Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

ΦΤΑΝΕΙ!




  «Αν μπορούσα να σου εξηγήσω μικροσκοπικό μου πλασματάκι πόσο σημαντική είναι η ύπαρξή σου μάλλον δε θα καταλάβαινες. Μάλλον δε θα τρόμαζες όσο τρομάζω εγώ τελευταία που συνειδητοποιώ πόση σημασία ΔΕ σου δόθηκε. Μάλλον η καρδιά σου δε θα χτυπούσε δυνατά για το κακό που σου κάνουν τόσα χρόνια ή για την αδιαφορία που σου δείχνουν ή για τον τρόπο που αγνοούν τη ζωή σου και τις ανάγκες σου. Είναι σκληρό να σε κοιτάζω και να βλέπω τη σπιρτάδα στο βλέμμα σου, τη δίψα σου για επικοινωνία, την ασυγκράτητή σου νοημοσύνη να ξεδιπλώνεται αβίαστα μπροστά μου. Κι εγώ απλά να σε ονειρεύομαι με ένα βιβλίο στο χέρι να αποδεικνύεις σε όλους εκείνους που σε αμελήσανε, πως η αξία σου δεν μπορεί να καταπατείται, δεν μπορεί να οριοθετείται. Αφού είναι εκεί, βγάζει τα μάτια περαστικών που τους χάρισες ένα χαμόγελο, ένα τραγούδι, ένα άγγιγμα, μία ματιά. Ξέρω, σε μάθανε να τα χαρίζεις, σε εκπαιδεύσανε. Αυτό που δε σε μάθανε όμως είναι πώς να διαχειρίζεσαι κρύα και αποστασιοποιημένα μια ουσιαστική τους ανταπόδοση. Ναι, ξέρεις να αρπάξεις τα λίγα που σου προσφέρουν με χαρά. Μα αφού τα πάρεις, οι στόχοι τους τελειώνουν. Κι αρχίζει η ζωή σου, κι αρχίζει η αλήθεια σου.»

  «Πώς μπορούν να σας μαντρώνουν σε σχολεία που δε θα σας δώσουν ποτέ φτερά για να πετάξετε, ποτέ ερεθίσματα να τους ακούσετε, να τους προσέξετε, να εξελιχθείτε. Πώς γίνεται να έχουν βαλθεί να σου ποτίσουν το μυαλό με στείρα γνώση; Κι ενώ εσύ τους απομακρύνεις, κι ενώ εσύ τους απομυθοποιείς, αυτοί στήνουν χορούς στο τέλος κάθε χρονιάς για να γιορτάσεις το χαμένο σου καιρό. Πώς γίνεται να βάζουν κάγκελα στα παράθυρα δίπλα σου και να πρέπει να βλέπεις τον ουρανό, το γαλάζιο του, χωρισμένο σε κομμάτια; Πώς γίνεται οι κουρτίνες τους να είναι σκούρες και βαριές και να σου κρύβουνε το φως του ήλιου; Πώς γίνεται να μη θέλουν να σε εμπνεύσουν; Να σε δραστηριοποιήσουν; Πώς γίνεται να μη θέλουν να σου κρατήσουν το χέρι και να σου εξηγήσουν όλα εκείνα για τα οποία είσαι ικανός και για τα οποία μπορείς να προσπαθήσεις;»

  «Πώς γίνεται να μεγαλώνεις λίγο και να σε ακούν να μιλάς για έννοιες που ακόμα ίσως να μην μπορείς να τις συλλάβεις κι αντί να σου εξηγήσουν, αντί να προσπαθήσουν να πιάσουν τον παλμό σου, σε περιπαίζουν σε ξεπλένικα πάνελ εκπομπών της τηλεόρασης. Πού το βρίσκουν τόσο θράσος; Που δεν έκαναν ποτέ τίποτα για 'σένα, που δεν τους ένοιαξε ποτέ αν το μυαλό σου βυθίζεται, στενεύει, αδρανοποιείται. Που στόχευσαν σε αυτό.»

  «Που χαρακτηρίζουν τη γενιά σου και τον αγώνα σου και τις ιδέες σου και τη ζωή σου και τους ομοίους σου, πλέμπα. Ποιος και γιατί και με ποιο δικαίωμα βγαίνει και χαρακτηρίζει και επικρίνει και εκφράζεται με τέτοιους τρόπους για νέους και ωραίους και ονειροπόλους και επαναστάτες και φωνακλάδες κι ανένταχτους και κουρασμένους και ακούραστους και αηδιασμένους και απορημένους και μουδιασμένους κι απογοητευμένους και χαμένους και αποπροσανατολισμένους και λεφτάδες και μίρλες και λογάδες και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. ΠΟΙΟΣ; Ποιος είναι τόσο ικανός και αρμόδιος να βγει και να σταυρώσει όλα όσα δεν μπορεί να αγγίξει; Όλα όσα μακάρι μια μέρα να τον άγγιζαν αυτά και να τον άφηναν βουβό ή λοβοτομημένο.»

 «Πόσοι αστείοι, ανίδεοι βγαίνουν με κόλπα και τεχνάσματα και ανούσιες επικλήσεις στο παρελθόν και σε κατασκευασμένα γεγονότα (τέτοια ώστε να εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα σαφώς) και δημιουργούν μίσος και ίντριγκα εκεί που δεν υπάρχει. Και κόντρες και μέτωπα και καπήλευση γνώσης και νοημοσύνης και δεξιοτήτων που κατά βάση τους είναι πράγματα άγνωστα. Ποιον να εμπνεύσεις; Ποιον να πείσεις; Τα τσιράκια σου; Πάρ'τα και κάν'τα σαν τα μούτρα σου. Αφού δεν βρέθηκε ένας να τους χτίσει χαρακτήρα ακλόνητο και βουτηγμένο στη λογική και την ανθρωπιά, πάρ' τους και πλάσ' τους όπως τους θες. Σαπιοχαρακτήρες, να σου χαϊδεύουν τα αφτιά και να επαναλαμβάνουν μετά από 'σένα.
Ζ'ΗΤΩ Η ΑΝΆΠΤΥΞΙΣ! ΖΉΤΩ ΟΙ ΣΚΕΥΩΡΊΕΣ!
ΖΉΤΩ ΤΑ ΠΑΣΌΚ ΚΑΙ ΟΙ ΝΈΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΕΣ!»

  «Μικρό μου πλασματάκι, αυτοί θα προσπαθήσουν πολύ, μα εσύ φρόντισε αυτό εδώ το απερίσκεπτο χαμόγελο να μη σου το στερήσουν ποτέ. Αυθεντικότητα και αυθορμητισμός σαν το δικό σου είναι χαρακτηριστικά που αλλάζουν κόσμους, κοινωνίες, φέρνουν τα πάνω-κάτω και τα κάτω-πάνω. Χαμογέλα συχνά, μίλα, τραγούδα, κάνε ερωτήσεις, τρέξε από 'δω κι από 'κει και "κλέψε" ματιές και στιγμές και την προσοχή των ανθρώπων. Μπας και μπορέσουν μια μέρα και δουν κι αυτοί την ελπίδα που 'ναι όλη πάνω σου και τη μαγεία σου που θα κινήσει γη και ουρανούς να φανεί μια μέρα και να φωνάξει δυνατά μέσα στα κεφάλια τους "ΦΤΑΝΕΙ!" »


Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Τα μάτια σου, τα χείλη σου και τ' ανοιγμένα χέρια σου...!


Για δες εδώ...
Αχ, παιδί μου.
Καλοσύνη. Καλοσύνη παιδί μου. Κι αγάπη.
Αγάπη που σου τα τσακίζει τα κόκαλα, στα κάνει να σπαρταράνε τα κορμιά. 
Αγάπη που σου παίρνει και τον ύπνο άμα λάχει -μια και καλή.
Ποιος να το περίμενε; Ποιος να το φανταζότανε;
Καλοσύνη παιδί μου. Καλοσύνη.
Καλοσύνη στην ψυχή τ'ανθρώπου...!

Κι ένα ζευγάρι μάτια.
Μάτια να μπορούνε να σε πνίγουνε μ' αυτό το ζεστό, τ' ατόφιο κοίταμά τους.
Μάτια να λαμπυρίζουνε, μάτια να σε λησμονάνε,
μάτια να σε κοιτάνε όλη την ώρα με την ίδια λατρεία. 
Να σε κοιτάνε επίμονα γιατί φοβούνται μην έρθει η ώρα και σε ξεχάσουνε παιδί μου.
Μην έρθει η ώρα και δε θυμώνται το σχήμα του προσώπου σου, το χρώμα των σκιών του.
Τί γλύκα και τί θάρρος!
Και να σου χαμογελάν πλατιά-πλατιά αυτά τα μάτια.
Να μη σε λυπώνται. 
Να μη σ' αλλάζουνε.
Να σκοτεινιάζεις εσύ, κι αυτά να μη χαμηλώνουνε. 
Να τη ρουφάνε τη μαυρίλα σου, να την αντέχουνε.
Να την αγαπάνε κι αυτήνανε γιατί είναι κομμάτι της ψυχούλας σου.

Παρακάλα να τα συναντήσεις τέτοια μάτια παιδί μου!

Κι ένα ζευγάρι χείλια.
Που να σε πλησιάζουν κάθε ώρα. 
Να σε ψάχνουνε και να σε βρίσκουνε και να μη σε χορταίνουν.
Να θένε να σε γεμίζουν χάδια, και κοκκινάδια.
Χείλια να σου φιλούν τα χέρια τις πιο δύσκολές σου τις ώρες.
Χείλια να στάζουν μέλι για την αφεντιά σου ακόμη κι άμα δεν πρέπει.

Και τέλος, ένα ζευγάρι χέρια.
Δυο χέρια να μην αποτραβιούνται από πάνω σου, να μη σε συνηθάνε.
Και να τα συνηθάς εσύ.
Και να μην κάνεις δίχως δαύτα.
Και να 'ναι κρύα, και να σε κρατάνε και να σε ζεσταίνουν.

Ρε την καλοσύνη τους ανάθεμα...
Δυο μάτια, δύο χείλια, δυο χέρια.
Να τα κρατούσα τα ίδια τ' απαράλλαχτα για κάθε επόμενη ζωή.

Οι άνθρωποι την αλήθεια τους παιδί μου 'κεί τηνε κρύβουνε, 'κεί τηνε φυλάνε.
'Κει τηνε παρατήσανε οι δόλιοι.
Γιατί τα λόγια δεν τους κάνανε.
Γιατί τα λόγια γίνανε εύκολα και φέρανε μεγάλες υποσχέσεις και μεγάλα ψέματα.
Και τα λόγια δεν τ' αλλάζεις.

Τα μάτια τα λες θολώσανε, τα χείλια τα λες παραφιλήσανε και μάθανε.
Τα χέρια τα λες κρατήσανε πολλά άλλα χέρια.

Το παραμυθιάζεις το μυαλό. Το παραμυθιάζεις το κορμί. 
Και τι σε μέλει;
Σάμπως και δε θένε να παραμυθιαστούνε;
Σάμπως και δε θένε να αναστενάξουνε λιγάκι παραπάνω έτσι εκεί μες στο παραμύθιασμα;
Μυαλό μου, μυαλουδάκι μου.
Και κορμί μου, και κορμάκι μου.

Μάθε να τηνε ξεχωρίζεις την αλήθεια τους παιδί μου.
Την αγάπη την αγνά δοσμένη μάθε να την εκτιμάς και να τηνε κρατάς κοντά σου με νύχια και με δόντια.
Μάθε να μάχεσαι γι'αυτά τα λίγα άμα στ' αφήσουν έτσι όμορφα στο προσκεφάλι σου.

