια ζωή θα της δημιουργούν κόμπους και σφίξιμο στο στομάχι, τρέμουλο στα χείλη, ιδρώτα στα χέρια, βούρκωμα στα μάτια.
Γεννήθηκε για να χάνεται σε κόσμους γεμάτους γραμμές και τόξα, σχήματα και ασυναρτησία.
Γεννήθηκε κι αγαπήθηκε τόσο κι αν το ξεχνάει καμιά φορά λυπάται.
Γεννήθηκε ενοχική και δεν πειράζει που όλα δεν της περνάνε εύκολα.
Γεννήθηκε για να μη φοβάται να κάνει λάθη, να μη φοβάται να αποδείξει στους άλλους πως είχαν δίκιο.
Γεννήθηκε για να είναι το "για όσο" ανθρώπων, κι όχι το "για πάντα".
Γιατί όπως είχε πει και μια πολύ σημαντική...
«το δικό μου "για όσο" κρατάει περισσότερο από το δικό σας "για πάντα"!»

Και τώρα που το σκέφτομαι, αυτοί ναι, μάλιστα, είναι λόγοι για να γεννηθεί κανείς.