Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Είναι πολύ.

Τρεις καρέκλες, δύο πίνακες παλιομοδίτικοι, τρία κεριά, ένα βάζο. Καθιστός περιμένεις τη σειρά σου, το χρόνο σου, τη στιγμή σου. Καθιστός παρακολουθείς τον κόσμο να μπαίνει, να βγαίνει, καθιστός τα χέρια σου ιδρώνουν, τα αφτιά σου βουίζουν, τα μάτια σου βουρκώνουν. Καθιστός αρνείσαι να κουνήσεις το κεφάλι σου δεξιά, αριστερά, καθιστός κοιτάς κάτω χαμηλά και λες δεν μπορεί, θα χτυπήσει. Καθιστός μετά σε ένα αμάξι, απέναντί σου θάλασσα και δίπλα σου κτίρια τεράστια, γκρίζα, και βαβούρα στους δρόμους και κίνηση, και τα αφτιά σου συνεχίζουν, βουίζουν και αυτό δε χτυπάει. Και λες είναι πολύ.

Αποφάσεις που ήρθαν, σε βρήκαν, σε τάραξαν. Απρόσμενες, άδικες, καθοριστικές. Αποφάσεις για το ποιος είσαι, ποιος δεν είσαι, ποιος θα έπρεπε να είσαι. Αποφάσεις σαν να μην υπήρξες ποτέ σημαντικός, ποτέ ιδιαίτερος, σαν να είναι οι σωστές γιατί τις αξίζεις όλες μία μία. Αποφάσεις ωμές, ρητές, για το χαρακτήρα σου, για την υπόστασή σου, για τα πάντα. Μα είναι πολύ. Είναι πολλές οι μέρες, τις μετράς και σου βγαίνουν και λες δεν μπορεί. Είναι πολύ. Είναι η προσπάθεια, είναι το βάρος, είναι η ανάγκη που θα έπρεπε να υπάρχει και δεν υπάρχει. Είναι τα συναισθήματα που θα έπρεπε να φωνάζουν και δε φωνάζουν. Κι είναι πολύ. Είναι πολλά να μην τα ξέρεις, είναι πολλά να ζεις με αυτά, στο μυαλό σου, στην καθημερινότητά σου. Είναι πολλά.

Είναι τέλος και είναι πολύ.
Είναι πριν πολύ καιρό και είναι τόσο πια μακριά που λες δεν μπορεί. Τι μπέρδεμα! Τι απόφαση! Τι αηδία! Τι αποστροφή! Τι απόσταση! Είναι παραπάνω από πολύ.

Υπομονή. Τι λέξη κι αυτή; Σε κάνει να γίνεσαι σοφός άμα την έχεις, σε κάνει να επιβιώνεις όταν πρέπει και να αντέχεις όταν δεν πρέπει. Μα είναι πολύς ο καιρός που επιβιώνεις, είναι πολλές οι μέρες, οι ώρες, οι στιγμές που ήρθαν και πέρασαν και πάνε. Είναι πολύ το κακό. Είναι πολύ. Είναι ο θυμός, η μοναξιά. Είναι όσα πια σε διαμορφώνουν και σου λένε που να πας, που να κοιτάξεις. Τι να μπει μες στο μυαλό σου, τι να βγει. Τι σε θέλει, τι σε διώχνει. Τι σε έχει ανάγκη, τι μπορεί και μόνο του.

Οι μέρες περνάνε, τα τοπία αλλάζουν, οι μουσικές αλλοιώνονται, οι σκέψεις εξελίσσονται, ο κόσμος σκληραίνει. Τα πρόσωπα παίρνουν χρώμα, οι αναμνήσεις γίνονται καρφιά, τα λόγια βαραίνουν και οι αλήθειες δε χρειάζεται να ειπωθούν. Ξυπνάς το πρωί και όλα είναι εκεί. Μα λες είναι πολύ. Τα γεγονότα σε προλαβαίνουν, οι φόβοι αυξάνονται, οι ανασφάλειες τρέφονται. Και το λες, είναι πολύ. Οι τοίχοι το επιλέγεις κι αδειάζουν, τα βιβλία ρουφάνε ενέργεια και κρύβονται, φωτογραφίες σκίζονται γιατί το ξέρεις, είναι πολύ. Το σπίτι μικραίνει, οι τοίχοι σε πνίγουν, ο αέρας σε πνίγει και πια το καταλαβαίνεις, είναι πολύ. Είναι πολύς ο καιρός και σκληρή η ζωή να σπαταλάς τον καιρό σου ακίνητος. Όχι, είναι πολύ.

Είναι πολύ και μακριά και όσο και να θες πια δεν το φτάνεις.

Είναι πολύ και κάθε πρωί εκεί ανάμεσα στα παιδικά σου λάθη, καταλαβαίνεις το πόσο είναι πολύ. Εκεί ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνιο, εκεί ανάμεσα στον πανικό, έρχεται η ώρα που ησυχάζεις και το δέχεσαι, έρχεται η ώρα που νιώθεις πόσο είσαι μικρός, πόσο είσαι ασήμαντος. Η ώρα που σε βλέπεις, και όσο και να το ήθελες να είσαι κι εσύ πολύ, δεν είσαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου