Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Βία σου και βία μου!

"First they came for the Socialists, 
and I did not speak out.
Because I was not a Socialist.

Then they came for the Trade Unionists,
and I did not speak out.
Because I was not a Trade Unionist.

Then they came for the Jews,
and I did not speak out.
Because I was not a Jew.

Then they came for me.
And there was no one left to speak out for me"

(Martin Niemoller)


Να περπατάς, να περπατάς, και η νεκρική αυτή σιγή παρέα με το βουλωμένο βουητό μέσα στα αφτιά μου και στο κεφάλι μου να έρχεται και να φεύγει και να δίνει ήχο σε εικόνες που μάζευα για ώρες και ώρες και ώρες παρατηρώντας μες στον κόσμο τις απαίσιες μαύρες μπότες τους, τις χοντροκομμένες, τις πλαστικούρες, με τα βαριά τους βήματα, σαν σε αργή κίνηση, να σκάνε στο δρόμο και να κάνουν θόρυβο, χωρίς να κάνουν. Εκεί να παραφυλάνε, να μας "συνοδεύουν", να μας περικυκλώνουν σαν τα κοράκια. Να μας τρομοκρατούν. Ω ναι, να μας τρομοκρατούν! 

Κι εγώ το σκεφτόμουν αυτό καθώς τους κοιτούσα, κι όσο το σκεφτόμουν, τόσο ένιωθα τα πόδια μου να κόβονται, και τα χέρια μου να ιδρώνουν, και την καρδιά μου να χτυπάει δυνατότερα και γρηγορότερα, και το μυαλό μου να τρέχει σ'αυτό που έρχεται και να παγώνω, και να σφίγγω στο χέρι μου το Riopan και να ξαναγυρνώ προς το μέρος τους να τους κοιτάζω και να αναρωτιέμαι γιατί μπορεί και με τρομάζει η παρουσία τους, και γιατί αυτή καθεαυτή να είναι έτσι εριστική, και να με θυμώνει, και να με φορτώνει. Κι αν δεν ήταν εκεί όλοι αυτοί, ποιος τρελός θα έβρισκε κάτι άλλο να τον ενοχλήσει; Ποιος; Μάλλον κανείς. Μα πόσοι άλλοι τρελοί σαν κι εμένα θα νιώθαμε πιο ήρεμοι και πιο ασφαλείς αν αυτοί δεν ήταν εκεί να μας κόβουν το δρόμο και να μας δηλητηριάζουν την ανάσα με το έτσι θέλω. 

Και τους κοιτώ και μιλώ στο διπλανό μου για δαύτους κι αυτοί το ξέρουν. Και σαν να προσπαθούν να διαβάσουν τα χείλη μου και να καταλάβουν το πόσο με αηδιάζουν. Μόνο και μόνο που είναι εκεί και στέκονται απέναντί μου και με κοιτούν προκλητικά. Ξέρουν πως σύντομα, πολύ σύντομα, αυτοί θα σκορπάνε δημόσια δωρεάν χημεία κι εγώ θα τρέχω μακριά τους να γλιτώσω. Να ξέρουν όμως πως θα ξαναγυρίσω. Και πως η ασπίδα τους και τα χημικά τους και τα όπλα τους δε με τρομάζουν τόσο. 

Το μεγαλόπιασμα στο βλέμμα τους φοβάμαι. Και το αδικαιολόγητό τους μίσος απέναντι σ'εμένα που δε θα τους έβλαπτα ποτέ. Και την απόλαυσή τους, σαν τους κοιτώ υποτιμητικά όταν ξεχειλίζει η ψευτομαγκιά και η ψευτοεξουσία απ'τα μπατζάκια τους. Κι εκείνη τη φωνή που βγαίνει από τα βάθη της ψυχής τους σαν τους δίνεται το οκέι να πετάξουν στη μέση του δρόμου, ανάμεσα στα πόδια των ανθρώπων, εκείνα τα σιχαμένα μπουκαλάκια που κουβαλάνε επιδεικτικά. "Πάμε να τους..." να φωνάζει και τον παρατηρώ έντρομη και απορημένη να βρυχάται, παίρνοντας χρόνια ζωής που τώρα δα, με μια του κίνηση θα σπείρει τον πανικό σε τόσο κόσμο. 

Κι αν θα μπορούσα δε θα έτρεχα μακριά του, αλλά κατά πάνω του. Αν όμως το δικό μου βλέμμα ήταν πιο αρρωστημένο από το δικό του, δε θα με φόβιζε αυτός, μα θα με φόβιζα εγώ! Κι αν θα σκεφτόταν έστω λίγο, δε θα μ'έβλεπε εχθρό του, μα παιδί του. Κι αν η δική μου ανάγκη τελικά να αλλάξει λίγο αυτός ο κόσμος δεν ήταν τόσο μεγάλη, οι μπότες του δε θα έκαναν καθόλου θόρυβο και οι φωτιές στους δρόμους δε θα'ταν τόσο όμορφες.


Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

«Χίλια τόσα πράματα. Χίλια τόσα κι άλλα τόσα!»


                                                           Hope Sandoval & The Warm Inventions - Blue Bird


Είναι που θες να πεις τόσα, κι άλλα τόσα.
Τόσα που πρέπει να ειπωθούν για να μπορέσεις μετά να συνεχίσεις,
τόσα που σε πνίγουν, τόσα που σε βασανίζουν.
Τόσα που τα'χεις σκεφτεί χίλιες δυο φορές και που τα'χεις προβάρει άλλες τόσες.

Είναι που θέλεις να κάνεις τόσα, κι άλλα τόσα.
Τόσα που τα'χεις θελήσει να συμβούν.
Τόσα που τα'χεις καλοσχεδιασμένα.
Τόσα που τα περίμενες καιρό πολύ.

"Να προλάβω να με ζήσω, να σε ζήσω,
Να προλάβω να μ'αγαπήσω. Κι εσένα. Ναι, ίσως κι εσένα."

Τόσα που έλεγες "θα'ρθουν, αύριο".
Μα δεν πρόλαβαν.
"Αύριο" έλεγα. "Αύριο."
 Και περιμένοντας όλα αυτά τα αύριο, έχανα εγώ όλα μου τα σήμερα!

Χιλιάδες στιγμές που τις έχεις ζήσει, και ξαναζήσει, και ξαναζήσει στο μυαλό σου,
κι έχεις παρακαλέσει να'ρθουν.
Χιλιάδες τραγούδια που ορκιζόσουν μια μέρα θα τα ακούγατε παρέα, θα τα σιγοψιθυρίζατε παρέα.
Μια μέρα, ήταν σίγουρο, θα τα μισούσατε παρέα.

Χίλια τραγούδια σχεδόν, ναι,
και κάπου χίλιες βόλτες που θα κάνατε.

Χίλια ένα, χίλια δύο, χίλια τρία.
Χίλια τόσα.
Άσ'τα αυτά, πάνε, πέρασαν.
Τώρα προσευχήσου για ένα φτου ξελευθερία!

"Μη, μη, μη το κάνεις αυτό. Απλά μη!"

Ρίσκο. Αποκλεισμός, Ρίσκο. Αποκλεισμός. Ρίσκο. Αποκλεισμός. Ρίσκο. Αποκλεισμός.
Και πάλι ρίσκο.
Και πάλι αποκλεισμός.

Είναι τόσα που θες να πεις, τόσα που θες να τα φωνάξεις.
Χίλια τόσα...
Κι όμως, είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται να κάνεις αυτή τη στιγμή.

Μα και μετά από δυο, τρεις... πέντε... δέκα... πενήντα... εκατό...
κάπου χίλιες τόσες στιγμές μετά,
θα'ναι όλα αυτά τόσο ανούσια, τόσο άσκοπα, τόσο ξεπερασμένα.

"Τι σε πονάει πιο πολύ; 
Να σε ρισκάρουν ή να σε αποκλείουν;
Να μη σε σκέφτονται ή να είσαι το πρώτο πράγμα που θα επιλέξουν να ξεχάσουν;"

Το ρολόι δείχνει οχτώ και σαράντα.
Μετράω τα λεπτά η χαζή.
Οχτώ και σαράντα-ένα, οχτώ και σαράντα-δύο, οχτώ και σαράντα-τρία.
Πιέζω τα μάτια μου να κλείσουν, και κλείνουν.
Κι όταν τα ανοίγω, οχτώ και σαράντα τέσσερα.

Οχτώ και σαράντα-τέσσερα κι εγώ μετράω λεπτά.
Και αϋπνίες.
Και νεκρές ώρες.
Και σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις.
Και μισοτελειωμένα τσιγάρα.
Κι όλα αυτά μαζί, κάπου χίλια τόσα.

Στο χώρο επικρατεί χάος.
Μα θα'ρθει η τάξη, το ξέρω, θα'ρθει... αύριο!

Θυμάσαι ένα παιχνίδι που παίζαμε μικρά; τις μουσικές καρέκλες
Θυμάσαι που όποιος έχανε δε συνέχιζε να παίζει;
Τον μάθαμε τον αποκλεισμό από παιδιά.
Θυμάσαι που έβγαινε γρήγορα-γρήγορα από τον κύκλο;
Να μην προλάβει κανείς να το σκεφτεί.
Θυμάσαι που δεν έφταιγε σε κάτι;
Θυμάσαι που εμείς συνεχίζαμε το παιχνίδι μας σαν να μη συνέβη τίποτα; Ευκολία.
Θυμάσαι που δε του ρίχναμε ούτε ένα βλέμμα; Ευκολία.
Θυμάσαι που μετά από λίγο έχανες κι εσύ;

Ανάβω κι άλλο τσιγάρο

Δεν ξέρω ποιον θεό να παρακαλέσω και ποιον να βρίσω.
Ποιον να ευχαριστήσω που όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά,
και ποιον να καταραστώ.
Που τελικά ρίσκαρα κι εγώ.
Που τελικά κι εγώ απέκλεισα.
Εμένα.

"Στημένοι καθόμαστε σαν σε απόσπασμα κι ούτε καν χαμογελάμε ρε!"

Γιατί αν χαμογελάσουμε και φανεί, θα το πληρώσουμε ακριβά.
Και το πληρώνουμε.





Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Υπ'αριθμόν κάτι και μερικά χαμένα τέταρτα.

"We can still save the peace"
Delawer Omar
https://www.youtube.com/watch?v=VFLF-gh4C2M

Κοίτα τα χρώματα.
Κοίτα πως μπλέκονται μεταξύ τους.
Δες το φως, τη σκιά.
Το βλέπεις το αίμα; το φονικό;
Βλέπεις την αγανάκτηση; 
Βλέπεις την ανάγκη της για ελευθερία;
Την ελπίδα αναποδογυρισμένη τη βλέπεις;

Δες την ένταση! 
Τη δύναμή της! 
Τον πόλεμο να της τα καταπίνει όλα!

Είναι σαν να βγάζει ήχους. 
Είναι σαν να ακούς τις κραυγές της που ξεμακραίνουν.
Είναι σαν μερικές σκόρπιες πιτσιλιές να μπορούν να σου λαβώσουν τα χέρια.

Τον νιώθεις πάνω σου το μανδύα που τη βαραίνει, είναι αλήθεια.
Τα χέρια της όμως, τα δάχτυλά της, είναι τόσο στιβαρά, τόσο αποφασισμένα. 
Κι αυτό που την κατασπαράζει το ξέρει και δεν προσπαθεί καν να τα αγγίξει.

Το πρόσωπό της κοιτά γερά ψηλά. 
Και προσμένει κι εκλιπαρεί και μαίνεται.


Ο λαιμός της κρεμιέται από το αναποδογυρισμένο περιστέρι, που μάλλον είναι πληγωμένο, μα δεν είναι. 
Που μάλλον παίρνει ύψος και ώθηση από τις κραυγές της. 
Και τα φτερά του είναι σαν να μη γίνεται να χάσουν ποτέ μα ποτέ την ομορφιά τους, ούτε την καθάρια όψη τους. 
Το περιστέρι αυτό, ακόμη κι έτσι, ανάποδα, είναι εκείνο που άθελά του τραβάει όχι μόνο το χαμένο σου βλέμμα, αλλά και όλη σου την προσοχή. Την ανθρωπιά σου ολάκερη. Με χίλιους τρόπους μπορεί και αλλοιώνει μέσα σε λίγα μόνο δευτερόλεπτα όλη την ηρεμία των ματιών σου, μα και της έκφρασής σου. 
Σε καθηλώνει, σε θλίβει, σε φορτώνει με ευθύνες και ενοχές και δάκρυα και αγάπη.

Δύο και δύο, τέσσερα.
Και δύο, έξι. Και δύο, οχτώ.
Και δύο, δέκα. Και δύο, δώδεκα.

Μέτρα ως το δώδεκα τρεις φορές και προσπάθησε να θυμηθείς τι σου'χει λείψει.
«Φτου και βγαίνω!»
Ανόητε, δεν το ξεκίνησες ποτέ το μέτρημα.

Έμαθα μια καινούρια λέξη τις προάλλες.
Την επόμενη μέρα την είχα ξεχάσει.
Την επόμενη μέρα βέβαια, θυμήθηκα να αδειάσω το τασάκι.
Αντί να το βάλω όμως ξανά στη θέση του, το ξέχασα πάνω στο νιπτήρα.

Διακόσια τόσα χρόνια πρέπει να περάσανε από τότε!
Ή διακόσια τόσα χρόνια πριν είναι το τώρα;
Σαν να έχω μπερδευτεί.

Και στο λέω και δε μ'ακούς.
Και στο λέω και δε με βλέπεις.
Και στο λέω και δε θες να τρέξουμε να σωθούμε.

Ο άνθρωπος σιχάθηκε να ουρλιάζει.
Σιχάθηκε να κοιτάζει τα αστέρια και να μην μπορεί να τα φτάσει.
Σιχάθηκε να κάθεται συνέχεια σ'εκείνη τη λευκή, σιδερένια καρέκλα στην αυλή, που'χει αυτά τα αναπαυτικά τα μαξιλαράκια με τις πράσινες και τις μπεζ και τις μπορντό τους ρίγες. 
Κι εκείνα τα ξύλινα δοκάρια που του κρύβουν τον ουρανό.
Σιχάθηκε να φορά μόνο εκείνο το άσπρο πουκάμισο, που'χει αυτόν τον απαίσιο καλοσιδερωμένο γιακά. 
Άπλωσα το χέρι μου να του χαλάσω την τσάκιση κι έβγαλε δόντια να με φάει. 
Έπειτα επέστρεψε στη ροζ σατέν κρεμάστρα του κι έβαλε το γιακά του να με κοιτάζει ειρωνικά. 
Ούτε να κλείσω την ντουλάπα είχα δύναμη, 
ούτε να απλώσω το χέρι να το κρύψω, 
ούτε να γυρίσω από την άλλη να μην το βλέπω.

Όλα τα σιχάθηκε ο άνθρωπος.
Είναι τόσα τα χρόνια που το γέλιο και η χαρά περάσανε σε δεύτερη μοίρα και που πλέον τα βιώνεις σαν μια καταναγκαστική μετριότητα. Που σχεδόν σου επιβάλλεται και σου επιβάλλεται και σου επιβάλλεται. Μόνο και μόνο για να'σαι σε θέση να πετάξεις τα όποια απομεινάρια ενοχών από πάνω σου όταν έρθει η ώρα.
Να πείσεις τον εαυτό σου πως εσύ προσπάθησες!
Βγαίνεις από το σπίτι κι αντί να σκορπάς εκείνα τα ξεχασμένα σου χαμόγελα, κοιτάς το τσιμέντο κάτω απ'τα πόδια σου. Νιώθεις τη σκληράδα του, ρουφάς λίγο γκρι παραπάνω, προσαρμόζεις τη θερμοκρασία σου στη δική του.
Βλέπεις τετράγωνα πλακάκια κι αντί να παίζεις κουτσό, κάνεις το βήμα σου να μοιάζει στο τετριμμένο, στο σύνηθες, στο αποδεκτό.
Σε κοιτάς σε τζάμια αυτοκινήτων και παρακαλάς να ανάψει πράσινο, να σηκωθεί να φύγει το αυτοκίνητο, να εξαφανιστείς από μπροστά σου. 
Ψιχαλίζει και συναντάς παντού συνωστισμό από πολύχρωμες ομπρέλες, η μία πιο ψηλά από την άλλη, να βολευτούν τα πλήθη. Να βολευτείς κι εσύ, μη σε βρει καμια σταγόνα και τρέξει η μάσκαρα στα μάτια σου και σου θυμίσεις εκείνον τον κλόουν από την παιδική σου ηλικία, ή ίσως εκείνον τον "παλιάτσο" της γειτονιάς σου.

«Τραγούδι λέω δυνατά ν'ακούσουν όλα τα παιδιά, ν'ακούσει η πολιτεία.
  Κι απ'το τραγούδι μου αυτό "παλιάτσοι" άλλοι εκατό να βγουν στην κοινωνία!»


Μη φοβάσαι.
Δεν έχει κραυγές εδώ, μάτια μου.
Ούτε πολέμους, ούτε αναποδογυρισμένα περιστέρια.

Και τώρα πες μου, τι ακούς;
«Ακούω παιδικές φωνές!»


Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

simple as that.


"Some days, you'll feel sad without knowing why.
 Like you lost something very precious but forgot what 
it was, or you miss someone you never met."
 -Unknown




Μα πότε ήταν η τελευταία φορά που σε είδα;
Έβρεχε;
Μακάρι να έβρεχε!
Τα γυαλιά σου τα φορούσες;
Νομίζω είχες κάτι κίτρινα.
Τα μαλλιά σου πώς ήταν τότε; Δε θυμάμαι.
Να'χεις ακόμη εκείνη την τεράστια ανάγκη να πας στο διάστημα;
Ποτέ σου δε φαντάστηκες πως το ήξερα, ε;



-Έλα να συζητήσουμε λίγο.
-Για τι πράγμα; Για φωτιές; Για τέχνη; Να στρίψω τσιγάρο;
-Για τα πάντα! Στρίψε, ναι. Και για'μένα ένα.
-Ξέρεις κάτι;
-Τι; 
-Το βλέπεις το νήμα;
-Ποιο; αυτό;
-Ναι αυτό. Θέλω να το κόψεις.
-Δεν μπορώ.
-Γιατί; 
-Γιατί δεν μπορώ.
-Ένα απλό νήμα είναι.
-Όχι. Είναι εκεί για να μπορεί να ψαρεύει αστέρια το φεγγάρι.

Είχα στερεώσει την πιο παλιά σου φωτογραφία στον καθρέφτη, κάτω δεξιά. 
Νομίζω είχε ένα γαλάζιο φόντο και φορούσες ένα άσπρο μπλουζάκι.
Κι είχα κι άλλη μία στο πορτοφόλι μου.
Μόνο που σ'αυτή φορούσες κάτι παλιόρουχα δικά μου.

-Θες παγωτό φράουλα;
-Θέλω μια μοβ κορδέλα και μια μικρούλα θύμηση.

-Θες μια πυξίδα;
-Θέλω!
-Αν ποτέ βρω καμία θα σου τη δώσω.
-Θέλω αυτά τα μαύρα παπούτσια τότε.
-Θέλεις στις έντεκα και δεκαεπτά να με πάρεις τηλέφωνο να μιλήσουμε;
-Θέλω!
-Θες να έρθει ο χειμώνας;
-Θέλω!
-Μα είσαι μακριά τους χειμώνες.
-Πιο κοντά από ποτέ είμαι.

-Δε σε θυμάμαι καθόλου.
-Είναι κι αυτό ένα συναίσθημα, σωστά; το να μη θυμάσαι.
-Ναι, είναι.

Γυρνάω από'δω κι από'κει και όλο στύβω το μυαλό μου, και όλο προσπαθώ να καταλάβω, κι όλο προσπαθώ να θυμηθώ. 
Μα βλέπω μόνο εικόνες με κάτι πολύχρωμα φουστάνια. Και κάτι ροζ κάλτσες.
Που μακάρι να μπορούσα να τραβήξω λίγο μια μικρή κλωστούλα τους και να τις ξηλώσω.

-Μου αρέσει να περπατάω τα μεσημέρια το χειμώνα.
-Μου αρέσει να ψάχνουμε οι δυο μας για περάσματα.
-Μου αρέσει που δε χρειάζεται πάντα να μιλάμε.
-Μου αρέσει που όταν κολλάω σε βιτρίνες με περιμένεις.
-Μου αρέσει που στις βιτρίνες βλέπεις ουράνια τόξα.
-Μου αρέσει που μόνο εσύ το ξέρεις κι αυτό.
-Μου αρέσει που μόνο εγώ το ξέρω κι αυτό.
-Πάμε;

-Είχες πολλά να πεις;
-'Οχι. 
-Ούτε εγώ είχα.
-Το ξέρω.

-Μπορείς να ρίξεις λίγο φως εδώ;
-Όχι.
-Λες και χρειάζεται...

Ακόμη κι αν έρθεις σήμερα ή αύριο ή ποτέ, εγώ θα το αντέξω.
Ξέρω, βαρέθηκες να μην τ'ακούς!

-Δεν μπορώ να καταλάβω!
-Μα σου εξήγησα!
-Πότε;
-Θυμάσαι που σ'έβγαλα με το ζόρι απ'το ταξί;
-Ναι.
-Θυμάσαι που τους ξύπνησα όλους;
-Θυμάμαι.

Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ γιατί έγιναν όλα όπως τα θέλανε οι άλλοι.
Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ πότε γνωριστήκαμε!
Έβρεχε; Μακάρι να έβρεχε! Γυαλιά φορούσες τότε;
Τα μαλλιά σου θυμάμαι πως ήταν. Χάλια.
Να'χες από τότε την ανάγκη να πας στο διάστημα;
Ούτε που φανταζόμουν πως θα μου τη δημιουργούσες κι εμένα αυτήν την ανάγκη.

Πότε ήταν τελικά που γνωριστήκαμε γαμώτο; 
Νομίζω δε σε είχα συμπαθήσει πολύ. Νομίζω ούτε εσύ.
Νομίζω δε "χωρίσαμε" ποτέ από τότε.

-Ωχ, το χάλασα.
-Κρίμα.
-Μα έχω φτιάξει τόσα άλλα!
-Το ξέρω.
-Λυπάμαι που το χάλασα.
-Κι αυτό το ξέρω.
-Πάμε να περπατήσουμε;
-Πάμε!

Έντεκα και δεκαεπτά.
Το ρολόι έχει δείξει έντεκα και δεκαεπτά τόσες πολλές φορές από τότε.
Κάπου στις έξι χιλιάδες, τριακόσιες ογδόντα έξι φορές.
Μάντεψε πόσες φορές χτύπησε το τηλέφωνο.
Έντεκα και δεκαεπτά το πήρα απόφαση πως η ταπετσαρία στους τοίχους ήταν απαίσια.
Είχες μια χαζή πορτοκαλί φούστα. Κι ένα χαζό πορτοκαλί κραγιόν.
Την πέταξα την ταπετσαρία.
Οι τοίχοι είναι έκτοτε πορτοκαλί.

"A love like that was a serious illness, 
an illness from which you never entirely recover!"
-Charles Bukowski


Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

"E ρε και να'χαμε πάντα μαζί μας μιαν Αθήνα για το ξημέρωμα..."



Μεγαλώνω.
Κι εσύ μεγαλώνεις.
Όλοι μεγαλώνουμε.

Ζω και μεγαλώνω, και το βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια, και το ξέρω πια καλά.
Mα δε με πειράζει όπως παλιά.
Έχω το παρελθόν εκεί, να με βαραίνει κι εγώ να το νοσταλγώ.
Να το νοσταλγώ κι ας ξέρω πως δε θα συμφιλιωθώ ποτέ μα ποτέ μαζί του.
Γιατί το παρελθόν μας καθορίζει, μας διαμορφώνει, δεν αλλάζει κι είναι πάντα εκεί να μας θυμίζει πώς αποκτήσαμε βήμα-βήμα όλα τα τρωτά μας σημεία.
Εικόνες ζωντανές, χειροπιαστές,
σαν να σου μιλάνε και σαν να τις φοβάσαι.


«Δεν είναι που πια οι άνθρωποι αρνούνται να τα παίξουν όλα για όλα, 
είναι που θέλουνε να γίνεις κι εσύ σαν κι αυτούς.
Δεν είναι που φοβούνται να σ'αφήσουν να κοιτάξεις, 
είναι που δε θέλουνε να δούνε όλα όσα εσύ μπορείς.
Δεν είναι που τρέχεις να προλάβεις όσα δε σε έκαναν ποτέ σου ευτυχισμένο,
είναι που δε φρενάρεις πουθενά.
Ούτε που ποτέ δε φαντάστηκες πως αυτοί που αναζητάς, μόνοι τους είναι καλύτερα. 
Είναι που δε θες να είναι μόνοι.
Δεν είναι που δε σε φοβάμαι, μα που σε φοβάσαι εσύ.
Δεν είναι που μετράμε κέρματα, είναι που δεν τα στέλνουμε στο διάολο.
Δεν είναι που ψάχνω πόρτες με αυλές, είναι που βρίσκω τοίχους χωρίς χρώμα.
Είναι που μάλλον τελικά εμείς μεγαλώνουμε, μα οι ψυχές μας μικραίνουν.»


Παλεύω.
Κι εσύ παλεύεις.
Όλοι παλεύουμε.


Άλλοι σε τσιμεντένια υπόστεγα, άλλοι στην Κουμουνδούρου, στην Πατησίων, στην Ομόνοια.
Άλλοι σκαλίζοντας σκουπίδια, κι άλλοι σκαλίζοντας το μέσα τους σε σπίτια ζεστά και "ασφαλή" ή σπίτια ζεστά και άδεια, άδεια, άδεια.
Μυρίζει ο κόσμος από μακριά...
Μυρίζει ξενύχτι, μαρτύριο, αλκοόλ, πίεση, και ίσως, λέω ίσως, που και που,
ανθισμένη ακακία τον Απρίλη!



«Άλμα στο κενό από ταράτσα!»
«Μάνα βρήκε το γιο της κρεμασμένο!»
«Αυτοκτόνησε στην αυλή του σπιτιού του!»
(Να, βλέπεις, να κι ένας που είχε αυλή. Και δεν υπάρχει πια.)


Αθήνα, καλοκαίρι 2014.

Θα μου λείψει η Αθήνα.
Το ξημέρωμα στο κέντρο, στα στενά του Μεταξουργείου, της Πανόρμου, των Εξαρχείων.
Ξημέρωμα στο δρόμο να προσπαθείς να θυμηθείς που έχεις παρατήσει το αμάξι,
ξημέρωμα να βρίζεις μεθυσμένος, μετά να γελάς.
Και μετά... να μη θυμάσαι το μετά.
Και μες στο πιώμα να περιφέρεσαι χαμένος και να αγνοείς όλους εκείνους τους τυχαίους γύρω σου.
Εγκαταλελειμμένοι(η).
Επιβιώνουν. Παραπατούν.
Παραπατώ κι εγώ...

Να χορεύεις όλο το βράδυ μες στο ρυθμό. Ή και χωρίς ρυθμό.
Τα μάτια σου να τσούζουν, η φωνή να βγαίνει με δυσκολία.
Το σώμα σου σαν να τρέμει, εσύ σαν να θες να εξαφανιστείς.
Και να κάνεις λάθη, πολλά λάθη, και τρέλες,
και να λες λόγια, πολλά λόγια, και να δίνεις υποσχέσεις,
και να μη θυμάται κανείς τίποτα απ'αυτά αύριο.
Έτσι είναι η νύχτα, αδέξια.
Σκοτεινή.
Γεμάτη ψέματα.
Τόσα όσα χρειάζονται μέχρι το πρώτο φιλί...

Περατζάδες στην Αρεοπαγίτου, να'ναι αργά, χωρίς φώτα.
Να βλέπεις μόνο φιγούρες ανθρώπων.
Να πλησιάζουν και να απομακρύνονται.
Να έρχονται και να φεύγουν.
Να μη σε βλέπουν, να μη σε ξέρουν, να μη σε μάθουν ποτέ.
Να ακούς φωνές, γέλια, σκυλιά να γαβγίζουν.
Να περπατάς σαν υπνωτισμένος.
Να ψάχνεις ένα παγκάκι να καθίσεις με μια μπίρα στο χέρι, δυο-τρεις καλούς φίλους,
και όλοι μαζί εκεί να ξέρετε ότι αυτό σας παρα-είναι αρκετό..


Μεταξουργείο.
Καφενέδες, πεζοδρομάκια γεμάτα κόσμο, ξενυχτάδικα, μπουρδέλα.
Γνωστοί, άγνωστοι.
Παιδιά.
Είναι τα φτηνά ποτά, οι ωραίες μουσικές,
τα μαγαζιά του που γίνονται στέκια με το έτσι θέλω.
Είναι τα χρώματα, το καρναβάλι.
Περπατάω, περπατάω, περπατάω...
Εδώ ο κόσμος μπορεί και να σου χαμογελάσει ξέρεις.
Μπορεί και να σε κοιτάξει στα μάτια.
Μπορεί.



Την αγαπάω την Αθήνα.
Κι ας λέω όλη την ώρα πως θα φύγω.
Όταν κάθομαι και το σκέφτομαι, τους θυμώνω.
Χρόνια ολόκληρα πασχίζουν να μας πείσουν πως είναι δική τους.
Χρόνια ολόκληρα την ποδοπατούν, τη μαυρίζουν, τη στενεύουν.
Κι όμως, δεν ήταν ποτέ δική τους. Ποτέ.
Δική σου ήταν πάντα.
Δική σου και δική μου!

Αλήθεια την αγαπάω την Αθήνα.
Έμαθα να τη ζω, να την αφουγκράζομαι.
Ο θόρυβος, η κίνηση, ακόμη και η βρωμιά που αναπνέω μου έχουν γίνει σχεδόν απαραίτητα.
Έμαθα να ζω μαζί της, να μεγαλώνω, να μαθαίνω, να ανακαλύπτω.
Να αλλάζω κι εγώ κι αυτή κι όλα να κυλάνε σαν να μη μας αφορούν.
Σαν να'μαστε περαστικοί.
Κι ασήμαντοι.
Και σαν κανείς ποτέ να μη θυμάται τις ατέλειωτες βόλτες στις πλατείες της.
Και σαν να μη σήμαιναν ποτέ τίποτα.
Σαν να μην ήταν αρκετές να μας κρατήσουν κοντά της.

Αιμορραγώ.
Κι εσύ αιμορραγείς.
Όλοι αιμορραγούμε.

Κι όμως μπορώ και θέλω να τη δω αυτήν την ομορφιά που ακούω τόσα χρόνια,
αυτήν που τη διαβάζω,
αυτήν που την έχω ονειρευτεί νομίζω.
Και θέλω να θες κι εσύ.
Όποιος κι αν είσαι, όπου κι αν είσαι,
κάνε κάτι και δες την κι εσύ!

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

ζΩή!



"Είναι αυτό που λέμε ζωή...

Να τη νιώθεις στο πετσί σου, να την ακούς, 
να σε τρομάζει και να σε προκαλεί.

Ζωή!

Ζωή, ζωή για λίγο, ζωή για πολύ, ζωή για όσο.

Ζωή γι'αυτούς που την αντέχουν, ζωή γι'αυτούς που την μπορούν.

Ζωή να τρέχεις για ώρες και ώρες μακριά της,
και κάτι άλλες να τη ζητάς σαν τρελός.

Ζωή να την πιεις στο ποτήρι μονομιάς ή να την φτύσεις με αηδία. 

Ζωή να σε σοκάρει ή να σε αφήνει με το πιο γλυκό χαμόγελο του κόσμου.

ΖΩΗ!"

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

ΕΚΔΙΚΗΣΗ.















"Αν είναι να κοιτάς πίσω συχνά,
φρόντισε να'χει λιακάδα.
Η εκδίκηση να είναι ελαφριά,
να μπορεί να την αντέξει η αγνή ψυχή σου!
Κοίτα να μπορείς να την κουβαλάς,
να την κοιτάς στα μάτια και να έχει κάτι από'σένα.
Κοίτα μη σε συνεπάρει και χαθείς,
κοίτα μη σε ψάχνεις και δε σε βρίσκεις πουθενά!
Γιατί εσύ είσαι πάνω απ'όλα,
εσύ και το καθαρό σου βλέμμα!"

(χαρτοπετσέτα και στιλό.)
-Πες μια λέξη.
-Τι λέξη;
-Πες μου μια λέξη και θα σου γράψω κάτι γι'αυτή.
-Οποιαδήποτε;
-Οποιαδήποτε.
-Εντάξει. Εκδίκηση.
-Εκδίκηση; (...) Ορίστε.
-Πως μπορείς;
-Μπορώ.
-Περίμενα να διαβάσω κάτι πιο θυμωμένο.
-Γιατί;
-Δεν ξέρω.
-Πρόσεξε. Πρέπει η κάθε λέξη να σου βγάζει ότι πιο καλό έχεις μέσα σου.
-Λες και ξέρω πως γίνεται.
-Να προσπαθείς τουλάχιστον.
                                                                                                       
                                                                                                          Αντίπαρος, 1/9/2013
                                                                                                             

                                                                                                                   

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Αν όλα είχαν γίνει λίγο πριν. Ή λίγο μετά. Ή ποτέ.


                                                       (Mayakovsky-Untitled, Mecano)



Πέρασε καιρός.

Ξημερώματα σχεδόν.
Και κάπνα. Πολύ κάπνα.
Λίγα φώτα. Λίγες φιγούρες.
Ατμόσφαιρα βαριά, αποπνικτική.
Οι γύρω φάτσες γνώριμες, ο χώρος οικείος, η βραδιά επικίνδυνα αδιάφορη.
Μια ξύλινη μπάρα, ένα χαζό σκαμπό.
Ένα ποτήρι κρασί που άδειαζε και γέμιζε συνεχώς.
Και μια γαμημένη τζαμαρία, εκεί, να σε κρατάει πίσω. Σχεδόν να σε ορίζει.
Να θες να πάρεις μια καρέκλα και να τη σπάσεις.
Ή μάλλον καλύτερα να τη γεμίσεις με κάθε λογής αφίσα, πόστερ,
να μη βλέπουν οι "μέσα" τους "απ'έξω" και οι "απ'έξω" τους "μέσα".


«Τρέξε ρε, και ζήσε προστατευμένος και στεγνός.
  Άσε τον έρωτα να χαζεύει τη δίχως πληγές πλατούλα σου, τη δίχως γρατζουνιές, δίχως σημάδια, 
  τη δίχως λόγους να λυγίσει.
  Εκεί, στητός, περήφανος, αποστειρωμένος. 
  Μη μαυρίσει λίγο η ζωούλα σου,
  μη γελάσει λίγο το χειλάκι σου αβίαστα, δυνατά, αληθινά.
  Όλα μελετημένα, όλα αναμενόμενα.»


Και σε μιαν άκρη, μακριά από την καταραμένη τζαμαρία, ένας πιωμένος.
Παρέα με άλλους πιωμένους.
"Ωραίους" πιωμένους.
Ένας βγαλμένος από κάτι παλαιικό.
Ένας καθόλου άξεστος.
Ένας λίγο θρασύς.
Κι όλη του η ζεστασιά, και η ευγένεια, που τα έχεις δει και σε έχουν γοητεύσει καιρό πριν, εξαφανισμένα.
Όλα στο βωμό του πιοτού, και της νύχτας, και του ρυθμού της μουσικής, που είχανε γίνει ένα μαζί του.
Όλα για να σε γοητεύσουν ακόμη περισσότερο.
Όλα για μια νύχτα που δεν έπρεπε να την αφήσεις να τελειώσει.




"Αν ήμουν γκόμενα θα'θελα να χορεύω με αυτόν εκεί τον τύπο."
Άγνωστος μακρυμάλλης, με ακουμπισμένο κεφάλι στον τοίχο και θολωμένα μάτια, έχει βαλθεί να σε τρελάνει με αυτά που ξεστομίζει.
Να τον βρίσεις;
Να τον αποφύγεις;
Να τον στείλεις στο διάολο;
Μα γιατί; Την αλήθεια λέει.
Και ποια δε θα ήθελε εκείνο το βράδυ να χορεύει με αυτόν εκεί τον τύπο...

«Περίεργη η νύχτα.
Κρύβει φόβο. Που βγαίνει από τα πιο βαθιά σημεία του μέσα σου.
Κι αντί να γίνεσαι κομμάτι της, την τρέμεις, την αρνείσαι.»


Με το τσιγάρο στα χείλια, να μιλάς κι αυτό να πηγαίνει πάνω-κάτω σαν μαριονέτα,
ψάχνεις πάνω στην μπάρα έναν ρημάδη αναπτήρα.
Ποτήρια, κανάτες, καπνοθήκες... να περνάνε απ'τα χέρια σου και να αλλάζουν θέση.
Το τσιγάρο στο στόμα σου να τραντάζεται ακόμη πιο πολύ.
Εσύ, νευρικά, να αλλάζεις χίλιες όψεις.
Το μόνο που ζητάς με τόση μανία είναι μια τζούρα νικοτίνη.
Ένα παχύ σύννεφο καπνού γύρω από το πρόσωπό σου.
Να σε ζαλίσει, να βρωμίσει την ανάσα σου.
Να κάνει τα μάτια σου να τσούξουν.
Κι αυτός, ο πολυπόθητος αναπτήρας, η λύση στα προβλήματά σου,
να έρχεται από'κει που δεν τον περιμένεις.
Από'κει που ούτε καν τόλμησες να σκεφτείς ότι θα έρθει.

Από έναν πιωμένο.
Από έναν θρασύ.




                                                                                                                                      
Και να ακούς τους παλμούς σου να αυξάνονται σε κλάσματα δευτερολέπτου και να μην μπορείς καν να σηκώσεις το κεφάλι να τον κοιτάξεις. Να θες, αλλά να μην μπορείς.


Και δεν μιλάμε για μια τυχαία ματιά.
Μιλάμε για μια ματιά γεμάτη λαγνεία, ναι λαγνεία.
Και μια γλυκιά ντροπή ταυτόχρονα.
Μια ντροπή που δε σταμάτησε ποτέ κανένα.

Σαν ένα απροκάλυπτο "σε θέλω" θα ήταν αυτή η ματιά.
Θα είχε κάτι από απερισκεψία και τόλμη.
Κάτι από μια ασυγκράτητη επιθυμία (κι άφθονο αλκοόλ να τη σιγοντάρει)!
Κάτι από διάθεση για ξεμυάλισμα...
Κάτι από ανάγκη να το ζήσεις...
Κάτι από διαίσθηση, παραίσθηση, ψευδαίσθηση...
Κάτι από... τέλος πάντων, προς κάτι που το έχεις ήδη ποθήσει!


«Κάπου έγραψα πως το τέρμα μου θέλω να'ναι η ελευθερία μου. 
Όταν με ρώτησαν τι εννοώ, απάντησα πως θέλω να έχω πάντα "υποχρέωση" απέναντι σε όσους αγαπάω και πάντα να μπορώ να το απολαμβάνω το ίδιο, και με την καρδιά μου. Να μπορώ να είμαι γερή και δυνατή, κι εκατό τοις εκατό ερωτευμένη, και τρελή, κι εξαρτημένη, και προσηλωμένη, και δοσμένη σε έναν έρωτα που δε θα με "πνίξει" ποτέ και που δε θα το βάλει κάτω.»

 «Ελευθερία είναι να μη φοβάσαι να μιλήσεις, να γελάσεις, να εκτεθείς, να παραφερθείς.
 Έρωτας είναι να σε χαζεύει όταν μιλάς, να πεθαίνει όταν γελάς, να έχει χίλιους λόγους παραπάνω να σ'αγαπάει όταν εκτίθεσαι. Κι όταν παραφέρεσαι, να παραφέρεται κι αυτός μαζί σου.»



Και ο καιρός πέρασε.
Κι αυτός παραμένει απλά ένας άγνωστος.
Που ίσως τελικά να μην είναι και τόσο άγνωστος.
Και ίσως να μην είναι τίποτα που να θες ή να μη θες.
Αλλά είναι αυτός που είναι.
Και μάλλον του χρωστάς μια ματιά.





Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

"Να μην ξεχάσω να σε ζήσω λίγο ακόμα."



Κ. Φ. 
ετών 86

"Θα σου φτιάξω ένα σπίτι μέσα στη θάλασσα" μου έλεγε. "Θα σε βάλω μέσα να κελαηδάς!".
" Ό,τι πει το κορίτσι μου, ό,τι πει η Φωφώ. Το κινεζάκι μου!". Με είχε βαφτίσει. Το όνομά μου ήταν. Μου έκανε έτσι κι έλεγε "δείτε το κινεζάκι!".
Από το μαγαζί με έπαιρνε τηλέφωνο συνέχεια. Κάθε μέρα, πολλές φορές. Και μου έλεγε "βάλε εκείνο το δίσκο στο πικάπ, σου στέλνω ένα τραγούδι, άκου το!". Ή με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε "εγώ θα σου κάνω τα πάντα!".
Δε μου χάλαγε εμένα χατίρι. Ό,τι και να του'λεγα. Να του'λεγα τώρα πήγαινε στη θάλασσα να πνιγείς, θα πήγαινε. Ναι. Ήταν καλόψυχος. Μόνο να μην τον πείραζες, δε στα χάριζε. Όχι εμένα βέβαια. Ήταν καλό παιδί.




Ο θείος ο Γιάννης τρελαινότανε για τον παππού. 
"Αυτός είναι άνθρωπος, νοικοκύρης ρε, νοικοκύρης!".
Μόλις ερχότανε Κυριακή μεσημέρι, ντρίιιν το τηλέφωνο ο Γιάννης.
"Τι κάνετε εκεί πέρα ρε; Ξεκουμπήστε ελάτε πάνω!". 
Μπαίναμε στο αυτοκινητάκι μας, πηγαίναμε. Πολύ ωραία χρόνια. Τι χορούς που κάναμε εκεί στου θείου του Γιάννη το σπίτι, τι τραγούδια! Μέχρι το πρωί. 
Φώναζε ο θείος ο Γιάννης "που'ναι η Φωτεινή; έλα'δω!". Πρώτη στο χορό μ'έβαζε εμένανε.
Και του αδερφού μου, του Μιχάλη, του άρεσαν πολύ τα τραγούδια. Από τον Άγιο Βασίλη (Αγίου Βασιλείου-οδός κοντά στο σπίτι μας-) ακουγότανε το τραγούδι που έκανε για να'ρθει. Αυτός εμένα με λάτρευε. Το όνομά μου το'χε μες στα χείλη του. Πάρα πολύ μ'αγαπούσε. Πήγαινα στην Καλογρέζα, είχε ένα καλυβάκι, ψευτοκαλυβάκι. Το δώσανε αντιπαροχή και τακτοποιηθήκανε. 

Ωραία χρόνια!

Είχαμε το δικό μας αυτοκινητάκι, κουκλί. Το γυάλιζα εγώ εδώ έξω στο δρόμο. Κανείς άλλος δεν είχε αυτοκίνητο. Του είχε ο παππούς ένα ωραίο σιέλ χρώμα. Ήταν πολύ ωραίο αυτοκίνητο.
Ο Γιωργάκης, το παιδί που δούλευε στο μαγαζί με τον παππού, το χάιδευε το αμαξάκι μας, το πρόσεχε, το γυάλιζε κι αυτός. Τον παίρναμε τον πιτσιρικά και πηγαίναμε καμιά φορά εκδρομή στο χωριό του, να δει τη μάνα του και τ'αδέρφια του. Εκεί να δεις κάτι γκρεμοί μέχρι να φτάσουμε! Κοίταγες κάτω κι έλεγες "τώρα θα φύγουμε με τ'αμάξι, και θα πνιγούμε". Είχε μια λίμνη εκεί. Κι έλεγε ο Γιωργάκης "Ο παππούς είναι οδηγός! Τίποτα κακό δε θα συμβεί!".
Παίρναμε τ'αμαξάκι και πηγαίναμε παντού, παντού. Και στην Ανάβυσσο όλη την ώρα βόλτες. Ή στη θεία τη Χρυσούλα. Όλο φεύγαμε τα Σαββατοκύριακα. Δεν έμενε ο παππούς σου μέσα.


Είχαμε και το πλεκτήριο. Κάναμε πλεκτά. Τριάντα πέντε γυναίκες πλέκαμε. Είχαμε βάλει αγγελίες. Με άδεια δούλευα. Πήγαινα εγώ στη Ροζαρή, στην Πατησίων πιο κάτω, και μου'λεγε αυτός "όταν φέρνεις τη βαλίτσα κι είναι γυναίκες μέσα στο μαγαζί, δε θα την ανοίγεις, δε θέλω άλλο μαγαζί να'χει τα πράγματα που έχω εγώ τα ίδια". Δεν ήθελε. Ήθελε να'ναι ξεχωριστός. Πολύ μ'αγαπούσε κι αυτός, ο Ερρίκος, Ερρίκο τον λέγανε. Εκεί, να δει τα πλεκτά, να τα απλώσουμε, να τα βγάλουμε εκείνα τα μπεμπέ, εκείνα τα φορμάκια, εκείνα όλα που κάναμε, πω, πω, πω, παπουτσάκια μπεμπέ, καλτσάκια και χεράκια. Τριάντα πέντε γυναίκες δουλεύαμε. Πάρα πολλά λεφτά, πώς το πήραμε το οικόπεδο. Και που δεν έδινα πλεκτά. Σ'αυτόν και στον άλλον τον Πρατικάκη. και στον Πειραιά που ήταν οι Αμφιλόχιοι. Αυτοί κι αν μ'αγαπούσανε. Βαλίτσες πλεχτά πέρνανε. Βαλίτσες, βαλίτσες, βαλίτσες. Έπαιρνα τα χιλιάρικα στίβες. Στίβες τα χιλιάρικα. Πολύ ωραία μαγαζιά! Μαγαζιάαα! Πελώρια, χανόσουνα μέσα. Τι δουλειές που κάναμε τότες! Πω, πω, πω! Όλη νύχτα ο παππούς εβελόνιαζε. Αλλά ήτανε παληκάρι μωρέ, δεν ήτανε γέρος. Όλη νύχτα. Κι εγώ και η κυρα-Χριστίνα που έμενε απέναντι, και η Όλγα. Καλά, πέθανε αυτή τώρα. 

 Πολλή δουλειά ο παππούς. Τον έφαγε η δουλειά. Δούλευε, δούλευε, δεν ήτανε τεμπέλης. Για να φτιάξουμε το σπίτι. 

Ήταν η θεία η Ιουλία εδώ, στον Ιερόθεο, είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο, γιατί ήταν ο άντρας της οδηγός, στα λεωφορεία. Κι από αυτήν ήρθαμε εδώ. Λέει "πάμε Φωφώ να δεις κάτι οικόπεδα". Ήταν ερημιά, ερημιά, δεν είχε άνθρωπο. Χωράφια. Πρόβατα και κατσίκες βόσκανε. Κι όταν ήρθαμε με τη θεία την Ιουλία και ψάχναμε οικόπεδο, δε μ'άρεσε κανένα, ήτανε μικρά, μικρά, μικρά. Τα μόνα μεγάλα ήταν αυτό και στη γωνία, αλλά μου λέει ο παπά-Σταμάτης "μην πάρεις γωνιακό γιατί επειδή δεν είναι στο σχέδιο υπάρχει πιθανότητα να στο κόψει ο δρόμος. Θα γίνει ο δρόμος, είτε μικρός, είτε μεγάλος, και θα μικρύνει το οικόπεδο". Και μου λέει "πάρε μεσαίο, πάρε μεσαίο να με θυμάσαι". Και πήρα το μεσαίο. Πήγαμε στον παπά-Σταμάτη και τα κανονίσαμε. Έκανα παζάρια εγώ, ουουου, τονε χόρευα. Κι έλεγε αυτός "ρε τι διαολάκι είναι τούτο, αυτό είναι πολύ διαολάκι". Όταν το κλείσαμε το οικόπεδο, ο θείος ο Γιάννης ήρθε εδώ και το είδε και πέταγε λεφτά. Ναι, το θυμάμαι. Κι ο αδερφός μου, ο Μιχάλης. Κι οι δύο πετάγανε λεφτά. Πολύ ευχαριστηθήκανε τον καιρό που το πήρα εγώ το σπίτι, το οικόπεδο αυτό. Πολύ, πάρα πολύ, πάρα πολύ.

Ήτανε καλός άνθρωπος ο παππούς σου. Και περνάγαμε ωραία, κι αγοράσαμε και το οικόπεδο. Το μαντρώσαμε, το αυτώσαμε, το περιορίσαμε. Ήρθαμε και χτίσαμε. Μας το γκρεμίσανε, το ξαναχτίσαμε, μας το ξαναγκρεμίσανε, το ξαναχτίσαμε. Τους έλεγα: βρε αγόρια, γιατί τα κάνετε αυτά; Δέκα φορές μας το γκρεμίσανε. Μια φορά δεν έβγαινα απ'το σπίτι να το γκρεμίσουνε και με τιμωρήσανε. Μου σπάσανε τα χέρια και με βάλανε φυλακή. Και κοιμήθηκα κι ένα βράδυ στη φυλακή. Ένα βράδυ. Καθόμουνα όλη νύχτα στην καρέκλα. Δε με χτυπήσανε βέβαια εκεί, απαγορευότανε τα γυναικόπαιδα. Αλλά με κρατήσαν ένα βράδυ μέσα.
Ο παππούς με το Δημητράκη, τον πατέρα σου δηλαδή, που ήτανε μικρό παιδάκι, μου φέρανε σοκολάτες. Το'χε ο παππούς μαζί του το παιδί. Μέναμε στο ενοίκιο τότε, δεν είχαμε κάνει ακόμα ούτε σπίτια, ούτε τίποτα, τίποτα.

Εγώ θα το φτιάξω, του λέω, θα το φτιάξουμε το σπίτι Καραγιάννη. Θα το φτιάξουμε.
Δε μπορούσα να βγάλω όμως άδεια, δεν ήταν στο σχέδιο. Τι λεφτά χαλάσαμε που το χτίζαμε και μας το γκρεμίζαν. Λέω, πούστηδες, θα το χτίσουμε το σπίτι.
Του'πα μια μέρα ενός ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ, του λέω είναι ντροπή σου. Βάρα εμένα, μόνο μη μου χτυπήσεις το παιδί γιατί θα σας σκοτώσω όλους. Ο Δημητράκης από πίσω "μαμά, μαμά"! Το παιδάκι μου!
Οι αστυνομικοί, ναι, με χτύπησαν με τα γκλομπ για να με βγάλουν έξω να το γκρεμίσουν. Κάναμε όμως δικαστήριο και το κερδίσαμε. Γνώρισα εκεί ένα Κρητικάκι, που ήταν ο εισαγγελέας, και μου λέει "από που είσαι;". Λέω, το χωριό Κερά, στην Κρήτη, το ξέρεις; Το ήξερε. Εσύ από που είσαι, του λέω. "Απ'το Λασίθι". Απ'το Λασίθι;; Άντε ρε διάολε του λέω, κοίτα εκεί πέρα να χτίσω. Και μου λέει ο εισαγγελέας "Καραγιάννη, ότι μου πεις θα κάνω. Προτιμάς να τον δικάσω που σε χτύπησε ή να σου δώσω μια άδεια να χτίσεις το σπίτι;". ΑΔΕΙΑ! Και μου δώσανε άδεια κι έχτιζα εγώ. Ο διπλανός γκρεμιζότανε κι εγώ έχτιζα με τούβλα και με κολώνες το σπίτι. "Γιατί", μου λέει ο εισαγγελέας "αυτό που κάνανε, που σε χτυπήσανε, απαγορεύεται αυστηρώς στα γυναικόπαιδα". Πολύ καλός ο εισαγγελέας, πολύ καλός.
Αυτός που πήγε να με βγάλει από το σπίτι, μ'είχε χτυπήσει και τον χτύπησα κι εγώ. Κι έλεγε στο δικαστήριο "πιο πολύ ξύλο έφαγα εγώ απ'αυτήν". 'Άντε ρε φύγε από'δω, δεν ντρέπεσαι, μπάτσο.
Μα, χωροφύλακας από'δω, χωροφύλακας από'κει, χωροφύλακας από'δω, χωροφύλακας από'κει. Τι στο διάολο θέλανε; Του λέω του ενός άντε φύγε από'δω πέρα.

Μετά μας έδωσε το χαρτάκι, ερχόντουσαν απ'έξω από το σπίτι και φωνάζανε "κυρία, κυρία...". Ωπ, παρουσίαζα το χαρτί απ'τον εισαγγελέα, έφευγε το εκατό. Την άλλη μέρα άλλο εκατό. Τα ίδια. 
"Κυρία, θα γκρεμίσουμε το σπίτι". 
Λέω, σαν μπορείς γκρέμισ'το! Μόλις βλέπαν το χαρτί φεύγανε. Εμείς χτίζαμε. Εννιά έχει ο μήνας.

Ένα βράδυ, ήρθε κάποιος και χτύπαγε την πόρτα. Κι ήμουνα και μόνη μου. Είχα χεστεί πάνω μου. 
Ήταν πολύ γερή η πόρτα, μια σιδερένια. Κάτι σίδερα χοντρά, τέτοια. Την έχει η Ασήμω στο χωριό.
Εγώ δεν έβγαινα να δω ποιος είναι. Του φώναζα μόνο να σηκωθεί να φύγει. Και μετά από λίγο έφυγε.

Είχαμε και μια ωραία βεράντα, μεγάλη, με μια στρογγυλή κολώνα. Ήτανε διαφορετικό το σπίτι τότε. Όχι όπως είναι τώρα. Ερχόταν η Χρυσούλα και κάναμε παρέα το βράδυ.
Καλά χρόνια ήτανε. Καλά ήτανε!



Πόσο ευτυχισμένος μπορούσες (και μπορείς) να είσαι με τα απλά, τα καθημερινά;

Μια βόλτα με το αυτοκίνητο στην εξοχή. Να ρουφάς καθαρό αέρα, χρώματα και εικόνες.
Επισκέψεις σε φίλους, συγγενείς. 
Και γλέντια και τραγούδια και χαρές.
Ένα τηλεφώνημα αγάπης. Ενδιαφέροντος. Να το λαχταράς, κι αυτό να έρχεται. 
Υποσχέσεις από καρδιάς που μπορεί ποτέ να μην πραγματωθούν, μα δε σε νοιάζει καθόλου.
Ένα παλιομοδίτικο πικάπ, ένας δίσκος, ένα τραγούδι απ'αυτόν που αγαπάς. 
Να σου γεννάει κι άλλες εικόνες, κι άλλα συναισθήματα. 
Να σου γεμίζει το στομάχι πεταλούδες!
Μια αφιέρωση ρε παιδιά. Τι πιο απλό; Αγνή. Πραγματική. Ανθρώπινη.
Ένας άντρας που μαχόταν πλάι στη γυναίκα της ζωής του να κατακτήσουνε τον κόσμο, μα και τη ζωή.
Πόση αγάπη;
Άνθρωποι που ζήσανε μαζί μια ζωή. 
Ή μάλλον -καλύτερα- άνθρωποι που αντέξανε να ζήσουνε μαζί μια ζωή. 

Έχω μια γιαγιά που πάσχει από άνοια.
Μια γιαγιά που έχασε τον άνθρωπό της πριν είκοσι χρόνια, κι ακόμη κοιμάται και ξυπνάει με τη σκέψη του.
Ακόμη μιλάει για εκείνον και βουρκώνει. 
Ακόμη θυμάται όλες τις ιστορίες τους. Ρομαντικές και μη.
Και μου τις διηγείται. 
Κάθε μα κάθε μέρα. 
Με την ίδια ένταση στο βλέμμα και στη φωνή.
Μπορεί να ξεχνάει ότι μια ιστορία μου την είπε μόλις πριν από πέντε, δέκα λεπτά, όμως η ιστορία θα βγει και θα ξαναβγεί από το στόμα της ατόφια κάθε φορά. 
Νιώθω τη θλίψη της, τη νοσταλγία, την ομορφιά εκείνων των χρόνων και την ειλικρίνεια της αγάπης τους.
Μου λέει πως το πιο σκληρό ήταν που μοιραζόταν με τον παππού μου το ίδιο κρεβάτι για σαράντα ολόκληρα χρόνια, και ξαφνικά μια μέρα έπρεπε να συνηθίσει να κοιμάται μόνη της. 
Και κοιμάται μόνη της. Σε ένα άδειο σπίτι, επί είκοσι χρόνια.
Πιστή στη μνήμη και στα όσα την έκανε ο άνθρωπός της να αισθανθεί.
Κοντεύει ενενήντα χρονών κι όταν μιλάει για εκείνον, γίνεται ξανά νέα. 
Βλέπεις τη σπίθα στα μάτια της. Βλέπεις τη δύναμη που της δίνει η ανάμνησή του.
Ενενήντα χρονών, και θα πεθάνει μια μέρα ερωτευμένη, χορτασμένη και ολοκληρωμένη.

Αυτές τις ιστορίες αγάπης αξίζει να θυμόμαστε. 
Ανθρώπους που γέρασαν μαζί. Και που ούτε καν ο θάνατος δεν μπόρεσε να μπει ανάμεσά τους.



Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Εεε-Οοο-Γαμώ το φασισμό.



Φασισμός γαμώ το κέρατό μου.
Φασισμός.
Όπου και να στρέψεις το βλέμμα σου φα-σι-σμός.
Στα πάντα.

Να ζεις σε μια χώρα που άνθρωποι εύχονται τον αφανισμό άλλων ανθρώπων.
Γιατί ρε φιλαράκι;
Γιατί μιλάει σπαστά τη γαμω-γλώσσα σου;
Γιατί έχει άλλο χρώμα η επιδερμίδα του;
Γιατί πιστεύει στο δικό του Θεό;
Γιατί ζει φτωχά και ταπεινά;
Γιατί δε σου μοιάζει;
Γιατί δεν μπόρεσε να γίνει κι αυτός οικογενειάρχης, συμφεροντολόγος, βολεμένος, στενόμυαλος και θρήσκος σαν κι εσένα;

Γαμώ το δικό σου κέρατο στην τελική.
Γαμώ την απανθρωπιά σου και γαμώ την ανεγκεφαλιά σου ποταπέ, ανίδεε.
Γαμώ το ρατσισμό που αισθάνεσαι και γαμώ την ασχήμια που κουβαλάς.

Σε βαρέθηκα. Σας βαρέθηκα

Τις μισώ τις ταμπέλες. Είτε είναι πράσινες, είτε κόκκινες, είτε μπλε.
Τί θα πει πασόκος; Τί κουμούνι; Τί νεοδημοκράτης;
Πήρατε φόρα και χαρακτηρίζετε αβέρτα ανθρώπους.
Φτιάχνετε εσείς την πραγματικότητα που σας βολεύει και μαζεύεται τριγύρω σας πιόνια.
Χωρίς ρόλο. Σειρές από στρατιωτάκια. Ευκολοθυσίαστα.
Κι αυτά εκεί, να σας ακούν.

Μισώ που πασχίζετε να κατατάξετε γενιές και γενιές στις σάπιες σας κατηγορίες.
Κατηγορίες που φτιάξατε για να ξέρετε ποιον θα ξερογλείφετε, ποιον θα δείχνετε με το δάχτυλο ή ποιον θα βάζετε στόχο.
Ποιον θα πλευρίσετε, ποιον θα αποφύγετε, ποιον θα βγάλετε απ΄το χάρτη.
Απλά και μόνο για να γεμίζετε την ανούσια ύπαρξή σας.
Γαμώ τον κομπλεξισμό  σας.
Που αρνείστε να αποδεχτείτε ότι δεν είστε μόνοι, εσείς και η μαλακία που σας δέρνει, πάνω σ'αυτό τον κόσμο.
Γαμώ την ανάγκη σας για ψεύτικη επιβεβαίωση ότι έχετε σε όλα δίκιο.

Προγονολατρεία.
Ιστορία.
Παρωπίδες.
Σύνορα.
(Για να σε διαχωρίσουν ρε'συ από τη μάζα, να σε βάλουν να αράξεις ξέχωρα λες και είσαι κι εγώ δεν ξέρω τι. Πολύτιμος, απαραίτητος, o "one of a kind" της καρδιάς μας. Για χαλάρωνε.)

Κολλημένοι στο βούρκο σας. Που όχι απλά σας ρουφάει, σας εξευτελίζει.
Κι εσείς ανέραστοι κατρακυλάτε και δεν το παίρνετε χαμπάρι.


Μαύρος ρε, ναι, και κίτρινος, και στραφταλιζέ άμα γουστάρει.
Σας κάνει ξένος; Γιατί;
Τον κοιτάτε και δε σας μοιάζει;
Αλίμονο κι αν σας μοιάσει ποτέ κακόμοιροι.
Αλίμονο κι αν θελήσει ποτέ να σας μοιάσει.


Λεωφορειατζήδες. Περιμένει ο άλλος στη στάση μες στο κρύο και σηκώνει το χέρι του να σταματήσει το όχημα, να τον πάει στη δουλειά του. Κι ο Ελληναράς (αλίμονο κι αν του αξίζει το έψιλον κεφαλαίο) τον γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του και συνεχίζει απτόητος. Λες και τον πληρώνει το κράτος να αποφασίζει ποιος έχει δικαίωμα και ποιος όχι να καβαλάει λεωφορείο ή τέλος πάντων το κάθε μέσο μεταφοράς. Κι αν του κάνεις παρατήρηση, σου σερβίρει απαντησούλα του τύπου "σιγά μην είχε ο άπλυτος εισιτήριο"! Γίναμε όλοι αρμόδιοι και προφήτες πια σ'αυτή τη χώρα. Και φρεσκοπλυμένοι, και μυρωδάτοι! Το τρομακτικό της υπόθεσης ξεκινά όταν κάποιος ενοχλημένος/νοήμων επιβάτης δεν αφήσει τις παπαρολογίες του κυρίου οδηγού να μπουν και να βγουν από τα αφτάκια του, αλλά του κάνει σαφές ότι αγνοεί παντελώς το ρόλο του.
"Οδηγός λεωφορείου είσαι, η δουλειά σου είναι απλή και άκρως κατανοητή. Βλέπεις στάση, σταματάς, ανοίγεις πορτούλες, φορτώνεις-ξεφορτώνεις. Ούτε ντοκτορά απαιτείται, ούτε υψηλός δείκτης νοημοσύνης".
Και έξω φρενών ποιος σου επιτίθεται; Το πλήθος.
"Άντε μωρέ με τους βρωμιάρηδες, να φύγουνε, να πάνε στη χώρα τους".
Κουνάς κεφάλι υποτιμητικά, και νιώθεις ντροπή, απέραντη ντροπή.
Ντροπή που αυτοί είναι η Ελλάδα, ντροπή που η απανθρωπιά έχει γίνει προσευχητάρι τους, ντροπή που ζεις ανάμεσά τους.

Έλληνες Χριστιανοί.
Έλληνες Χριστιανοί του κώλου.
Κάποιο κεφάλαιο παρέλειψαν από τη Διαθήκη. Δεν μπορεί.
Κάπου μπερδεύτηκαν.

Ελλάδα.
Η χώρα που άλλο υποστηρίζεις κι άλλο είσαι.
Η χώρα που σε κάνει να νιώθεις ένα ικανό και άξιο επί της ουσίας ΤΙΠΟΤΑ.
Η χώρα που οι δηλώσεις έρχονται απανωτά, αλλά δε μετουσιώνονται σε κάτι.

Να νιώθω περήφανη; Γιατί;
Για την Ακρόπολη; Πολύ μπροστά οι αρχαίοι, όντως.
Για τη γλώσσα; Τη σέβομαι, ναι.
Πολιτισμός ουάου.
Θάλασσες, νησιά, πράσινο, ιδανικό κλίμα, θεσάρα στο χάρτη. Ναι.
ΚΑΙ;
ΚΑΙ ΤΙ ΕΓΙΝΕ;
Να ζω δηλαδή προσκολλημένη στο παρελθόν, να μην ενισχύω ούτε στο ελάχιστο το παρών, και να ελπίζω για ένα μέλλον προβατίσιο και γαμάτο. Γιατί είμαι Ελληνίδα. Και γεννιέμαι γαμάτη.
Ξανά-ουάου!

Φτάνει ρε παιδιά!
Ας πάρουμε ένα καθρέπτη κι ας δούμε τι πραγματικά είμαστε.
Ας διαβάζουμε βιβλία, ναι, αλλά όχι μόνο όσα μας βολεύουν.


Ο χορός του Ζαλόγγου, μάθαμε στο σχολειό παιδάκια, υπάρχει για να εξυμνεί τις Ελληνίδες Σουλιώτισσες που αρνήθηκαν -λέει- να ζήσουν υπό τον Τουρκικό ζυγό,  και θυσίασαν μέχρι και τα παιδιά τους για τη λευτεριά. Τώρα βέβαια, αν πεις ότι ανοίγεις και κανα εξωσχολικό, πολλά θα δουν τα μάτια σου. Ιστοριογράφοι (κομπογιαννίτες μάγκα μου) υποστηρίζουν ότι ο χορός επινοήθηκε για να ευλογήσουν οι Έλληνες τα γένια τους, ή για να εμψυχώσουν τους συμπατριώτες τους (μεταγενέστερα φυσικά). Έχει γραφτεί επίσης (από κακοπροαίρετους ρε'συ, μη φανταστείς) ότι οι καμια εξηνταριά αυτές ηρωίδες, είχαν πριν βιαστεί από Τούρκους και κυοφορούσαν Τουρκόπουλα. Κι ότι τα νταβραντισμένα αρσενικά ελληνάκια δεν τη βαστούσαν τέτοια ντροπή και τις ανάγκασαν -λέει- σε σε μια εξαιρετικά γενναία αυτοκτονία. Άκου τώρα τι κάτσανε και σκαρφιστήκανε, μορφωμένοι άνθρωποι.

Διακόσια τόσα χρόνια μετά, MY POINT IS, ποιος σκατά νομίζεις ότι είσαι και ποιος είσαι τελικά;
Ποια ιστορία νομίζεις σε καθορίζει και σε κάνει συμπαντικά ξεχωριστό;
Κούνα λίγο το κεφάλι σου μυγόφτυσμα και άρχισε να ζεις τη ζωή σου ΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ κι όχι ΣΑΝ ΕΛΛΗΝΑΣ! Οι ρίζες είναι κάτω από το χώμα κι εκεί πρέπει να μένουν. Για να μπορείς να βλέπεις την ομορφιά να ξετυλίγεται μπροστά σου!







Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Μοναξιά; Τα Χριστούγεννα;

Έκθεση ζωγραφικής;
Που;
Εδώ;
Να συμμετέχουμε;
Ποιοι;
Εμείς;
Ναι, οκέι.
Έγινε.
Ας συμμετέχουμε.
Τι;
Ανθρώπινο σώμα;
Γυμνό;




"Φέρ'τε μου ένα βάζο, ένα μήλο, ένα κάτι, να τα ζωγραφίσω. Την κυρα-Δέσπω έστω που φοράει αυτές τις σκούρες ρόμπες, τις λουλουδάτες, να της κάνω εγώ ένα πορτραίτο μούρλια. Ούτε μουστάκια θα της βάλω, ούτε κρεατοελιές. Μόνο οι ροζιασμένες ζάρες του προσώπου της θέλω να φαίνονται καλά. Και τα μικροσκοπικά ματάκια, τα μπιρμπιλωτά. Και το πιο ζεστό χαμόγελο του κόσμου, το δικό της. Θα ζωγραφίσω και δυο-τρεις καραμελίτσες εκεί στο πλάι. Αυτά τα ροζ τα λουκουμάκια που μας μοίραζε όταν ήμασταν πιτσιρίκια. Και μετά δηλαδή, που μεγαλώσαμε. Μιλιούνια τα'χε στις τσέπες της. Πω πω, οι πιο φουσκωμένες τσέπες που'χω δει. Γεμάτες με λαδάκια, σταυρουδάκια, καρβουνάκια. Και λουκουμάκια, και λουκουμάκια!"

"Μύριζε κάτι σαν δεντρολίβανο θυμάμαι. Ωραία θα'τανε να αποτυπώναμε και μυρωδιές. Να'χουμε να τις θυμόμαστε για χρόνια. Αυτή τη μυρωδιά του δεντρολίβανου ανάθεμα κι αν την ξεχάσω ποτέ."

"Φορούσε και κάτι δαχτυλίδια, μεγάλα, χρυσαφιά. Στο δεξί χέρι κομποσκοίνια να'χει να δώσει σε όποιον από'μας δεν είχε και στ'αριστερό δυο-τρία ρολόγια.
-Γιατί ρε γιαγιά φοράς τόσα ρολόγια; Ένα φτάνει!
-Εγώ στα νιάτα μου τα στερήθηκα. Ας τα βάλω τώρα όλα μαζί!
Σοφή γυναίκα.
Με αγγελική μορφή και μια πελώρια καρδιά που τους χωρούσε όλους.
Κι αυτούς και τα λουκούμια που τους τράταρε."


~  Θέμα της Έκθεσης (αναθεματισμένο): "Η Μοναξιά των Χριστουγέννων"  ~
Νια νια νια.
Σούξου μούξου μανταλάκια.


Και συνεχώς στο μυαλό μου να τριγυρνάει αυτό το (εξίσου αναθεματισμένο) τραγούδι.
Βαριά φωνή. Γρατζούνισμα κιθάρας.
Και να σου δημιουργούν αυτά τα δύο χαζοπράματα (φωνή και κιθάρα), οχτώ εκατομμύρια συναισθήματα με ένα και μόνο τραγούδι.
Το οποίο παίζει, και ξαναπαίζει, και ξαναπαίζει.
(http://www.youtube.com/watch?v=gWzf__FW5R4 πάρ'τε τα χαμπάρια σας!)


Για κάτσε λίγο ρε'συ. Η μοναξιά των Χριστουγέννων τι σχέση έχει με το γυμνό κορμί;
Μου λες πως πρέπει εγώ να δω ένα γυμνό, ξένο σώμα και να χρωματίσω στο χαρτί, τι; Τη μοναξιά;
Δε μου βγαίνει μοναξιά.
Αμάν.


Είδα κάπου στο διαδίκτυο τις προάλλες την παρακάτω φωτογραφία.




Αυτό μάλιστα.
Αυτό είναι μοναξιά.

Η ζωή που έζησες και που πάει, πέρασε πια.
Η ζωή που εσύ έπλαθες κάποτε με άγνοια του πόσο σημαντικό ήταν αυτό που έκανες.
Δημιούργημα δικό σου ρε παίδες κι ανάμνηση μαζί.





Όταν λοιπόν άκουσα το θέμα της έκθεσης αυτή η εικόνα μου ήρθε στο μυαλό.

Ρε κοριτσάκι μου, μεγάλωσες. Κόψε το μελόδραμα!



"Η κυρα-Δέσπω αγόραζε ένα σωρό φτηνιάρικα κοσμήματα από λαϊκές, παζάρια, πανηγύρια. Σκορπούσε τα ψιλά της αβέρτα και φούσκωνε τις τσεπάρες της όλο και περισσότερο!
Κι ερχόταν μετά όλο χαρά και τα έδινε σ'εμένα. Στα κρυφά όμως, γιατί αν την παίρνανε χαμπάρι οι κόρες της γινόταν το έλα να δεις.
-Αυτό κοίτα το, σ'αρέσει; Έχει πολλά χρώματα. Να το φοράς!
Και το φορούσα.
Κι όταν έσπασε και ξεχύθηκαν όλες οι χρωματιστές χαντρούλες από'δω κι από'κει, εγώ τις μάζεψα σε ένα μικρό πουγκί και τις φύλαξα. Είχαν όντως πολλά χρώματα οι χαντρούλες. Δεν τους έπρεπε να πεταχτούν.
-Καλά ρε μάνα, τι πας και χαλάς τα λεφτά σου σε σαχλαμάρες; Δεν αρέσουν στα παιδιά.

(Και ποια είσαι εσύ να της πεις αυτό που εγώ δε θέλησα ποτέ;)

Τώρα θα πετούσατε τη σκούφια σας για ένα χαζολοΐδι, δωράκι από την κυρα-Δέσποινα.
Τώρα θα πηγαίνατε παρέα της από εκκλησία σε εκκλησία να μοιράσετε τα πρόσφορα που ζύμωνε.
Τώρα η σαβούρα που κουβαλούσε στα σπίτια σας θα ήταν θησαυρός.
Τώρα σας λείπει η σπασιαλιτέ της. Το μοναδικό αυτό τοστάκι από τα χεράκια της!
Τώρα θα τρέχατε κάθε Σαββατοκύριακο και σε διαφορετικό μοναστήρι για χατίρι της."



Καμία θλίψη.
(Καμία θλίψη που να συνδέεται άμεσα με τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια τουλάχιστον.)

Λες και η θλίψη έχει την εποχή της. Λες και δε σε βρίσκει όποτε της κάνει κέφι.
Αν έχεις φτάσει σε σημείο να πιστεύεις πως τις γιορτινές μέρες η θλίψη σε βρίσκει ευκολότερα, είναι γιατί σε κάνανε ευάλωτο με τις εικόνες που σου φτιάξανε. Είναι γιατί ποτίσαν το μυαλό σου με τα πρέπει τους. Για να γίνεις κι εσύ ένας ανάξιος, σαν κι αυτούς. Θέλαν ακόμη έναν με το κοπάδι τους.
Ξεχάσαν να σου πούνε όμως πως στον κόσμο πέρα από τη μίζερη, βαρετή ζωούλα τους και τη μαυρίλα πάνω απ'τα κεφάλια τους, υπάρχει και απέραντη ομορφιά, και υπάρχει και το άλλο, το διαφορετικό, το απρόσμενο, που το λιγότερο που μπορεί να κάνει είναι να σε συναρπάσει! Δε θα το βρεις βέβαια εκεί που σε πάνε να κοιτάξεις, αλλά σε μονοπάτια δικά σου και μόνο. Ουδείς ικανός να σε φτάσει στην ευτυχία σου, απλά γιατί μόνο εσύ ξέρεις το δρόμο. Τρόπους να σε λυγίσουν ψάχνουν οι ηλίθιοι ή τρόπους να σου δημιουργήσουν ανάγκες, νέες, και να σου ξενίζουν (δόξα σοι που το αντιλαμβάνεσαι νωρίς!). Κατραπακιές θα συναντήσεις, η αλήθεια να λέγεται. Και τρικλοποδιές. Καλοβαλμένες από πολλούς κομπλεξικούς καλοθελητές που θα συναντήσεις. Και ναι, είναι γεγονός, μπορεί όλα αυτά τα στραβά να σου συμβούν όταν θα'ναι Χριστούγεννα. Αλλά δεν είναι κανόνας. Και η μικροπρέπεια ορισμένων, δυστυχώς δεν μπορεί να αντέξει ούτε καν στη σκέψη της δικής σου ευτυχίας, ισορροπίας, ανεξαρτησίας, ελευθερίας (μαγικές λέξεις!). Κι αυτό μπορεί και τους συμβαίνει κάθε εποχή του χρόνου, κάθε μήνα, κάθε βδομάδα, κάθε μέρα. Το να προκαλούν με αυθάδεια δυσκολίες στον πλησίον τους, τους τροφοδοτεί με "ζωή" και δύναμη. Πεπεισμένοι κακομοίρηδες που νομίζουν πως η δύστυχη ζωή τους θα γίνει μικρότερο φορτίο, αν ξέρουν ότι το κουβαλάς κι εσύ μαζί τους.



Εμένα πάντως, είτε σας αρέσει, είτε όχι, τα Χριστούγεννα είναι η αγαπημένη μου γιορτή. Κανένα χριστιανικό στοιχείο δεν έπαιξε το ρόλο του, καμία εκκλησία, κανένας παπάς. Είναι κατάσταση άκρως οικογενειακή και φουλ αγαπησιάρικη. Ιεροτελεστία ρε παιδί μου. Με μεγάλωσε, με διαμόρφωσε, κι έγινε κομμάτι μου.
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες το σπίτι μας μετατρέπεται σε παιχνιδότοπο. Παντού Χριστουγεννιάτικα κεράκια, αρκουδάκια, καδράκια, ελατάκια, Αγιοβασιλάκια, πολύχρωμα φωτάκια. Και φυσικά ένα δέντρο υπερφορτωμένο με προπολεμικά στολίδια που αρνούμαστε πεισματικά να πετάξουμε. Η πλειοψηφία αυτών κουβαλά το καθένα τη δική του ιστορία. Την  οποία εγώ είτε θυμάμαι, είτε μου την έχουν εξιστορήσει οι γονείς μου. Τα βάζω όλα στη μπροστινή μεριά του δέντρου, να φαίνονται. Ακόμα κι αυτά που έχουν φθαρεί ή που δεν είναι τόσο εντυπωσιακά και περιποιημένα. Αυτά είναι τα πιο όμορφα. Έχω περάσει όλες τις γιορτές της ζωής μου με την αφεντιά τους. Μιλάμε (σχεδόν κυριολεκτικά) για ένα δέντρο λατέρνα. (Μόνο ο γλυκούλης, ο Αυλωνίτης λείπει. Σκέφτομαι πολύ σοβαρά να καρφιτσώσω καμια φωτογραφία του. Του αξίζει δικαιωματικά μια θέση στο δεντράκι μας.)
Κι ένα καθιστικό, μα ένα καθιστικό, τύπου εργαστήρι του Santa, χωρίς τους τάρανδους και τα ξωτικά.
Στην κουζίνα υπάρχουν κάτι τεράστιες πιατέλες κυρίως με μελομακάρονα, αλλά ενίοτε παίζει να συναντήσεις και τίποτα δίπλες ή κανα κουραμπιέ (αυτούς τους συσκευασμένους μωρέ, που ξέμειναν από τους δώρα φέροντες!). Τα Χριστούγεννα κατά βάση μου αρέσει να τρέφομαι μόνο με μελομακάρονα. Δεν έχω ανάγκη κάτι άλλο. It's my thing. Feed me!
Όταν ήμασταν πιο μικρά, τότε που πιστεύαμε ακόμη στην ύπαρξη του Άγιου Βασίλη, του τυπά με τα ροδαλά μαγουλάκια που κάνει "χο, χο, χο", οι γονείς μου αγόραζαν δώρα σε εμένα και τον αδερφό μου και τα έκρυβαν κάθε χρόνο και σε διαφορετικό σημείο. Πέντε λεπτά μετά την αλλαγή λοιπόν, έπειτα από ενθουσιώδη (μα ακόμη και τώρα ρε Φενάκι;) παρατήρηση πυροτεχνημάτων στον ουρανό, ξεχυνόμασταν τα δύο χαζοχαρούμενα και ψάχναμε σε κάθε γωνιά του σπιτιού να βρούμε που άφησε ο Μπιλάκος την πραμάτεια που του ζητήσαμε στο γράμμα (ναι, έγραφα και γράμμα, του έβαζα και χρυσόσκονη έτσι για να σας προσφέρω λίγο γέλωτα παραπάνω!). Και φυσικά ο χοντρούλης με την κόκκινη φορεσιά ήταν πάντα εντάξει απέναντί μας. Έφερνε ότι του ζητούσαμε, στην ώρα του, και χωρίς να κάνει φασαρία. Πέρασα φάση της ζωής μου που πίστευα πως τον έβλεπα να φεύγει από τη βεράντα μας. "Να'τος έλεγα, μα πόσο γρήγορα εξαφανίστηκε καλέ μπαμπά!". Και δως του κλάμα ο αδερφός μου που δεν πρόλαβε να τον δει, και δως του φούσκωμα σαν παγώνι εγώ που ήμουν τόσο τυχερή και τον είδα για ακόμη μια χρονιά! Έλεγα τότε θυμάμαι πως το πρώτο μου ταξίδι θα είναι στο χωριό του, στα χιόνια. Μου είχανε πει βλέπετε ότι περνάει όλο το χρόνο εκεί και φτιάχνει παιχνίδια για τα παιδάκια. "Ε να πάω να τον βοηθήσω καλέ μαμά!".
Ε δεν πήγα ποτέ.
(Though, you're my destiny Santa!)



Μοναξιά.
Ένα συναίσθημα είναι κι αυτό. Σαν όλα τα άλλα.
Θλίψη; Ναι, μα μετά έρχεται η χαρά.
Κι αγάπη, και ζήλια, και μετά έρωτας κι αισιοδοξία πως θα πάνε όλα καλά.
Ευτυχία ρε παιδιά. Που τα'χεις βρει με τον εαυτό σου, που την καταφέρνεις μόνος σου κι όμως θες να την απολαύσεις παρέα με πολλούς.
Και ναι, είναι κι ο θυμός, έρχεται και φεύγει. Και καμιά φορά ίσως να μείνει και λίγο παραπάνω.
Και λύπη. Μα κι αυτή θα περάσει.
Μίσος, ναι, μόνο να μη σε προσδιορίζει.
Φόβος, μόνο να μη σ'ακολουθεί.
Μπορεί να μην τα απολαμβάνουμε όλα το ίδιο, αλλά τα'χουμε ανάγκη για να νιώθουμε που και που και λιγάκι ζωντανοί.