Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Project: The cure #3 (things that can seriously damage our ignorance)


“ Η τάξη μας ” του Ταντέους Σλομποτζιάνεκ (Εθνικό Θέατρο)

Γιεντβάμπνε, Πολωνία.

1920. Μια τάξη γεμάτη παιδιά. Μία τάξη γεμάτη συμμαθητές. Παντού φωνές, γέλια, πειράγματα. Αθωότητα. Παιρνούν όμως γρήγορα τα χρόνια, κι εμείς – οι θεατές - ,  “μεγαλώνουμε” μαζί τους, μαθαίνουμε ποιος είναι ποιος κι από που κρατάει η σκούφια του. Άνθρωποι από τον ίδιο τόπο, μα με διαφορετική θρησκεία και διαφορετικές πολιτικές απόψεις ξεδιπλώνουν εκεί μπροστά μας όλα τους τα κατάλοιπα από τα σπίτια τους, όλες τους τις κατευθύνσεις, τις ιδέες. Άνθρωποι που με το πέρασμα των χρόνων, καταφέρνουν να γιγαντώσουν όσα τους “χωρίζουν” και να τα κάνουν δύναμή τους.
Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Εναλλαγές απολυταρχικών καθεστώτων.

Σοβιετική εισβολή στην Πολωνία. Πόσο ενοχλούσε τους καθολικούς που οι Εβραίοι της πόλης ήταν σε ευνοϊκότερη θέση; Πόσο τους ενοχλούσε που αι κομμουνισταί εχλεύαζαν τις προσευχές τους; Κανείς πια δεν υπολόγιζε την αστυνομία, τους κληρικόυς, τους αξιωματούχους.

Γερμανική εισβολή στην Πολωνία. Ναζισμός. Οι δυνατοί εδώ επιβλήθηκαν με πολύ διαφορετικό τρόπο. Θολωμένοι από την εξουσία, κατέφυγαν σε αγριότητες και αρρωστημένες πράξεις προς ανθρώπους που είχαν περάσει μια ζωή μαζί. Ο ένας Εβραίος συμμαθητής σφαγιάστηκε από τους τρεις Καθολικούς συμμαθητές του σε ένα πεζοδρόμιο, σε μια πλατεία. Βιασμοί, ομαδικές δολοφονίες γυναικόπαιδων σε φλεγόμενους στάβλους, βία, πολύ βία.

Η αδίστακτη συμπεριφορά των Καθολικών σε εξόργιζε. Η ταυτόχρονη κατάχρηση του ονόματος ενός θεού και μιας θρησκείας που απειλείται, για να δικαιολογεί τις αισχρότητές τους, σε εξόργιζε ακόμη περισσότερο. Η τόση μεγάλη υποκρισία σου έμοιαζε επίκαιρη. Σαν να συμβαίνει από πάντα. Παπάδες βίαζαν δωδεκάχρονα αγόρια, παπάδες κατέδιδαν, σκότωναν, βασάνιζαν, παρατηρούσαν και μοίραζαν συγχωροχάρτια. Παπάδες παρέα με ναζιστές Πολωνούς έσπαγαν πλάκα βιάζοντας, δολοφονώντας, μαχαιρώνοντας. Δικούς τους ανθρώπους. Για ένα θεό, για μια θρησκεία, για εξουσία. Για επιβολή.

Όσο κυλούσε η παράσταση, δεν έβλεπες μόνο πόσο έντονα εκφραζόταν ο φασισμός προς τον αδύναμο ή τον διαφορετικό, ή μέχρι που είναι ικανός να φτάσει ένας άνθρωπος. Σε σόκαρε επίσης το πως οι απλοί άνθρωποι, που τους πάτησαν, τους τσάκισαν, τους ισοπέδωσαν, που ξεκλήρισαν τα σπίτια τους, σκότωσαν ολόκληρες τις οικογένειές τους, τα παιδιά τους... το πως αυτοί οι άνθρωποι σώπασαν, μαζεύτηκαν. Συμβίωσαν με τους δυνάστες τους και βρήκαν τρόπους να τους ανέχονται, να τους αντιμετωπίζουν σαν τους παλιούς τους συμμαθητές.

Μία παράσταση που καθ’όλη της τη διάρκεια σε θύμωνε. Μετά σε έκανε να δακρύζεις, να σφίγγεσαι. Μετά να γελάς. Να βλέπεις τόσες ομοιότητες με τη σημερινή κοινωνία, τους σύγχρονους ανθρώπους. Στα πρόσωπα των ανθρώπων του 1920 να βλέπεις όσους και όσα μισείς το 2017. Όσα απεχθάνεσαι, όσα σε φοβίζουν, όσα ελπίζεις να σε διαφοροποιούν από εκείνους εκεί τους απαίσιους. Μόνιμα επί σκηνής ένα ακορντεόν που συνόδευε τους ηθοποιούς με παραδοσιακές πολωνικές και εβραϊκές μουσικές, κι έκανε τους θεατές κάπως να μαλακώνουν, να ηρεμούν, να τακτοποιούν την έντασή τους. Οι μελωδίες του ένας τρόπος να επανέρχεσαι ομαλότερα και να συνδέεσαι με την πραγματικότητα, νιώθοντας μια γλυκιά θλίψη και μια τρομερή απογοήτευση για το ανθρώπινο είδος. 

Project: The cure #2 (things that can seriously damage our ignorance)



“ Ένας σκύλος που τον έλεγαν Φρίκη ”  του Δημήτρη Κουρούμπαλη (Θέατρο Ιλίσια - Βολανάκης)

(Ποιος το περίμενε μία Μαρία Σολωμού να αλωνίζει εδώ τριγύρω; Ποιος;)

Σχεδόν απολαυστικός, σχεδόν διδακτικός ο χρόνος που ετούτοι οι δύο προσέγγιζαν επί σκηνής με πολύ ειλικρινή και ρεαλιστικό τρόπο αυτό που λέμε στο χωριό μου “the human condition”!
Ένας άνδρας και μία γυναίκα συμβιώνουν, συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται. Στα τρυφερά πλαίσια ενός ατελείωτου έρωτος, μίας τεράστιας αγάπης και μιας πολύ όμορφης σχέσης και επικοινωνίας. Μία γνώριμη σε όλους αλληλεπίδραση, η οποία δυστυχώς τείνει να δηλητηριάζεται με το πέρασμα των καιρών από την ίδια την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται οι ανθρώπινες σχέσεις και η καθημερινότητα.
Με χίλιους δύο τρόπους έγινε σαφές σε αυτήν εδώ την παράσταση, πόσο ευμετάβλητη μπορεί να είναι η ψυχολογία ενός ατόμου που προσπαθεί εικοσι-τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο να είναι σέξι, όμορφο, έξυπνο, ενδιαφέρον (και ένα, μα ένα σωρό άλλα) για να... “αρέσει” στον άνθρωπό του. Και πως, η ίδια αυτή συνθήκη, το οδηγεί με τρομερή ευκολία να πνίγεται στις ανασφάλειές του, όταν η προσοχή εκείνου που αγαπά αποσπάται -έστω και για λίγο-, από πάνω του. Πόσο μετά ο άλλος, από την πλευρά του, νιώθει να αμφισβητείται η συναισθηματική του κατάσταση, η ακεραιότητα του χαρακτήρα του, η προσπάθειά του και ο κόπος του για να μπορεί να είναι λειτουργική η σχέση. Το υπέροχα γοητευτικό και ταυτόχρονα καταστροφικό; Ούτε καν μπορεί ο δύσμοιρος να φανταστεί πως το πρόβλημα δεν είναι εκείνος, αλλά η χαμηλή αυτοεκτίμηση του συντρόφου του.
Κάπου, κάπως πάλι εμβαθύνει και σε κάνει κι εσένα τον ίδιο να αναρωτιέσαι πόσο το στρες, τα νεύρα, το άγχος, οι γρήγοροι ρυθμοί της ζωής, μπορούν και σκληραίνουν και απομακρύνουν τους ανθρώπους. Πόσο τους κάνουν πιο ωμούς, πιο βιαστικούς, πιο αδιάφορους. Πιο διεκπεραιωτικούς. Πόσο πολύ ο κόσμος όλος πνίγεται με όσα συμβαίνουν γύρω του, και πόσο αυτό τον οδηγεί να χάνει τις στιγμές του με τους δικούς του ανθρώπους. Ανθρώπους που αγαπάει όσο τίποτα, κάπως τους “ξεχνάει”, σε έναν αγώνα δρόμου να γίνει καλύτερος σε κάτι άλλο.
Το έργο δείχνει, επίσης, τη φρικιαστική ανάγκη του ανθρώπου να υψώσει τον τόνο της φωνής του, να απαιτήσει, να επιβληθεί. Όπως επίσης, κόντρα στην όλη μαυρίλα, πόσο το χιούμορ και η δεκτικότητα τελικά μπορούν και σώζουν τις σχέσεις. Διάχυτη παντού η σκληράδα μιας σκύλας γυναίκας κι ενός ψωρο-υπερήφανου άντρα, που ακόμη δεν έχουν βρει τον τρόπο να πουν αυτά που πραγματικά θέλουν και νιώθουν. Και καταλήγουν να αλληλοπληγώνονται, να λένε απλά “μία μαλακία”, χωρίς καμία ουσία και ίχνος αλήθειας. Άνθρωποι πνιγμένοι σε εγωισμούς και φωνές και άλογη αντίδραση, που στο τέλος, καταπονημένοι ο ένας από τον άλλον, αφήνονται στην ευκολία ενός χωρισμού, πεπεισμένοι πως έκαναν ότι μπορούσαν.
Πέρα από όλη την κριτική που ασκείται σε κακές συμπεριφορικές (πια) νόρμες και αμφίδρομους ευνουχισμούς, στο τέλος η φάση εκεί καταλήγει στην πιο απλή διαπίστωση του κόσμου. Αυτό που το διαβάζεις και λες ειρωνικό-τα-τα “απφφφ... μέγάλη σοφιστεία μας είπες πάλι”. Η σοφιστεία (για του λόγου το αληθές): πως όσα αγαπάς πρέπει να τα αντιμετωπίζεις με αγάπη. Αγνή, πηγαία, καθάρια αγάπη. Αυτό. Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου. Δεν πρέπει να επιτρέπεις σε κανέναν, μα κανέναν εξωτερικό παράγοντα να αλλοιώνει τους τρόπους με τους οποίους απευθύνεσαι και συμπεριφέρεσαι στους δικούς σου ανθρώπους. Mindfuck? Γνωρίζω. Αλλά είναι όντως η πιο αποτελεσματική και ζωτικής σημασίας συμβουλή, που μόνο άμα την εφαρμόσεις θα καταλάβεις τι θέλει να πει ο ποιητής!

Αυτά μωρέ, ναι.

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Project: The cure #1 (things that can seriously damage our ignorance)


Άλμπερ Καμύ

“Η αγάπη για την αλήθεια με κάθε θυσία είναι ένα πάθος που δεν αφήνει τίποτα απείραχτο και στο οποίο τίποτα δεν αντιστέκεται. Είναι ένα βίτσιο, μία βοήθεια καμιά φορά, ή ένας εγωισμός.”
Λίγο απ’όλα. Λίγο μποέμ, λίγο κομμουνιστής, λίγο ελεύθερος. “Η άνευ όρων ελευθερία είναι το αντίθετο της ελευθερίας” υποστηρίζει και λέει, λέει, λέει. Αργόσυρτος, υπαρξιακός, σου τρίβει μες στη μούρη σου πως χρειάζεται μεγαλύτερο κουράγιο για να ζήσεις, παρά για να αυτοκτονήσεις. Φιλόσοφος. Γραφιάς. Παράλογος. Πασχίζει μανιωδώς να πάει κόντρα σε ότι τον κάνει ευάλωτο. Μέσα στην τόση του διαύγεια, στην τόση ειρωνία, κάπου πάσχιζει να τα προσεγγίσει όλα λογικά, ίσως και λίγο τετράγωνα. (Μα ποιος τα αγαπάει τα τετράγωνα;)
“Η μνησικακία ορίζεται πολύ σωστά από τον Σέλερ ως μια αυτοτοξίνωση, ως η βλαβερή έκκριση, σε κλειστό χώρο, μιας παρατεταμένης ανικανότητας”. Ω θεοί!
Πάντα στο μυαλό μου με μια γκρίζα, χοντρή καπαρντίνα κι ένα τσιγάρο στο στόμα. Πάντα η εικόνα του να πίνει σε υπόγεια καμπαρέ του Παρισιού. (Μα γιατί;) Και κάπου εκεί στο βάθος, στη μαυρίλα, σαν ο Σατί να παίζει τις γυμνοπαιδίες του. Ίσως στο le chat noir όλα αυτά.  Έτσι αποπνικτικά να ορνιθοσκαλίζωνται, να μουντζουρώνονται αιτίες και λόγοι για επανάσταση. Να το είχε άραγε τόσο ανάγκη να εξεγερθεί;
Για εκείνον κανένας σκοπός δεν τα αγιάζει τα ρημάδια τα μέσα και δεν του πέφτει καθόλου βαρύ που στο λέει πάντα φωναχτά και αδογμάτιστα. Αιώνια η γραφή του παραμένει καθόλου ξεκάθαρη (συντακτικά λάθος, αλλά έπρεπε), μην μπερδευτεί κανείς και πιστέψει ότι ψαρεύει αναγνώστες. Αιώνια δυσνότητος, γιατί απευθύνεται σε ανθρώπους που θα γίνουν για εκείνον, ότι ήταν αυτός για τον Νίτσε, για τον Σέλερ.
Μα τι άλλο; Σχολιαστής.
Πέθανε νομίζω ερωτευμένος (με μια Μαρία!) και ανικανοποίητος, έχοντας αποδεχτεί να γερνά μαζί με όσους και όσα αγαπούσε. Πέθανε γράφοντας επιστολές σε αγαπημένους κι έχοντας αφιερώσει τόσα βιβλία σε εκείνη που δε θα μπορέσει να τα διαβάσει ποτέ. Σε εκείνη που δεν έμαθε ποτέ της γράμματα. Βαθιά ετούτη η αγάπη.

Και κάτι τελευταίο να έχουμε να σκεφτόμαστε οι νεότεροι. “Να ρημάζεις τα πάντα σημαίνει ότι οικοδομείς χωρίς θεμέλια”. Να μην ρήμαξε άραγε ποτέ του τίποτα ψάχνοντας το πολυπόθητο νόημα της ζωής; Νομίζω ρήμαξε. Κι αυτός. Όπως όλοι.