Ακούω τον κόσμο να μιλά για'σένα όλη μου τη ζωή.
Συγγενείς, φίλους, γείτονες, αγνώστους, εμάς.
Όλους.
Ακούω τις ιστορίες σας, τις στιγμές σας, τις αναμνήσεις σας.
Ακούω για τη ζωή που έζησες μαζί τους.
Ακούω κι εγώ να μάθω, μπας και μπορέσω να ενισχύσω λίγο τη μνήμη σου, μπας και μπορέσω να ολοκληρώσω την εικόνα σου.
Να δω αν σου μοιάζω έστω λίγο.
Ακούω τι άνθρωπος ήσουν, ποιος ήσουν.
Πριν από'μένα, χωρίς εμένα.
Κι ήσουν καλός. Πολύ καλός.
Ιστορίες για να'χουμε όλοι να θυμόμαστε.
Ιστορίες.
Γιατί δε σε χόρτασα, ούτε εσύ εμένα.
Και ώρες ώρες πραγματικά αναρωτιέμαι αν τελικά εσύ με είχες περισσότερο ανάγκη ή εγώ;
Ξέρω με περίμενες χρόνια, ξέρω με ονειρευόσουν.
Ξέρω έκανες σαν τρελός όταν γεννήθηκα, δεν μπορούσες μακριά μου.
Ξέρω τις Κυριακές δεν έβλεπες την ώρα να έρθεις να με δεις.
Και δε μου χάλασες ποτέ χατίρι, ξέρω.
Ξέρεις όμως, κι εγώ που σε γεύτηκα λιγάκι, μου αρκούσε και μου αρκεί για να σε θυμάμαι πάντα και πάντα να σ'αναζητώ.
«Θυμάμαι που είχα μέρες να σας δω. Θυμάμαι που όλοι μιλούσαν μεταξύ τους σιγανά. Θυμάμαι που καθόντουσαν μόνο στην κουζίνα. Θυμάμαι που δε ρωτούσα τίποτα. Θυμάμαι που δεν ενοχλούσα κανέναν. Θυμάμαι που ήμουν σίγουρη πως κάποιος είχε πεθάνει. Θυμάμαι που ορκιζόμουνα πως δεν ήσουν εσύ.»
Γιατί σ'αγαπάω τόσο που κάθε που σε σκέφτομαι πονάει η ψυχή μου.
Με μιαν αγάπη που δεν ξέρω αν μου την έμαθες εσύ, δεν το θυμάμαι.
Εύχομαι όμως να'σουν εσύ και να τα φύτευες αυτά μες στο μυαλό και στην καρδιά μου τις ώρες που περνούσαμε παρέα.
Γιατί αλήθεια σε θυμάμαι, καθαρά.
Και τη φωνή σου, και τις μάλλινες καζάκες σου, και τα πυκνά μαλλιά σου.
Και που χόρευες.
Και που με έβαζες στις πλάτες σου και μ'έτρεχες από'δω κι από'κει.
Και σκέφτομαι πόσο πιο ωραία θα ήταν να ήσουν εδώ όλα τα χρόνια.
Και τώρα που μεγαλώσαμε κι αλλάξαμε.
Θα μ'άντεχαν οι πλάτες σου ακόμη, είμαι σίγουρη.
Σκέφτομαι πόσο πιο ευτυχισμένοι θα ήμασταν όλοι.
Και πόσο σημαντικός θα ήταν ο ρόλος σου στην καθημερινότητά μας.
Το νιώθω ότι το αγνοώ το βάρος της απουσίας σου.
Το νιώθω ότι δεν μπορώ να συλλάβω πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν ήσουν εδώ μαζί μας.
Θα είχαμε μια τελείως άλλη ζωή αν δεν είχες φύγει τότε.
«Θυμάμαι που μου το είπαν και δεν το πίστεψα ποτέ. Θυμάμαι που είχα πείσει τον εαυτό μου πως μια μέρα θα σε συναντούσα στο δρόμο και δε θα με αναγνώριζες. Θυμάμαι που πίστευα πως όλα θα λύνονταν ξαφνικά. Θυμάμαι που το περίμενα αυτό μέχρι μεγάλη.»
Στα πέντε έλεγα θα σε ξαναβρώ.
Στα οχτώ περίμενα πως θα έρθεις να με πάρεις από το σχολείο μία μέρα.
Στα δεκατρία έκλαιγα κρυφά που ο μικρός μου αδερφός δεν είχε αναμνήσεις από'σένα.
Στα δεκάξι με πλήγωνε που δεν ήσουν εκεί.
Στα είκοσι θύμωνα με εμένα που δεν ερχόμουν τόσα χρόνια κάθε μέρα εκεί που σε είχαν, να σου μιλήσω.
Να ξέρεις, ακόμη πιο μεγάλη πια, κι ακόμη σε θυμάμαι.
Κι όσο περνάνε οι καιροί, σου μοιάζω περισσότερο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου