Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Project: The cure #2 (things that can seriously damage our ignorance)



“ Ένας σκύλος που τον έλεγαν Φρίκη ”  του Δημήτρη Κουρούμπαλη (Θέατρο Ιλίσια - Βολανάκης)

(Ποιος το περίμενε μία Μαρία Σολωμού να αλωνίζει εδώ τριγύρω; Ποιος;)

Σχεδόν απολαυστικός, σχεδόν διδακτικός ο χρόνος που ετούτοι οι δύο προσέγγιζαν επί σκηνής με πολύ ειλικρινή και ρεαλιστικό τρόπο αυτό που λέμε στο χωριό μου “the human condition”!
Ένας άνδρας και μία γυναίκα συμβιώνουν, συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται. Στα τρυφερά πλαίσια ενός ατελείωτου έρωτος, μίας τεράστιας αγάπης και μιας πολύ όμορφης σχέσης και επικοινωνίας. Μία γνώριμη σε όλους αλληλεπίδραση, η οποία δυστυχώς τείνει να δηλητηριάζεται με το πέρασμα των καιρών από την ίδια την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται οι ανθρώπινες σχέσεις και η καθημερινότητα.
Με χίλιους δύο τρόπους έγινε σαφές σε αυτήν εδώ την παράσταση, πόσο ευμετάβλητη μπορεί να είναι η ψυχολογία ενός ατόμου που προσπαθεί εικοσι-τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο να είναι σέξι, όμορφο, έξυπνο, ενδιαφέρον (και ένα, μα ένα σωρό άλλα) για να... “αρέσει” στον άνθρωπό του. Και πως, η ίδια αυτή συνθήκη, το οδηγεί με τρομερή ευκολία να πνίγεται στις ανασφάλειές του, όταν η προσοχή εκείνου που αγαπά αποσπάται -έστω και για λίγο-, από πάνω του. Πόσο μετά ο άλλος, από την πλευρά του, νιώθει να αμφισβητείται η συναισθηματική του κατάσταση, η ακεραιότητα του χαρακτήρα του, η προσπάθειά του και ο κόπος του για να μπορεί να είναι λειτουργική η σχέση. Το υπέροχα γοητευτικό και ταυτόχρονα καταστροφικό; Ούτε καν μπορεί ο δύσμοιρος να φανταστεί πως το πρόβλημα δεν είναι εκείνος, αλλά η χαμηλή αυτοεκτίμηση του συντρόφου του.
Κάπου, κάπως πάλι εμβαθύνει και σε κάνει κι εσένα τον ίδιο να αναρωτιέσαι πόσο το στρες, τα νεύρα, το άγχος, οι γρήγοροι ρυθμοί της ζωής, μπορούν και σκληραίνουν και απομακρύνουν τους ανθρώπους. Πόσο τους κάνουν πιο ωμούς, πιο βιαστικούς, πιο αδιάφορους. Πιο διεκπεραιωτικούς. Πόσο πολύ ο κόσμος όλος πνίγεται με όσα συμβαίνουν γύρω του, και πόσο αυτό τον οδηγεί να χάνει τις στιγμές του με τους δικούς του ανθρώπους. Ανθρώπους που αγαπάει όσο τίποτα, κάπως τους “ξεχνάει”, σε έναν αγώνα δρόμου να γίνει καλύτερος σε κάτι άλλο.
Το έργο δείχνει, επίσης, τη φρικιαστική ανάγκη του ανθρώπου να υψώσει τον τόνο της φωνής του, να απαιτήσει, να επιβληθεί. Όπως επίσης, κόντρα στην όλη μαυρίλα, πόσο το χιούμορ και η δεκτικότητα τελικά μπορούν και σώζουν τις σχέσεις. Διάχυτη παντού η σκληράδα μιας σκύλας γυναίκας κι ενός ψωρο-υπερήφανου άντρα, που ακόμη δεν έχουν βρει τον τρόπο να πουν αυτά που πραγματικά θέλουν και νιώθουν. Και καταλήγουν να αλληλοπληγώνονται, να λένε απλά “μία μαλακία”, χωρίς καμία ουσία και ίχνος αλήθειας. Άνθρωποι πνιγμένοι σε εγωισμούς και φωνές και άλογη αντίδραση, που στο τέλος, καταπονημένοι ο ένας από τον άλλον, αφήνονται στην ευκολία ενός χωρισμού, πεπεισμένοι πως έκαναν ότι μπορούσαν.
Πέρα από όλη την κριτική που ασκείται σε κακές συμπεριφορικές (πια) νόρμες και αμφίδρομους ευνουχισμούς, στο τέλος η φάση εκεί καταλήγει στην πιο απλή διαπίστωση του κόσμου. Αυτό που το διαβάζεις και λες ειρωνικό-τα-τα “απφφφ... μέγάλη σοφιστεία μας είπες πάλι”. Η σοφιστεία (για του λόγου το αληθές): πως όσα αγαπάς πρέπει να τα αντιμετωπίζεις με αγάπη. Αγνή, πηγαία, καθάρια αγάπη. Αυτό. Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου. Δεν πρέπει να επιτρέπεις σε κανέναν, μα κανέναν εξωτερικό παράγοντα να αλλοιώνει τους τρόπους με τους οποίους απευθύνεσαι και συμπεριφέρεσαι στους δικούς σου ανθρώπους. Mindfuck? Γνωρίζω. Αλλά είναι όντως η πιο αποτελεσματική και ζωτικής σημασίας συμβουλή, που μόνο άμα την εφαρμόσεις θα καταλάβεις τι θέλει να πει ο ποιητής!

Αυτά μωρέ, ναι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου