Η θορυβώδης αυτή γαμημένη ησυχία του γενικότερου τοπίου με έκανε να πιέσω τη μύτη ενός σάπιου μολυβιού (που δεν ξέρω για ποιο λόγο βρισκόταν στα χέρια μου) πάνω στο γραφείο με τόση επιμονή και όση δύναμη χρειάστηκε μέχρι να σπάσει και να πεταχτούν τριγύρω μαύρα τρίμματα. Μαύρες τελείες, μικροσκοπικές. Και με ότι απέμεινε πάνω στο μολύβι, τις στόλιζα με κόμματα, μικροσκοπικά κι αυτά, να γίνουν άνω τελείες, ή ερωτηματικά (πες τα όπως θες), να τονίζω μέχρι και στο ίδιο μου το μάτι πως δεν είναι τέλος, δεν μπορεί, και την ίδια ώρα να αναρωτιέμαι η τρελή τι να είναι.
Είναι παύση. Ναι, παύση.
Παύση ογδόου, που αν έχεις λίγη φαντασία (που εγώ έχω)
θυμίζει κι αυτή κάτι σε άνω τελεία, κάτι σε ερωτηματικό.
θυμίζει κι αυτή κάτι σε άνω τελεία, κάτι σε ερωτηματικό.
Μια καλλιγραφία σκέτη.
Κι όλα αυτά μαζί μια γκριζόμαυρη πιτσιλιά πάνω στην ασπρίλα του γραφείου που με παραπέμπει σε ένα χαοτικό παράλληλο σύμπαν που όλα είναι ασχημάτιστα κι ασπρόμαυρα. Μια μικρή έκρηξη ζωγραφισμένη και πάνω εκεί παραδίπλα της τόσα στοιχεία (κι αυτή ακόμη ένα) ότι δεν ανήκει εδώ αυτό το γραφείο και ότι θα έπρεπε να το πάρω να φύγουμε, να πάμε να "μονάσουμε" σε εκείνο εκεί το παράλληλο σύμπαν έτσι ασουλούπωτοι που είμαστε κι εμείς. Να πάρω τα μολύβια μου, τη σαβούρα μου, τα χαρτιά μου και να πάω να ημερώσω σε κόσμο διάφανο και απάτητο, παρέα με τη σκόνη του γραφείου μου και με δυο-τρία βιβλία που δεν ξέρω γιατί δεν τα έχω πετάξει ακόμα. Κι αυτήν την τσακισμένη σελίδα να τη σκίσω επιτέλους, να αποκτήσει ξανά το βιβλίο την αθωότητά του. Κι ας λείπει κάτι, τι να κάνουμε; Το ανολοκλήρωτο πρεσβεύει ούτως ή άλλως αυτό το παλιό-βιβλίο.
Τελικά δεν άντεξα, τσαλάκωσα μιαν άλλη τυχαία σελίδα χαρτί που βρήκα μπροστά μου και την πέταξα στο πουθενά, ξέροντας πως ήταν μια πολύ χαζή και ανούσια κίνηση. Κι έτσι όπως την τσαλάκωνα το απαίσιο χράτσα χρούτσα της μου έσπασε τα νεύρα! Και μόνο που πέρασε η ρημάδα η σκέψη ότι μπορεί και να'χα σκίσει τη σελίδα του βιβλίου αυτού μια μέρα στα στραβά μου, με τάραξε και γύρισα την πλάτη μου σε όλα εκείνα τα αντικείμενα που θρηνούσαν την αξία που τους στέρησα, ενώ αυτό το παλιό-βιβλίο το είχα βάλει στο θρόνο του να τα χαζολογάει. Μα να μην τα αγγίζει. Από ψηλά μπορούσε μόνο να παρατηρεί και να απολαμβάνει τη μοναξιά του και την ξεχωριστή του θέση, δίχως ανάγκη να πηδήξει στο κενό έτσι για το γαμώτο κι ας ήξερε πως ποτέ δε θα χτυπούσε. Απλά έτρεμε μόνο στην ιδέα πως θα προσγειωνόταν ανοιχτό μπροστά μου, ακριβώς στο σημείο που υπήρχε μια τσαλακωμένη σελίδα κι ένα ποίημα που, χωρίς κανείς να το περιμένει, αγαπήθηκε με απλότητα! Υπό τους ήχους των κυμάτων και του καθαρού αέρα και μιας ζεστής-ζεστής φωνής. Κι όλα αυτά μες στα σκοτάδια. Κι απρόσμενα έγινε σε δευτερόλεπτα πολύ σημαντικό και δε με νοιάζει πια αν ήμουν εν αναμονή του πιο γλυκού του ύπνου, αλλά που ήρθε αυτό εκεί στην ησυχία μου και γλύκανα εγώ. Και χαμογέλασα. Και ζήτησα να το ξανακούσω. Και μάλλον τότε είναι που πήρε πια μορφή κι απόκτησε ταυτότητα. Και αλήθεια, τώρα μόνο ξέρω πως κάθε άνοιγμά του θα σήμαινε τα πάντα, κι αυτό θα με δυνάμωνε για ζωές και ζωές!
Καμιά ανάγκη όμως δεν ήταν τόσο δυνατή να υπάρξει αυτό το πολυπόθητο πλησίασμα, έστω λίγο, κι αιτία ήταν ο φόβος μάλλον μήπως και δούμε τις ατέλειες και το αγαπήσουμε περισσότερο. Ενώ αυτό δεν είχε άλλα να μας δώσει. Τη μαγεία του όλη του την ρουφήξαμε αμέσως μόλις την αντιληφθήκαμε και μετά του την τσαλακώσαμε κιόλας για να τη βρίσκουμε πιο εύκολα όταν τη θυμόμαστε και την αναζητάμε!
Σαν σε δικαστήριο άρχισα να απολογούμαι με μανία,
σκεπτόμενη πάντα πόσο γελοίες είναι οι συγκεκριμένες σκέψεις.
Οι ένορκοι δε σώπαιναν, οι μάρτυρες με στήσανε στον τοίχο,
ο δικαστής με κοιτούσε λες και ήμουνα τρελή.
σκεπτόμενη πάντα πόσο γελοίες είναι οι συγκεκριμένες σκέψεις.
Οι ένορκοι δε σώπαιναν, οι μάρτυρες με στήσανε στον τοίχο,
ο δικαστής με κοιτούσε λες και ήμουνα τρελή.
Το ποίημα δεν ακούστηκε ποτέ κι ας το περίμενα.
Και να που βρίσκομαι εκεί που ποτέ δεν έπρεπε να βρεθώ. Διχασμένη ανάμεσα στο να αποδεχτώ εκείνο το κομμάτι που δε με θέλει ζωντανή ή εκείνο που με θέλει. Να δεχτώ τη φτήνια μιας αλήθειας που δε λειτούργησε ποτέ για το καλό μου ή να τρέξω να κρυφτώ στο ψέμα μου, που στο κάτω-κάτω είναι ολόδικό μου. Να φωνάξω λίγο παραπάνω γιατί πρέπει να φύγει όλη αυτή η ανάγκη να ακουστώ ή να φύγω ήσυχα σαν να μην είχα ποτέ κάτι να πω. Να κλάψω ή να μην κλάψω; Να αγαπάω ή να φοβάμαι; Αξίζει να κλάψω και να τους στείλω όλους στο διάολο μετά; Ή να πάρω μια βαθιά ανάσα και να ψάξω ξανά και ξανά για ελαφρυντικά; Όχι γιατί ονειρεύομαι επιστροφές και μεγάλες συγκινήσεις. Ίσα ίσα για να μην τραβάω τα ζόρια μου τώρα που με βρίσκουν αυτά τα πρωϊνά που τα περίμενα και τα φοβόμουν, τώρα που πια δεν ξέρω τι να περιμένω σαν πρώτη σκέψη με το που ανοίγω τα μάτια μου γιατί μάλλον ότι όμορφο είχα κρατήσει μου τελείωσε.
Γιατί εγώ είμαι αυτή που είμαι και δε θέλησα ποτέ να γίνω κάτι άλλο και προσπάθησα πολύ ξέρεις να μάθω να μη σε χρειάζομαι πια για να νιώθω καλά, και τα καινούρια ποιήματα να μην παίρνουν κατευθείαν τη μορφή σου με το που τα διαβάζω, και οι φωνές στο κεφάλι μου να μη θέλω να σου μοιάζουν, και στα σκοτάδια να μην είσαι ο μόνος που θα ψάχνω, και οι συζητήσεις να ξαναβρούν το νόημά τους, και τα αγγίγματα και οι αγκαλιές να μη σε αφορούν καθόλου πια. Αν δε συναντηθήκαμε ποτέ δε φταίει κανείς. Και ναι, τώρα το μόνο που ονειρεύομαι είναι η φυγή μου κι ελπίζω ότι έρχεται! Κι ότι θα με λυτρώσει!
Λέει ο κόσμος "δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα".
Ηλίθιε, μπορώ.
Απλά δε θέλω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου