“ Η τάξη μας ” του Ταντέους Σλομποτζιάνεκ (Εθνικό Θέατρο)
Γιεντβάμπνε, Πολωνία.
1920. Μια τάξη γεμάτη παιδιά. Μία τάξη γεμάτη συμμαθητές. Παντού
φωνές, γέλια, πειράγματα. Αθωότητα. Παιρνούν όμως γρήγορα τα χρόνια, κι εμείς –
οι θεατές - , “μεγαλώνουμε” μαζί τους, μαθαίνουμε
ποιος είναι ποιος κι από που κρατάει η σκούφια του. Άνθρωποι από τον ίδιο τόπο,
μα με διαφορετική θρησκεία και διαφορετικές πολιτικές απόψεις ξεδιπλώνουν εκεί
μπροστά μας όλα τους τα κατάλοιπα από τα σπίτια τους, όλες τους τις κατευθύνσεις,
τις ιδέες. Άνθρωποι που με το πέρασμα των χρόνων, καταφέρνουν να γιγαντώσουν
όσα τους “χωρίζουν” και να τα κάνουν δύναμή τους.
Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Εναλλαγές απολυταρχικών καθεστώτων.
Σοβιετική εισβολή στην Πολωνία. Πόσο ενοχλούσε τους
καθολικούς που οι Εβραίοι της πόλης ήταν σε ευνοϊκότερη θέση; Πόσο τους
ενοχλούσε που αι κομμουνισταί εχλεύαζαν τις προσευχές τους; Κανείς πια δεν
υπολόγιζε την αστυνομία, τους κληρικόυς, τους αξιωματούχους.
Γερμανική εισβολή στην Πολωνία. Ναζισμός. Οι δυνατοί εδώ επιβλήθηκαν
με πολύ διαφορετικό τρόπο. Θολωμένοι από την εξουσία, κατέφυγαν σε αγριότητες
και αρρωστημένες πράξεις προς ανθρώπους που είχαν περάσει μια ζωή μαζί. Ο ένας
Εβραίος συμμαθητής σφαγιάστηκε από τους τρεις Καθολικούς συμμαθητές του σε ένα
πεζοδρόμιο, σε μια πλατεία. Βιασμοί, ομαδικές δολοφονίες γυναικόπαιδων σε
φλεγόμενους στάβλους, βία, πολύ βία.
Η αδίστακτη συμπεριφορά των Καθολικών σε εξόργιζε. Η
ταυτόχρονη κατάχρηση του ονόματος ενός θεού και μιας θρησκείας που απειλείται,
για να δικαιολογεί τις αισχρότητές τους, σε εξόργιζε ακόμη περισσότερο. Η τόση
μεγάλη υποκρισία σου έμοιαζε επίκαιρη. Σαν να συμβαίνει από πάντα. Παπάδες
βίαζαν δωδεκάχρονα αγόρια, παπάδες κατέδιδαν, σκότωναν, βασάνιζαν, παρατηρούσαν
και μοίραζαν συγχωροχάρτια. Παπάδες παρέα με ναζιστές Πολωνούς έσπαγαν πλάκα
βιάζοντας, δολοφονώντας, μαχαιρώνοντας. Δικούς τους ανθρώπους. Για ένα θεό, για
μια θρησκεία, για εξουσία. Για επιβολή.
Όσο κυλούσε η παράσταση, δεν έβλεπες μόνο πόσο έντονα
εκφραζόταν ο φασισμός προς τον αδύναμο ή τον διαφορετικό, ή μέχρι που είναι
ικανός να φτάσει ένας άνθρωπος. Σε σόκαρε επίσης το πως οι απλοί άνθρωποι, που
τους πάτησαν, τους τσάκισαν, τους ισοπέδωσαν, που ξεκλήρισαν τα σπίτια τους,
σκότωσαν ολόκληρες τις οικογένειές τους, τα παιδιά τους... το πως αυτοί οι
άνθρωποι σώπασαν, μαζεύτηκαν. Συμβίωσαν με τους δυνάστες τους και βρήκαν
τρόπους να τους ανέχονται, να τους αντιμετωπίζουν σαν τους παλιούς τους
συμμαθητές.
Μία παράσταση που καθ’όλη της τη διάρκεια σε θύμωνε. Μετά σε
έκανε να δακρύζεις, να σφίγγεσαι. Μετά να γελάς. Να βλέπεις τόσες ομοιότητες με
τη σημερινή κοινωνία, τους σύγχρονους ανθρώπους. Στα πρόσωπα των ανθρώπων του
1920 να βλέπεις όσους και όσα μισείς το 2017. Όσα απεχθάνεσαι, όσα σε φοβίζουν,
όσα ελπίζεις να σε διαφοροποιούν από εκείνους εκεί τους απαίσιους. Μόνιμα επί
σκηνής ένα ακορντεόν που συνόδευε τους ηθοποιούς με παραδοσιακές πολωνικές και
εβραϊκές μουσικές, κι έκανε τους θεατές κάπως να μαλακώνουν, να ηρεμούν, να
τακτοποιούν την έντασή τους. Οι μελωδίες του ένας τρόπος να επανέρχεσαι ομαλότερα
και να συνδέεσαι με την πραγματικότητα, νιώθοντας μια γλυκιά θλίψη και μια
τρομερή απογοήτευση για το ανθρώπινο είδος.