Αυτά 'χει ο έρωτας. Αυτά και το παραμύθιασμα.
Μα είναι γλυκό το παραμιλητό, γλυκό το δάκρυ, γλυκιά κι η εικόνα που 'πλασες.
Γλυκό το σκίρτημα παιδί μου, πολύ γλυκό.
Φύλα το να το 'χεις να το θυμάσαι. 
Γράψ' το 'κει χάμου να σε κάνει να το θυμηθείς μια μέρα όπως του πρέπει το πόνεμα.
Να μην ξεχαστεί κι αυτό σαν όλα κείνα τα πρόσωπα.
Σαν όλα 'κείνα τα μάτια, και τα χείλια, και τα χέρια.
Θα'ναι κάτι αυγές πουλάκι μου σε κάτι μπαλκόνια που θ' αναπολείς τα νιάτα,
τα πονέματα, τις απογοητεύσεις και τις νυχτιές που δε λέγανε κάποτε να ξημερώσουν.
Τους πόνους που 'λεγες δε θα γιάνουν, τις πληγές που 'λεγες θ' αφήσουνε σημάδι.

Ρούφα την τώρα τη ζωή από το μεδούλι, να την έχει να τηνε θυμάται το πετσί σου σαν να 'ναι τώρα.
Σαν να μην ήρθε ποτέ του τ' αύριο και σαν να μη σου 'λειψε κανένα χθες.
Γιατί να το ξέρεις παιδί μου, όλοι εκείνοι οι μπερμπάντηδες που σε πατήσανε μίαν ώρα,
θα 'ναι 'κείνοι που θα σου λείπουνε πιο πολύ όταν δε θα μπορείς να θυμηθείς πώς ήταν τότε που 'νιωθες τα πάντα.
Περνάν τα χρόνια κι όλα τα αλύτρωτα που σου 'μειναν θα γενούνε μια μέρα ένα!
Και θα σε σώσουνε. 
Θα σε σώσουνε που τα 'ζησες και θα μπορείς να νιώσεις πάλι κάποτε λίγο πιτσιρίκα και λίγο αγρίμι.
Και θα μοιράσεις τα ευχαριστώ σου και τα συγνώμη σου απλόχερα.
Και θα τους ευλογάς για όλα 'κείνα που σε φόρτωσαν να 'χεις να τα θυμάσαι και να τα λες στα παιδιά σου και στα εγγόνια σου.

Να'ναι γεμάτη η ζωή σου κορίτσι μου.
Να έχεις πράμα να θυμάσαι για να σε ξαλαφρώνει στα γεράματα.
Να λες "έζησα" και να 'χεις ζήσει.
Στα μέτρα και στα σταθμά σου. Στα πρέπει και στα μη σου. Στα ναι και στα όχι σου.
Να τονε κοιτάς τον καθρέπτη και να βλέπεις τα ίδια μάτια που κάποτε μοιράζανε χαμόγελα και καλοσύνη και αγάπη. 
Χέρια και χείλη ακούραστα.
Χέρια και χείλη ασφράγιστα.
Χέρια και χείλη γιομάτα.
Καρδιά ζεστή.
Κι όλες σου οι ρυτίδες οι ταλαίπωρες να 'ναι από σημάδια των καιρών που τ 'αφήκανε αγαπημένοι.


Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Βία σου και βία μου!

"First they came for the Socialists, 
and I did not speak out.
Because I was not a Socialist.

Then they came for the Trade Unionists,
and I did not speak out.
Because I was not a Trade Unionist.

Then they came for the Jews,
and I did not speak out.
Because I was not a Jew.

Then they came for me.
And there was no one left to speak out for me"

(Martin Niemoller)


Να περπατάς, να περπατάς, και η νεκρική αυτή σιγή παρέα με το βουλωμένο βουητό μέσα στα αφτιά μου και στο κεφάλι μου να έρχεται και να φεύγει και να δίνει ήχο σε εικόνες που μάζευα για ώρες και ώρες και ώρες παρατηρώντας μες στον κόσμο τις απαίσιες μαύρες μπότες τους, τις χοντροκομμένες, τις πλαστικούρες, με τα βαριά τους βήματα, σαν σε αργή κίνηση, να σκάνε στο δρόμο και να κάνουν θόρυβο, χωρίς να κάνουν. Εκεί να παραφυλάνε, να μας "συνοδεύουν", να μας περικυκλώνουν σαν τα κοράκια. Να μας τρομοκρατούν. Ω ναι, να μας τρομοκρατούν! 

Κι εγώ το σκεφτόμουν αυτό καθώς τους κοιτούσα, κι όσο το σκεφτόμουν, τόσο ένιωθα τα πόδια μου να κόβονται, και τα χέρια μου να ιδρώνουν, και την καρδιά μου να χτυπάει δυνατότερα και γρηγορότερα, και το μυαλό μου να τρέχει σ'αυτό που έρχεται και να παγώνω, και να σφίγγω στο χέρι μου το Riopan και να ξαναγυρνώ προς το μέρος τους να τους κοιτάζω και να αναρωτιέμαι γιατί μπορεί και με τρομάζει η παρουσία τους, και γιατί αυτή καθεαυτή να είναι έτσι εριστική, και να με θυμώνει, και να με φορτώνει. Κι αν δεν ήταν εκεί όλοι αυτοί, ποιος τρελός θα έβρισκε κάτι άλλο να τον ενοχλήσει; Ποιος; Μάλλον κανείς. Μα πόσοι άλλοι τρελοί σαν κι εμένα θα νιώθαμε πιο ήρεμοι και πιο ασφαλείς αν αυτοί δεν ήταν εκεί να μας κόβουν το δρόμο και να μας δηλητηριάζουν την ανάσα με το έτσι θέλω. 

Και τους κοιτώ και μιλώ στο διπλανό μου για δαύτους κι αυτοί το ξέρουν. Και σαν να προσπαθούν να διαβάσουν τα χείλη μου και να καταλάβουν το πόσο με αηδιάζουν. Μόνο και μόνο που είναι εκεί και στέκονται απέναντί μου και με κοιτούν προκλητικά. Ξέρουν πως σύντομα, πολύ σύντομα, αυτοί θα σκορπάνε δημόσια δωρεάν χημεία κι εγώ θα τρέχω μακριά τους να γλιτώσω. Να ξέρουν όμως πως θα ξαναγυρίσω. Και πως η ασπίδα τους και τα χημικά τους και τα όπλα τους δε με τρομάζουν τόσο. 

Το μεγαλόπιασμα στο βλέμμα τους φοβάμαι. Και το αδικαιολόγητό τους μίσος απέναντι σ'εμένα που δε θα τους έβλαπτα ποτέ. Και την απόλαυσή τους, σαν τους κοιτώ υποτιμητικά όταν ξεχειλίζει η ψευτομαγκιά και η ψευτοεξουσία απ'τα μπατζάκια τους. Κι εκείνη τη φωνή που βγαίνει από τα βάθη της ψυχής τους σαν τους δίνεται το οκέι να πετάξουν στη μέση του δρόμου, ανάμεσα στα πόδια των ανθρώπων, εκείνα τα σιχαμένα μπουκαλάκια που κουβαλάνε επιδεικτικά. "Πάμε να τους..." να φωνάζει και τον παρατηρώ έντρομη και απορημένη να βρυχάται, παίρνοντας χρόνια ζωής που τώρα δα, με μια του κίνηση θα σπείρει τον πανικό σε τόσο κόσμο. 

Κι αν θα μπορούσα δε θα έτρεχα μακριά του, αλλά κατά πάνω του. Αν όμως το δικό μου βλέμμα ήταν πιο αρρωστημένο από το δικό του, δε θα με φόβιζε αυτός, μα θα με φόβιζα εγώ! Κι αν θα σκεφτόταν έστω λίγο, δε θα μ'έβλεπε εχθρό του, μα παιδί του. Κι αν η δική μου ανάγκη τελικά να αλλάξει λίγο αυτός ο κόσμος δεν ήταν τόσο μεγάλη, οι μπότες του δε θα έκαναν καθόλου θόρυβο και οι φωτιές στους δρόμους δε θα'ταν τόσο όμορφες.