Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

ΦΤΑΝΕΙ!




  «Αν μπορούσα να σου εξηγήσω μικροσκοπικό μου πλασματάκι πόσο σημαντική είναι η ύπαρξή σου μάλλον δε θα καταλάβαινες. Μάλλον δε θα τρόμαζες όσο τρομάζω εγώ τελευταία που συνειδητοποιώ πόση σημασία ΔΕ σου δόθηκε. Μάλλον η καρδιά σου δε θα χτυπούσε δυνατά για το κακό που σου κάνουν τόσα χρόνια ή για την αδιαφορία που σου δείχνουν ή για τον τρόπο που αγνοούν τη ζωή σου και τις ανάγκες σου. Είναι σκληρό να σε κοιτάζω και να βλέπω τη σπιρτάδα στο βλέμμα σου, τη δίψα σου για επικοινωνία, την ασυγκράτητή σου νοημοσύνη να ξεδιπλώνεται αβίαστα μπροστά μου. Κι εγώ απλά να σε ονειρεύομαι με ένα βιβλίο στο χέρι να αποδεικνύεις σε όλους εκείνους που σε αμελήσανε, πως η αξία σου δεν μπορεί να καταπατείται, δεν μπορεί να οριοθετείται. Αφού είναι εκεί, βγάζει τα μάτια περαστικών που τους χάρισες ένα χαμόγελο, ένα τραγούδι, ένα άγγιγμα, μία ματιά. Ξέρω, σε μάθανε να τα χαρίζεις, σε εκπαιδεύσανε. Αυτό που δε σε μάθανε όμως είναι πώς να διαχειρίζεσαι κρύα και αποστασιοποιημένα μια ουσιαστική τους ανταπόδοση. Ναι, ξέρεις να αρπάξεις τα λίγα που σου προσφέρουν με χαρά. Μα αφού τα πάρεις, οι στόχοι τους τελειώνουν. Κι αρχίζει η ζωή σου, κι αρχίζει η αλήθεια σου.»

  «Πώς μπορούν να σας μαντρώνουν σε σχολεία που δε θα σας δώσουν ποτέ φτερά για να πετάξετε, ποτέ ερεθίσματα να τους ακούσετε, να τους προσέξετε, να εξελιχθείτε. Πώς γίνεται να έχουν βαλθεί να σου ποτίσουν το μυαλό με στείρα γνώση; Κι ενώ εσύ τους απομακρύνεις, κι ενώ εσύ τους απομυθοποιείς, αυτοί στήνουν χορούς στο τέλος κάθε χρονιάς για να γιορτάσεις το χαμένο σου καιρό. Πώς γίνεται να βάζουν κάγκελα στα παράθυρα δίπλα σου και να πρέπει να βλέπεις τον ουρανό, το γαλάζιο του, χωρισμένο σε κομμάτια; Πώς γίνεται οι κουρτίνες τους να είναι σκούρες και βαριές και να σου κρύβουνε το φως του ήλιου; Πώς γίνεται να μη θέλουν να σε εμπνεύσουν; Να σε δραστηριοποιήσουν; Πώς γίνεται να μη θέλουν να σου κρατήσουν το χέρι και να σου εξηγήσουν όλα εκείνα για τα οποία είσαι ικανός και για τα οποία μπορείς να προσπαθήσεις;»

  «Πώς γίνεται να μεγαλώνεις λίγο και να σε ακούν να μιλάς για έννοιες που ακόμα ίσως να μην μπορείς να τις συλλάβεις κι αντί να σου εξηγήσουν, αντί να προσπαθήσουν να πιάσουν τον παλμό σου, σε περιπαίζουν σε ξεπλένικα πάνελ εκπομπών της τηλεόρασης. Πού το βρίσκουν τόσο θράσος; Που δεν έκαναν ποτέ τίποτα για 'σένα, που δεν τους ένοιαξε ποτέ αν το μυαλό σου βυθίζεται, στενεύει, αδρανοποιείται. Που στόχευσαν σε αυτό.»

  «Που χαρακτηρίζουν τη γενιά σου και τον αγώνα σου και τις ιδέες σου και τη ζωή σου και τους ομοίους σου, πλέμπα. Ποιος και γιατί και με ποιο δικαίωμα βγαίνει και χαρακτηρίζει και επικρίνει και εκφράζεται με τέτοιους τρόπους για νέους και ωραίους και ονειροπόλους και επαναστάτες και φωνακλάδες κι ανένταχτους και κουρασμένους και ακούραστους και αηδιασμένους και απορημένους και μουδιασμένους κι απογοητευμένους και χαμένους και αποπροσανατολισμένους και λεφτάδες και μίρλες και λογάδες και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. ΠΟΙΟΣ; Ποιος είναι τόσο ικανός και αρμόδιος να βγει και να σταυρώσει όλα όσα δεν μπορεί να αγγίξει; Όλα όσα μακάρι μια μέρα να τον άγγιζαν αυτά και να τον άφηναν βουβό ή λοβοτομημένο.»

 «Πόσοι αστείοι, ανίδεοι βγαίνουν με κόλπα και τεχνάσματα και ανούσιες επικλήσεις στο παρελθόν και σε κατασκευασμένα γεγονότα (τέτοια ώστε να εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα σαφώς) και δημιουργούν μίσος και ίντριγκα εκεί που δεν υπάρχει. Και κόντρες και μέτωπα και καπήλευση γνώσης και νοημοσύνης και δεξιοτήτων που κατά βάση τους είναι πράγματα άγνωστα. Ποιον να εμπνεύσεις; Ποιον να πείσεις; Τα τσιράκια σου; Πάρ'τα και κάν'τα σαν τα μούτρα σου. Αφού δεν βρέθηκε ένας να τους χτίσει χαρακτήρα ακλόνητο και βουτηγμένο στη λογική και την ανθρωπιά, πάρ' τους και πλάσ' τους όπως τους θες. Σαπιοχαρακτήρες, να σου χαϊδεύουν τα αφτιά και να επαναλαμβάνουν μετά από 'σένα.
Ζ'ΗΤΩ Η ΑΝΆΠΤΥΞΙΣ! ΖΉΤΩ ΟΙ ΣΚΕΥΩΡΊΕΣ!
ΖΉΤΩ ΤΑ ΠΑΣΌΚ ΚΑΙ ΟΙ ΝΈΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΕΣ!»

  «Μικρό μου πλασματάκι, αυτοί θα προσπαθήσουν πολύ, μα εσύ φρόντισε αυτό εδώ το απερίσκεπτο χαμόγελο να μη σου το στερήσουν ποτέ. Αυθεντικότητα και αυθορμητισμός σαν το δικό σου είναι χαρακτηριστικά που αλλάζουν κόσμους, κοινωνίες, φέρνουν τα πάνω-κάτω και τα κάτω-πάνω. Χαμογέλα συχνά, μίλα, τραγούδα, κάνε ερωτήσεις, τρέξε από 'δω κι από 'κει και "κλέψε" ματιές και στιγμές και την προσοχή των ανθρώπων. Μπας και μπορέσουν μια μέρα και δουν κι αυτοί την ελπίδα που 'ναι όλη πάνω σου και τη μαγεία σου που θα κινήσει γη και ουρανούς να φανεί μια μέρα και να φωνάξει δυνατά μέσα στα κεφάλια τους "ΦΤΑΝΕΙ!" »


Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Τα μάτια σου, τα χείλη σου και τ' ανοιγμένα χέρια σου...!


Για δες εδώ...
Αχ, παιδί μου.
Καλοσύνη. Καλοσύνη παιδί μου. Κι αγάπη.
Αγάπη που σου τα τσακίζει τα κόκαλα, στα κάνει να σπαρταράνε τα κορμιά. 
Αγάπη που σου παίρνει και τον ύπνο άμα λάχει -μια και καλή.
Ποιος να το περίμενε; Ποιος να το φανταζότανε;
Καλοσύνη παιδί μου. Καλοσύνη.
Καλοσύνη στην ψυχή τ'ανθρώπου...!

Κι ένα ζευγάρι μάτια.
Μάτια να μπορούνε να σε πνίγουνε μ' αυτό το ζεστό, τ' ατόφιο κοίταμά τους.
Μάτια να λαμπυρίζουνε, μάτια να σε λησμονάνε,
μάτια να σε κοιτάνε όλη την ώρα με την ίδια λατρεία. 
Να σε κοιτάνε επίμονα γιατί φοβούνται μην έρθει η ώρα και σε ξεχάσουνε παιδί μου.
Μην έρθει η ώρα και δε θυμώνται το σχήμα του προσώπου σου, το χρώμα των σκιών του.
Τί γλύκα και τί θάρρος!
Και να σου χαμογελάν πλατιά-πλατιά αυτά τα μάτια.
Να μη σε λυπώνται. 
Να μη σ' αλλάζουνε.
Να σκοτεινιάζεις εσύ, κι αυτά να μη χαμηλώνουνε. 
Να τη ρουφάνε τη μαυρίλα σου, να την αντέχουνε.
Να την αγαπάνε κι αυτήνανε γιατί είναι κομμάτι της ψυχούλας σου.

Παρακάλα να τα συναντήσεις τέτοια μάτια παιδί μου!

Κι ένα ζευγάρι χείλια.
Που να σε πλησιάζουν κάθε ώρα. 
Να σε ψάχνουνε και να σε βρίσκουνε και να μη σε χορταίνουν.
Να θένε να σε γεμίζουν χάδια, και κοκκινάδια.
Χείλια να σου φιλούν τα χέρια τις πιο δύσκολές σου τις ώρες.
Χείλια να στάζουν μέλι για την αφεντιά σου ακόμη κι άμα δεν πρέπει.

Και τέλος, ένα ζευγάρι χέρια.
Δυο χέρια να μην αποτραβιούνται από πάνω σου, να μη σε συνηθάνε.
Και να τα συνηθάς εσύ.
Και να μην κάνεις δίχως δαύτα.
Και να 'ναι κρύα, και να σε κρατάνε και να σε ζεσταίνουν.

Ρε την καλοσύνη τους ανάθεμα...
Δυο μάτια, δύο χείλια, δυο χέρια.
Να τα κρατούσα τα ίδια τ' απαράλλαχτα για κάθε επόμενη ζωή.

Οι άνθρωποι την αλήθεια τους παιδί μου 'κεί τηνε κρύβουνε, 'κεί τηνε φυλάνε.
'Κει τηνε παρατήσανε οι δόλιοι.
Γιατί τα λόγια δεν τους κάνανε.
Γιατί τα λόγια γίνανε εύκολα και φέρανε μεγάλες υποσχέσεις και μεγάλα ψέματα.
Και τα λόγια δεν τ' αλλάζεις.

Τα μάτια τα λες θολώσανε, τα χείλια τα λες παραφιλήσανε και μάθανε.
Τα χέρια τα λες κρατήσανε πολλά άλλα χέρια.

Το παραμυθιάζεις το μυαλό. Το παραμυθιάζεις το κορμί. 
Και τι σε μέλει;
Σάμπως και δε θένε να παραμυθιαστούνε;
Σάμπως και δε θένε να αναστενάξουνε λιγάκι παραπάνω έτσι εκεί μες στο παραμύθιασμα;
Μυαλό μου, μυαλουδάκι μου.
Και κορμί μου, και κορμάκι μου.

Μάθε να τηνε ξεχωρίζεις την αλήθεια τους παιδί μου.
Την αγάπη την αγνά δοσμένη μάθε να την εκτιμάς και να τηνε κρατάς κοντά σου με νύχια και με δόντια.
Μάθε να μάχεσαι γι'αυτά τα λίγα άμα στ' αφήσουν έτσι όμορφα στο προσκεφάλι σου.

Αυτά 'χει ο έρωτας. Αυτά και το παραμύθιασμα.
Μα είναι γλυκό το παραμιλητό, γλυκό το δάκρυ, γλυκιά κι η εικόνα που 'πλασες.
Γλυκό το σκίρτημα παιδί μου, πολύ γλυκό.
Φύλα το να το 'χεις να το θυμάσαι. 
Γράψ' το 'κει χάμου να σε κάνει να το θυμηθείς μια μέρα όπως του πρέπει το πόνεμα.
Να μην ξεχαστεί κι αυτό σαν όλα κείνα τα πρόσωπα.
Σαν όλα 'κείνα τα μάτια, και τα χείλια, και τα χέρια.
Θα'ναι κάτι αυγές πουλάκι μου σε κάτι μπαλκόνια που θ' αναπολείς τα νιάτα,
τα πονέματα, τις απογοητεύσεις και τις νυχτιές που δε λέγανε κάποτε να ξημερώσουν.
Τους πόνους που 'λεγες δε θα γιάνουν, τις πληγές που 'λεγες θ' αφήσουνε σημάδι.

Ρούφα την τώρα τη ζωή από το μεδούλι, να την έχει να τηνε θυμάται το πετσί σου σαν να 'ναι τώρα.
Σαν να μην ήρθε ποτέ του τ' αύριο και σαν να μη σου 'λειψε κανένα χθες.
Γιατί να το ξέρεις παιδί μου, όλοι εκείνοι οι μπερμπάντηδες που σε πατήσανε μίαν ώρα,
θα 'ναι 'κείνοι που θα σου λείπουνε πιο πολύ όταν δε θα μπορείς να θυμηθείς πώς ήταν τότε που 'νιωθες τα πάντα.
Περνάν τα χρόνια κι όλα τα αλύτρωτα που σου 'μειναν θα γενούνε μια μέρα ένα!
Και θα σε σώσουνε. 
Θα σε σώσουνε που τα 'ζησες και θα μπορείς να νιώσεις πάλι κάποτε λίγο πιτσιρίκα και λίγο αγρίμι.
Και θα μοιράσεις τα ευχαριστώ σου και τα συγνώμη σου απλόχερα.
Και θα τους ευλογάς για όλα 'κείνα που σε φόρτωσαν να 'χεις να τα θυμάσαι και να τα λες στα παιδιά σου και στα εγγόνια σου.

Να'ναι γεμάτη η ζωή σου κορίτσι μου.
Να έχεις πράμα να θυμάσαι για να σε ξαλαφρώνει στα γεράματα.
Να λες "έζησα" και να 'χεις ζήσει.
Στα μέτρα και στα σταθμά σου. Στα πρέπει και στα μη σου. Στα ναι και στα όχι σου.
Να τονε κοιτάς τον καθρέπτη και να βλέπεις τα ίδια μάτια που κάποτε μοιράζανε χαμόγελα και καλοσύνη και αγάπη. 
Χέρια και χείλη ακούραστα.
Χέρια και χείλη ασφράγιστα.
Χέρια και χείλη γιομάτα.
Καρδιά ζεστή.
Κι όλες σου οι ρυτίδες οι ταλαίπωρες να 'ναι από σημάδια των καιρών που τ 'αφήκανε αγαπημένοι.


Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Βία σου και βία μου!

"First they came for the Socialists, 
and I did not speak out.
Because I was not a Socialist.

Then they came for the Trade Unionists,
and I did not speak out.
Because I was not a Trade Unionist.

Then they came for the Jews,
and I did not speak out.
Because I was not a Jew.

Then they came for me.
And there was no one left to speak out for me"

(Martin Niemoller)


Να περπατάς, να περπατάς, και η νεκρική αυτή σιγή παρέα με το βουλωμένο βουητό μέσα στα αφτιά μου και στο κεφάλι μου να έρχεται και να φεύγει και να δίνει ήχο σε εικόνες που μάζευα για ώρες και ώρες και ώρες παρατηρώντας μες στον κόσμο τις απαίσιες μαύρες μπότες τους, τις χοντροκομμένες, τις πλαστικούρες, με τα βαριά τους βήματα, σαν σε αργή κίνηση, να σκάνε στο δρόμο και να κάνουν θόρυβο, χωρίς να κάνουν. Εκεί να παραφυλάνε, να μας "συνοδεύουν", να μας περικυκλώνουν σαν τα κοράκια. Να μας τρομοκρατούν. Ω ναι, να μας τρομοκρατούν! 

Κι εγώ το σκεφτόμουν αυτό καθώς τους κοιτούσα, κι όσο το σκεφτόμουν, τόσο ένιωθα τα πόδια μου να κόβονται, και τα χέρια μου να ιδρώνουν, και την καρδιά μου να χτυπάει δυνατότερα και γρηγορότερα, και το μυαλό μου να τρέχει σ'αυτό που έρχεται και να παγώνω, και να σφίγγω στο χέρι μου το Riopan και να ξαναγυρνώ προς το μέρος τους να τους κοιτάζω και να αναρωτιέμαι γιατί μπορεί και με τρομάζει η παρουσία τους, και γιατί αυτή καθεαυτή να είναι έτσι εριστική, και να με θυμώνει, και να με φορτώνει. Κι αν δεν ήταν εκεί όλοι αυτοί, ποιος τρελός θα έβρισκε κάτι άλλο να τον ενοχλήσει; Ποιος; Μάλλον κανείς. Μα πόσοι άλλοι τρελοί σαν κι εμένα θα νιώθαμε πιο ήρεμοι και πιο ασφαλείς αν αυτοί δεν ήταν εκεί να μας κόβουν το δρόμο και να μας δηλητηριάζουν την ανάσα με το έτσι θέλω. 

Και τους κοιτώ και μιλώ στο διπλανό μου για δαύτους κι αυτοί το ξέρουν. Και σαν να προσπαθούν να διαβάσουν τα χείλη μου και να καταλάβουν το πόσο με αηδιάζουν. Μόνο και μόνο που είναι εκεί και στέκονται απέναντί μου και με κοιτούν προκλητικά. Ξέρουν πως σύντομα, πολύ σύντομα, αυτοί θα σκορπάνε δημόσια δωρεάν χημεία κι εγώ θα τρέχω μακριά τους να γλιτώσω. Να ξέρουν όμως πως θα ξαναγυρίσω. Και πως η ασπίδα τους και τα χημικά τους και τα όπλα τους δε με τρομάζουν τόσο. 

Το μεγαλόπιασμα στο βλέμμα τους φοβάμαι. Και το αδικαιολόγητό τους μίσος απέναντι σ'εμένα που δε θα τους έβλαπτα ποτέ. Και την απόλαυσή τους, σαν τους κοιτώ υποτιμητικά όταν ξεχειλίζει η ψευτομαγκιά και η ψευτοεξουσία απ'τα μπατζάκια τους. Κι εκείνη τη φωνή που βγαίνει από τα βάθη της ψυχής τους σαν τους δίνεται το οκέι να πετάξουν στη μέση του δρόμου, ανάμεσα στα πόδια των ανθρώπων, εκείνα τα σιχαμένα μπουκαλάκια που κουβαλάνε επιδεικτικά. "Πάμε να τους..." να φωνάζει και τον παρατηρώ έντρομη και απορημένη να βρυχάται, παίρνοντας χρόνια ζωής που τώρα δα, με μια του κίνηση θα σπείρει τον πανικό σε τόσο κόσμο. 

Κι αν θα μπορούσα δε θα έτρεχα μακριά του, αλλά κατά πάνω του. Αν όμως το δικό μου βλέμμα ήταν πιο αρρωστημένο από το δικό του, δε θα με φόβιζε αυτός, μα θα με φόβιζα εγώ! Κι αν θα σκεφτόταν έστω λίγο, δε θα μ'έβλεπε εχθρό του, μα παιδί του. Κι αν η δική μου ανάγκη τελικά να αλλάξει λίγο αυτός ο κόσμος δεν ήταν τόσο μεγάλη, οι μπότες του δε θα έκαναν καθόλου θόρυβο και οι φωτιές στους δρόμους δε θα'ταν τόσο όμορφες.


Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

«Χίλια τόσα πράματα. Χίλια τόσα κι άλλα τόσα!»


                                                           Hope Sandoval & The Warm Inventions - Blue Bird


Είναι που θες να πεις τόσα, κι άλλα τόσα.
Τόσα που πρέπει να ειπωθούν για να μπορέσεις μετά να συνεχίσεις,
τόσα που σε πνίγουν, τόσα που σε βασανίζουν.
Τόσα που τα'χεις σκεφτεί χίλιες δυο φορές και που τα'χεις προβάρει άλλες τόσες.

Είναι που θέλεις να κάνεις τόσα, κι άλλα τόσα.
Τόσα που τα'χεις θελήσει να συμβούν.
Τόσα που τα'χεις καλοσχεδιασμένα.
Τόσα που τα περίμενες καιρό πολύ.

"Να προλάβω να με ζήσω, να σε ζήσω,
Να προλάβω να μ'αγαπήσω. Κι εσένα. Ναι, ίσως κι εσένα."

Τόσα που έλεγες "θα'ρθουν, αύριο".
Μα δεν πρόλαβαν.
"Αύριο" έλεγα. "Αύριο."
 Και περιμένοντας όλα αυτά τα αύριο, έχανα εγώ όλα μου τα σήμερα!

Χιλιάδες στιγμές που τις έχεις ζήσει, και ξαναζήσει, και ξαναζήσει στο μυαλό σου,
κι έχεις παρακαλέσει να'ρθουν.
Χιλιάδες τραγούδια που ορκιζόσουν μια μέρα θα τα ακούγατε παρέα, θα τα σιγοψιθυρίζατε παρέα.
Μια μέρα, ήταν σίγουρο, θα τα μισούσατε παρέα.

Χίλια τραγούδια σχεδόν, ναι,
και κάπου χίλιες βόλτες που θα κάνατε.

Χίλια ένα, χίλια δύο, χίλια τρία.
Χίλια τόσα.
Άσ'τα αυτά, πάνε, πέρασαν.
Τώρα προσευχήσου για ένα φτου ξελευθερία!

"Μη, μη, μη το κάνεις αυτό. Απλά μη!"

Ρίσκο. Αποκλεισμός, Ρίσκο. Αποκλεισμός. Ρίσκο. Αποκλεισμός. Ρίσκο. Αποκλεισμός.
Και πάλι ρίσκο.
Και πάλι αποκλεισμός.

Είναι τόσα που θες να πεις, τόσα που θες να τα φωνάξεις.
Χίλια τόσα...
Κι όμως, είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται να κάνεις αυτή τη στιγμή.

Μα και μετά από δυο, τρεις... πέντε... δέκα... πενήντα... εκατό...
κάπου χίλιες τόσες στιγμές μετά,
θα'ναι όλα αυτά τόσο ανούσια, τόσο άσκοπα, τόσο ξεπερασμένα.

"Τι σε πονάει πιο πολύ; 
Να σε ρισκάρουν ή να σε αποκλείουν;
Να μη σε σκέφτονται ή να είσαι το πρώτο πράγμα που θα επιλέξουν να ξεχάσουν;"

Το ρολόι δείχνει οχτώ και σαράντα.
Μετράω τα λεπτά η χαζή.
Οχτώ και σαράντα-ένα, οχτώ και σαράντα-δύο, οχτώ και σαράντα-τρία.
Πιέζω τα μάτια μου να κλείσουν, και κλείνουν.
Κι όταν τα ανοίγω, οχτώ και σαράντα τέσσερα.

Οχτώ και σαράντα-τέσσερα κι εγώ μετράω λεπτά.
Και αϋπνίες.
Και νεκρές ώρες.
Και σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις.
Και μισοτελειωμένα τσιγάρα.
Κι όλα αυτά μαζί, κάπου χίλια τόσα.

Στο χώρο επικρατεί χάος.
Μα θα'ρθει η τάξη, το ξέρω, θα'ρθει... αύριο!

Θυμάσαι ένα παιχνίδι που παίζαμε μικρά; τις μουσικές καρέκλες
Θυμάσαι που όποιος έχανε δε συνέχιζε να παίζει;
Τον μάθαμε τον αποκλεισμό από παιδιά.
Θυμάσαι που έβγαινε γρήγορα-γρήγορα από τον κύκλο;
Να μην προλάβει κανείς να το σκεφτεί.
Θυμάσαι που δεν έφταιγε σε κάτι;
Θυμάσαι που εμείς συνεχίζαμε το παιχνίδι μας σαν να μη συνέβη τίποτα; Ευκολία.
Θυμάσαι που δε του ρίχναμε ούτε ένα βλέμμα; Ευκολία.
Θυμάσαι που μετά από λίγο έχανες κι εσύ;

Ανάβω κι άλλο τσιγάρο

Δεν ξέρω ποιον θεό να παρακαλέσω και ποιον να βρίσω.
Ποιον να ευχαριστήσω που όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά,
και ποιον να καταραστώ.
Που τελικά ρίσκαρα κι εγώ.
Που τελικά κι εγώ απέκλεισα.
Εμένα.

"Στημένοι καθόμαστε σαν σε απόσπασμα κι ούτε καν χαμογελάμε ρε!"

Γιατί αν χαμογελάσουμε και φανεί, θα το πληρώσουμε ακριβά.
Και το πληρώνουμε.





Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Υπ'αριθμόν κάτι και μερικά χαμένα τέταρτα.

"We can still save the peace"
Delawer Omar
https://www.youtube.com/watch?v=VFLF-gh4C2M

Κοίτα τα χρώματα.
Κοίτα πως μπλέκονται μεταξύ τους.
Δες το φως, τη σκιά.
Το βλέπεις το αίμα; το φονικό;
Βλέπεις την αγανάκτηση; 
Βλέπεις την ανάγκη της για ελευθερία;
Την ελπίδα αναποδογυρισμένη τη βλέπεις;

Δες την ένταση! 
Τη δύναμή της! 
Τον πόλεμο να της τα καταπίνει όλα!

Είναι σαν να βγάζει ήχους. 
Είναι σαν να ακούς τις κραυγές της που ξεμακραίνουν.
Είναι σαν μερικές σκόρπιες πιτσιλιές να μπορούν να σου λαβώσουν τα χέρια.

Τον νιώθεις πάνω σου το μανδύα που τη βαραίνει, είναι αλήθεια.
Τα χέρια της όμως, τα δάχτυλά της, είναι τόσο στιβαρά, τόσο αποφασισμένα. 
Κι αυτό που την κατασπαράζει το ξέρει και δεν προσπαθεί καν να τα αγγίξει.

Το πρόσωπό της κοιτά γερά ψηλά. 
Και προσμένει κι εκλιπαρεί και μαίνεται.


Ο λαιμός της κρεμιέται από το αναποδογυρισμένο περιστέρι, που μάλλον είναι πληγωμένο, μα δεν είναι. 
Που μάλλον παίρνει ύψος και ώθηση από τις κραυγές της. 
Και τα φτερά του είναι σαν να μη γίνεται να χάσουν ποτέ μα ποτέ την ομορφιά τους, ούτε την καθάρια όψη τους. 
Το περιστέρι αυτό, ακόμη κι έτσι, ανάποδα, είναι εκείνο που άθελά του τραβάει όχι μόνο το χαμένο σου βλέμμα, αλλά και όλη σου την προσοχή. Την ανθρωπιά σου ολάκερη. Με χίλιους τρόπους μπορεί και αλλοιώνει μέσα σε λίγα μόνο δευτερόλεπτα όλη την ηρεμία των ματιών σου, μα και της έκφρασής σου. 
Σε καθηλώνει, σε θλίβει, σε φορτώνει με ευθύνες και ενοχές και δάκρυα και αγάπη.

Δύο και δύο, τέσσερα.
Και δύο, έξι. Και δύο, οχτώ.
Και δύο, δέκα. Και δύο, δώδεκα.

Μέτρα ως το δώδεκα τρεις φορές και προσπάθησε να θυμηθείς τι σου'χει λείψει.
«Φτου και βγαίνω!»
Ανόητε, δεν το ξεκίνησες ποτέ το μέτρημα.

Έμαθα μια καινούρια λέξη τις προάλλες.
Την επόμενη μέρα την είχα ξεχάσει.
Την επόμενη μέρα βέβαια, θυμήθηκα να αδειάσω το τασάκι.
Αντί να το βάλω όμως ξανά στη θέση του, το ξέχασα πάνω στο νιπτήρα.

Διακόσια τόσα χρόνια πρέπει να περάσανε από τότε!
Ή διακόσια τόσα χρόνια πριν είναι το τώρα;
Σαν να έχω μπερδευτεί.

Και στο λέω και δε μ'ακούς.
Και στο λέω και δε με βλέπεις.
Και στο λέω και δε θες να τρέξουμε να σωθούμε.

Ο άνθρωπος σιχάθηκε να ουρλιάζει.
Σιχάθηκε να κοιτάζει τα αστέρια και να μην μπορεί να τα φτάσει.
Σιχάθηκε να κάθεται συνέχεια σ'εκείνη τη λευκή, σιδερένια καρέκλα στην αυλή, που'χει αυτά τα αναπαυτικά τα μαξιλαράκια με τις πράσινες και τις μπεζ και τις μπορντό τους ρίγες. 
Κι εκείνα τα ξύλινα δοκάρια που του κρύβουν τον ουρανό.
Σιχάθηκε να φορά μόνο εκείνο το άσπρο πουκάμισο, που'χει αυτόν τον απαίσιο καλοσιδερωμένο γιακά. 
Άπλωσα το χέρι μου να του χαλάσω την τσάκιση κι έβγαλε δόντια να με φάει. 
Έπειτα επέστρεψε στη ροζ σατέν κρεμάστρα του κι έβαλε το γιακά του να με κοιτάζει ειρωνικά. 
Ούτε να κλείσω την ντουλάπα είχα δύναμη, 
ούτε να απλώσω το χέρι να το κρύψω, 
ούτε να γυρίσω από την άλλη να μην το βλέπω.

Όλα τα σιχάθηκε ο άνθρωπος.
Είναι τόσα τα χρόνια που το γέλιο και η χαρά περάσανε σε δεύτερη μοίρα και που πλέον τα βιώνεις σαν μια καταναγκαστική μετριότητα. Που σχεδόν σου επιβάλλεται και σου επιβάλλεται και σου επιβάλλεται. Μόνο και μόνο για να'σαι σε θέση να πετάξεις τα όποια απομεινάρια ενοχών από πάνω σου όταν έρθει η ώρα.
Να πείσεις τον εαυτό σου πως εσύ προσπάθησες!
Βγαίνεις από το σπίτι κι αντί να σκορπάς εκείνα τα ξεχασμένα σου χαμόγελα, κοιτάς το τσιμέντο κάτω απ'τα πόδια σου. Νιώθεις τη σκληράδα του, ρουφάς λίγο γκρι παραπάνω, προσαρμόζεις τη θερμοκρασία σου στη δική του.
Βλέπεις τετράγωνα πλακάκια κι αντί να παίζεις κουτσό, κάνεις το βήμα σου να μοιάζει στο τετριμμένο, στο σύνηθες, στο αποδεκτό.
Σε κοιτάς σε τζάμια αυτοκινήτων και παρακαλάς να ανάψει πράσινο, να σηκωθεί να φύγει το αυτοκίνητο, να εξαφανιστείς από μπροστά σου. 
Ψιχαλίζει και συναντάς παντού συνωστισμό από πολύχρωμες ομπρέλες, η μία πιο ψηλά από την άλλη, να βολευτούν τα πλήθη. Να βολευτείς κι εσύ, μη σε βρει καμια σταγόνα και τρέξει η μάσκαρα στα μάτια σου και σου θυμίσεις εκείνον τον κλόουν από την παιδική σου ηλικία, ή ίσως εκείνον τον "παλιάτσο" της γειτονιάς σου.

«Τραγούδι λέω δυνατά ν'ακούσουν όλα τα παιδιά, ν'ακούσει η πολιτεία.
  Κι απ'το τραγούδι μου αυτό "παλιάτσοι" άλλοι εκατό να βγουν στην κοινωνία!»


Μη φοβάσαι.
Δεν έχει κραυγές εδώ, μάτια μου.
Ούτε πολέμους, ούτε αναποδογυρισμένα περιστέρια.

Και τώρα πες μου, τι ακούς;
«Ακούω παιδικές φωνές!»


Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

simple as that.


"Some days, you'll feel sad without knowing why.
 Like you lost something very precious but forgot what 
it was, or you miss someone you never met."
 -Unknown




Μα πότε ήταν η τελευταία φορά που σε είδα;
Έβρεχε;
Μακάρι να έβρεχε!
Τα γυαλιά σου τα φορούσες;
Νομίζω είχες κάτι κίτρινα.
Τα μαλλιά σου πώς ήταν τότε; Δε θυμάμαι.
Να'χεις ακόμη εκείνη την τεράστια ανάγκη να πας στο διάστημα;
Ποτέ σου δε φαντάστηκες πως το ήξερα, ε;



-Έλα να συζητήσουμε λίγο.
-Για τι πράγμα; Για φωτιές; Για τέχνη; Να στρίψω τσιγάρο;
-Για τα πάντα! Στρίψε, ναι. Και για'μένα ένα.
-Ξέρεις κάτι;
-Τι; 
-Το βλέπεις το νήμα;
-Ποιο; αυτό;
-Ναι αυτό. Θέλω να το κόψεις.
-Δεν μπορώ.
-Γιατί; 
-Γιατί δεν μπορώ.
-Ένα απλό νήμα είναι.
-Όχι. Είναι εκεί για να μπορεί να ψαρεύει αστέρια το φεγγάρι.

Είχα στερεώσει την πιο παλιά σου φωτογραφία στον καθρέφτη, κάτω δεξιά. 
Νομίζω είχε ένα γαλάζιο φόντο και φορούσες ένα άσπρο μπλουζάκι.
Κι είχα κι άλλη μία στο πορτοφόλι μου.
Μόνο που σ'αυτή φορούσες κάτι παλιόρουχα δικά μου.

-Θες παγωτό φράουλα;
-Θέλω μια μοβ κορδέλα και μια μικρούλα θύμηση.

-Θες μια πυξίδα;
-Θέλω!
-Αν ποτέ βρω καμία θα σου τη δώσω.
-Θέλω αυτά τα μαύρα παπούτσια τότε.
-Θέλεις στις έντεκα και δεκαεπτά να με πάρεις τηλέφωνο να μιλήσουμε;
-Θέλω!
-Θες να έρθει ο χειμώνας;
-Θέλω!
-Μα είσαι μακριά τους χειμώνες.
-Πιο κοντά από ποτέ είμαι.

-Δε σε θυμάμαι καθόλου.
-Είναι κι αυτό ένα συναίσθημα, σωστά; το να μη θυμάσαι.
-Ναι, είναι.

Γυρνάω από'δω κι από'κει και όλο στύβω το μυαλό μου, και όλο προσπαθώ να καταλάβω, κι όλο προσπαθώ να θυμηθώ. 
Μα βλέπω μόνο εικόνες με κάτι πολύχρωμα φουστάνια. Και κάτι ροζ κάλτσες.
Που μακάρι να μπορούσα να τραβήξω λίγο μια μικρή κλωστούλα τους και να τις ξηλώσω.

-Μου αρέσει να περπατάω τα μεσημέρια το χειμώνα.
-Μου αρέσει να ψάχνουμε οι δυο μας για περάσματα.
-Μου αρέσει που δε χρειάζεται πάντα να μιλάμε.
-Μου αρέσει που όταν κολλάω σε βιτρίνες με περιμένεις.
-Μου αρέσει που στις βιτρίνες βλέπεις ουράνια τόξα.
-Μου αρέσει που μόνο εσύ το ξέρεις κι αυτό.
-Μου αρέσει που μόνο εγώ το ξέρω κι αυτό.
-Πάμε;

-Είχες πολλά να πεις;
-'Οχι. 
-Ούτε εγώ είχα.
-Το ξέρω.

-Μπορείς να ρίξεις λίγο φως εδώ;
-Όχι.
-Λες και χρειάζεται...

Ακόμη κι αν έρθεις σήμερα ή αύριο ή ποτέ, εγώ θα το αντέξω.
Ξέρω, βαρέθηκες να μην τ'ακούς!

-Δεν μπορώ να καταλάβω!
-Μα σου εξήγησα!
-Πότε;
-Θυμάσαι που σ'έβγαλα με το ζόρι απ'το ταξί;
-Ναι.
-Θυμάσαι που τους ξύπνησα όλους;
-Θυμάμαι.

Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ γιατί έγιναν όλα όπως τα θέλανε οι άλλοι.
Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ πότε γνωριστήκαμε!
Έβρεχε; Μακάρι να έβρεχε! Γυαλιά φορούσες τότε;
Τα μαλλιά σου θυμάμαι πως ήταν. Χάλια.
Να'χες από τότε την ανάγκη να πας στο διάστημα;
Ούτε που φανταζόμουν πως θα μου τη δημιουργούσες κι εμένα αυτήν την ανάγκη.

Πότε ήταν τελικά που γνωριστήκαμε γαμώτο; 
Νομίζω δε σε είχα συμπαθήσει πολύ. Νομίζω ούτε εσύ.
Νομίζω δε "χωρίσαμε" ποτέ από τότε.

-Ωχ, το χάλασα.
-Κρίμα.
-Μα έχω φτιάξει τόσα άλλα!
-Το ξέρω.
-Λυπάμαι που το χάλασα.
-Κι αυτό το ξέρω.
-Πάμε να περπατήσουμε;
-Πάμε!

Έντεκα και δεκαεπτά.
Το ρολόι έχει δείξει έντεκα και δεκαεπτά τόσες πολλές φορές από τότε.
Κάπου στις έξι χιλιάδες, τριακόσιες ογδόντα έξι φορές.
Μάντεψε πόσες φορές χτύπησε το τηλέφωνο.
Έντεκα και δεκαεπτά το πήρα απόφαση πως η ταπετσαρία στους τοίχους ήταν απαίσια.
Είχες μια χαζή πορτοκαλί φούστα. Κι ένα χαζό πορτοκαλί κραγιόν.
Την πέταξα την ταπετσαρία.
Οι τοίχοι είναι έκτοτε πορτοκαλί.

"A love like that was a serious illness, 
an illness from which you never entirely recover!"
-Charles Bukowski


Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

"E ρε και να'χαμε πάντα μαζί μας μιαν Αθήνα για το ξημέρωμα..."



Μεγαλώνω.
Κι εσύ μεγαλώνεις.
Όλοι μεγαλώνουμε.

Ζω και μεγαλώνω, και το βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια, και το ξέρω πια καλά.
Mα δε με πειράζει όπως παλιά.
Έχω το παρελθόν εκεί, να με βαραίνει κι εγώ να το νοσταλγώ.
Να το νοσταλγώ κι ας ξέρω πως δε θα συμφιλιωθώ ποτέ μα ποτέ μαζί του.
Γιατί το παρελθόν μας καθορίζει, μας διαμορφώνει, δεν αλλάζει κι είναι πάντα εκεί να μας θυμίζει πώς αποκτήσαμε βήμα-βήμα όλα τα τρωτά μας σημεία.
Εικόνες ζωντανές, χειροπιαστές,
σαν να σου μιλάνε και σαν να τις φοβάσαι.


«Δεν είναι που πια οι άνθρωποι αρνούνται να τα παίξουν όλα για όλα, 
είναι που θέλουνε να γίνεις κι εσύ σαν κι αυτούς.
Δεν είναι που φοβούνται να σ'αφήσουν να κοιτάξεις, 
είναι που δε θέλουνε να δούνε όλα όσα εσύ μπορείς.
Δεν είναι που τρέχεις να προλάβεις όσα δε σε έκαναν ποτέ σου ευτυχισμένο,
είναι που δε φρενάρεις πουθενά.
Ούτε που ποτέ δε φαντάστηκες πως αυτοί που αναζητάς, μόνοι τους είναι καλύτερα. 
Είναι που δε θες να είναι μόνοι.
Δεν είναι που δε σε φοβάμαι, μα που σε φοβάσαι εσύ.
Δεν είναι που μετράμε κέρματα, είναι που δεν τα στέλνουμε στο διάολο.
Δεν είναι που ψάχνω πόρτες με αυλές, είναι που βρίσκω τοίχους χωρίς χρώμα.
Είναι που μάλλον τελικά εμείς μεγαλώνουμε, μα οι ψυχές μας μικραίνουν.»


Παλεύω.
Κι εσύ παλεύεις.
Όλοι παλεύουμε.


Άλλοι σε τσιμεντένια υπόστεγα, άλλοι στην Κουμουνδούρου, στην Πατησίων, στην Ομόνοια.
Άλλοι σκαλίζοντας σκουπίδια, κι άλλοι σκαλίζοντας το μέσα τους σε σπίτια ζεστά και "ασφαλή" ή σπίτια ζεστά και άδεια, άδεια, άδεια.
Μυρίζει ο κόσμος από μακριά...
Μυρίζει ξενύχτι, μαρτύριο, αλκοόλ, πίεση, και ίσως, λέω ίσως, που και που,
ανθισμένη ακακία τον Απρίλη!



«Άλμα στο κενό από ταράτσα!»
«Μάνα βρήκε το γιο της κρεμασμένο!»
«Αυτοκτόνησε στην αυλή του σπιτιού του!»
(Να, βλέπεις, να κι ένας που είχε αυλή. Και δεν υπάρχει πια.)


Αθήνα, καλοκαίρι 2014.

Θα μου λείψει η Αθήνα.
Το ξημέρωμα στο κέντρο, στα στενά του Μεταξουργείου, της Πανόρμου, των Εξαρχείων.
Ξημέρωμα στο δρόμο να προσπαθείς να θυμηθείς που έχεις παρατήσει το αμάξι,
ξημέρωμα να βρίζεις μεθυσμένος, μετά να γελάς.
Και μετά... να μη θυμάσαι το μετά.
Και μες στο πιώμα να περιφέρεσαι χαμένος και να αγνοείς όλους εκείνους τους τυχαίους γύρω σου.
Εγκαταλελειμμένοι(η).
Επιβιώνουν. Παραπατούν.
Παραπατώ κι εγώ...

Να χορεύεις όλο το βράδυ μες στο ρυθμό. Ή και χωρίς ρυθμό.
Τα μάτια σου να τσούζουν, η φωνή να βγαίνει με δυσκολία.
Το σώμα σου σαν να τρέμει, εσύ σαν να θες να εξαφανιστείς.
Και να κάνεις λάθη, πολλά λάθη, και τρέλες,
και να λες λόγια, πολλά λόγια, και να δίνεις υποσχέσεις,
και να μη θυμάται κανείς τίποτα απ'αυτά αύριο.
Έτσι είναι η νύχτα, αδέξια.
Σκοτεινή.
Γεμάτη ψέματα.
Τόσα όσα χρειάζονται μέχρι το πρώτο φιλί...

Περατζάδες στην Αρεοπαγίτου, να'ναι αργά, χωρίς φώτα.
Να βλέπεις μόνο φιγούρες ανθρώπων.
Να πλησιάζουν και να απομακρύνονται.
Να έρχονται και να φεύγουν.
Να μη σε βλέπουν, να μη σε ξέρουν, να μη σε μάθουν ποτέ.
Να ακούς φωνές, γέλια, σκυλιά να γαβγίζουν.
Να περπατάς σαν υπνωτισμένος.
Να ψάχνεις ένα παγκάκι να καθίσεις με μια μπίρα στο χέρι, δυο-τρεις καλούς φίλους,
και όλοι μαζί εκεί να ξέρετε ότι αυτό σας παρα-είναι αρκετό..


Μεταξουργείο.
Καφενέδες, πεζοδρομάκια γεμάτα κόσμο, ξενυχτάδικα, μπουρδέλα.
Γνωστοί, άγνωστοι.
Παιδιά.
Είναι τα φτηνά ποτά, οι ωραίες μουσικές,
τα μαγαζιά του που γίνονται στέκια με το έτσι θέλω.
Είναι τα χρώματα, το καρναβάλι.
Περπατάω, περπατάω, περπατάω...
Εδώ ο κόσμος μπορεί και να σου χαμογελάσει ξέρεις.
Μπορεί και να σε κοιτάξει στα μάτια.
Μπορεί.



Την αγαπάω την Αθήνα.
Κι ας λέω όλη την ώρα πως θα φύγω.
Όταν κάθομαι και το σκέφτομαι, τους θυμώνω.
Χρόνια ολόκληρα πασχίζουν να μας πείσουν πως είναι δική τους.
Χρόνια ολόκληρα την ποδοπατούν, τη μαυρίζουν, τη στενεύουν.
Κι όμως, δεν ήταν ποτέ δική τους. Ποτέ.
Δική σου ήταν πάντα.
Δική σου και δική μου!

Αλήθεια την αγαπάω την Αθήνα.
Έμαθα να τη ζω, να την αφουγκράζομαι.
Ο θόρυβος, η κίνηση, ακόμη και η βρωμιά που αναπνέω μου έχουν γίνει σχεδόν απαραίτητα.
Έμαθα να ζω μαζί της, να μεγαλώνω, να μαθαίνω, να ανακαλύπτω.
Να αλλάζω κι εγώ κι αυτή κι όλα να κυλάνε σαν να μη μας αφορούν.
Σαν να'μαστε περαστικοί.
Κι ασήμαντοι.
Και σαν κανείς ποτέ να μη θυμάται τις ατέλειωτες βόλτες στις πλατείες της.
Και σαν να μη σήμαιναν ποτέ τίποτα.
Σαν να μην ήταν αρκετές να μας κρατήσουν κοντά της.

Αιμορραγώ.
Κι εσύ αιμορραγείς.
Όλοι αιμορραγούμε.

Κι όμως μπορώ και θέλω να τη δω αυτήν την ομορφιά που ακούω τόσα χρόνια,
αυτήν που τη διαβάζω,
αυτήν που την έχω ονειρευτεί νομίζω.
Και θέλω να θες κι εσύ.
Όποιος κι αν είσαι, όπου κι αν είσαι,
κάνε κάτι και δες την κι εσύ!

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

ζΩή!



"Είναι αυτό που λέμε ζωή...

Να τη νιώθεις στο πετσί σου, να την ακούς, 
να σε τρομάζει και να σε προκαλεί.

Ζωή!

Ζωή, ζωή για λίγο, ζωή για πολύ, ζωή για όσο.

Ζωή γι'αυτούς που την αντέχουν, ζωή γι'αυτούς που την μπορούν.

Ζωή να τρέχεις για ώρες και ώρες μακριά της,
και κάτι άλλες να τη ζητάς σαν τρελός.

Ζωή να την πιεις στο ποτήρι μονομιάς ή να την φτύσεις με αηδία. 

Ζωή να σε σοκάρει ή να σε αφήνει με το πιο γλυκό χαμόγελο του κόσμου.

ΖΩΗ!"

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

ΕΚΔΙΚΗΣΗ.















"Αν είναι να κοιτάς πίσω συχνά,
φρόντισε να'χει λιακάδα.
Η εκδίκηση να είναι ελαφριά,
να μπορεί να την αντέξει η αγνή ψυχή σου!
Κοίτα να μπορείς να την κουβαλάς,
να την κοιτάς στα μάτια και να έχει κάτι από'σένα.
Κοίτα μη σε συνεπάρει και χαθείς,
κοίτα μη σε ψάχνεις και δε σε βρίσκεις πουθενά!
Γιατί εσύ είσαι πάνω απ'όλα,
εσύ και το καθαρό σου βλέμμα!"

(χαρτοπετσέτα και στιλό.)
-Πες μια λέξη.
-Τι λέξη;
-Πες μου μια λέξη και θα σου γράψω κάτι γι'αυτή.
-Οποιαδήποτε;
-Οποιαδήποτε.
-Εντάξει. Εκδίκηση.
-Εκδίκηση; (...) Ορίστε.
-Πως μπορείς;
-Μπορώ.
-Περίμενα να διαβάσω κάτι πιο θυμωμένο.
-Γιατί;
-Δεν ξέρω.
-Πρόσεξε. Πρέπει η κάθε λέξη να σου βγάζει ότι πιο καλό έχεις μέσα σου.
-Λες και ξέρω πως γίνεται.
-Να προσπαθείς τουλάχιστον.
                                                                                                       
                                                                                                          Αντίπαρος, 1/9/2013
                                                                                                             

                                                                                                                   

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Αν όλα είχαν γίνει λίγο πριν. Ή λίγο μετά. Ή ποτέ.


                                                       (Mayakovsky-Untitled, Mecano)



Πέρασε καιρός.

Ξημερώματα σχεδόν.
Και κάπνα. Πολύ κάπνα.
Λίγα φώτα. Λίγες φιγούρες.
Ατμόσφαιρα βαριά, αποπνικτική.
Οι γύρω φάτσες γνώριμες, ο χώρος οικείος, η βραδιά επικίνδυνα αδιάφορη.
Μια ξύλινη μπάρα, ένα χαζό σκαμπό.
Ένα ποτήρι κρασί που άδειαζε και γέμιζε συνεχώς.
Και μια γαμημένη τζαμαρία, εκεί, να σε κρατάει πίσω. Σχεδόν να σε ορίζει.
Να θες να πάρεις μια καρέκλα και να τη σπάσεις.
Ή μάλλον καλύτερα να τη γεμίσεις με κάθε λογής αφίσα, πόστερ,
να μη βλέπουν οι "μέσα" τους "απ'έξω" και οι "απ'έξω" τους "μέσα".


«Τρέξε ρε, και ζήσε προστατευμένος και στεγνός.
  Άσε τον έρωτα να χαζεύει τη δίχως πληγές πλατούλα σου, τη δίχως γρατζουνιές, δίχως σημάδια, 
  τη δίχως λόγους να λυγίσει.
  Εκεί, στητός, περήφανος, αποστειρωμένος. 
  Μη μαυρίσει λίγο η ζωούλα σου,
  μη γελάσει λίγο το χειλάκι σου αβίαστα, δυνατά, αληθινά.
  Όλα μελετημένα, όλα αναμενόμενα.»


Και σε μιαν άκρη, μακριά από την καταραμένη τζαμαρία, ένας πιωμένος.
Παρέα με άλλους πιωμένους.
"Ωραίους" πιωμένους.
Ένας βγαλμένος από κάτι παλαιικό.
Ένας καθόλου άξεστος.
Ένας λίγο θρασύς.
Κι όλη του η ζεστασιά, και η ευγένεια, που τα έχεις δει και σε έχουν γοητεύσει καιρό πριν, εξαφανισμένα.
Όλα στο βωμό του πιοτού, και της νύχτας, και του ρυθμού της μουσικής, που είχανε γίνει ένα μαζί του.
Όλα για να σε γοητεύσουν ακόμη περισσότερο.
Όλα για μια νύχτα που δεν έπρεπε να την αφήσεις να τελειώσει.




"Αν ήμουν γκόμενα θα'θελα να χορεύω με αυτόν εκεί τον τύπο."
Άγνωστος μακρυμάλλης, με ακουμπισμένο κεφάλι στον τοίχο και θολωμένα μάτια, έχει βαλθεί να σε τρελάνει με αυτά που ξεστομίζει.
Να τον βρίσεις;
Να τον αποφύγεις;
Να τον στείλεις στο διάολο;
Μα γιατί; Την αλήθεια λέει.
Και ποια δε θα ήθελε εκείνο το βράδυ να χορεύει με αυτόν εκεί τον τύπο...

«Περίεργη η νύχτα.
Κρύβει φόβο. Που βγαίνει από τα πιο βαθιά σημεία του μέσα σου.
Κι αντί να γίνεσαι κομμάτι της, την τρέμεις, την αρνείσαι.»


Με το τσιγάρο στα χείλια, να μιλάς κι αυτό να πηγαίνει πάνω-κάτω σαν μαριονέτα,
ψάχνεις πάνω στην μπάρα έναν ρημάδη αναπτήρα.
Ποτήρια, κανάτες, καπνοθήκες... να περνάνε απ'τα χέρια σου και να αλλάζουν θέση.
Το τσιγάρο στο στόμα σου να τραντάζεται ακόμη πιο πολύ.
Εσύ, νευρικά, να αλλάζεις χίλιες όψεις.
Το μόνο που ζητάς με τόση μανία είναι μια τζούρα νικοτίνη.
Ένα παχύ σύννεφο καπνού γύρω από το πρόσωπό σου.
Να σε ζαλίσει, να βρωμίσει την ανάσα σου.
Να κάνει τα μάτια σου να τσούξουν.
Κι αυτός, ο πολυπόθητος αναπτήρας, η λύση στα προβλήματά σου,
να έρχεται από'κει που δεν τον περιμένεις.
Από'κει που ούτε καν τόλμησες να σκεφτείς ότι θα έρθει.

Από έναν πιωμένο.
Από έναν θρασύ.




                                                                                                                                      
Και να ακούς τους παλμούς σου να αυξάνονται σε κλάσματα δευτερολέπτου και να μην μπορείς καν να σηκώσεις το κεφάλι να τον κοιτάξεις. Να θες, αλλά να μην μπορείς.


Και δεν μιλάμε για μια τυχαία ματιά.
Μιλάμε για μια ματιά γεμάτη λαγνεία, ναι λαγνεία.
Και μια γλυκιά ντροπή ταυτόχρονα.
Μια ντροπή που δε σταμάτησε ποτέ κανένα.

Σαν ένα απροκάλυπτο "σε θέλω" θα ήταν αυτή η ματιά.
Θα είχε κάτι από απερισκεψία και τόλμη.
Κάτι από μια ασυγκράτητη επιθυμία (κι άφθονο αλκοόλ να τη σιγοντάρει)!
Κάτι από διάθεση για ξεμυάλισμα...
Κάτι από ανάγκη να το ζήσεις...
Κάτι από διαίσθηση, παραίσθηση, ψευδαίσθηση...
Κάτι από... τέλος πάντων, προς κάτι που το έχεις ήδη ποθήσει!


«Κάπου έγραψα πως το τέρμα μου θέλω να'ναι η ελευθερία μου. 
Όταν με ρώτησαν τι εννοώ, απάντησα πως θέλω να έχω πάντα "υποχρέωση" απέναντι σε όσους αγαπάω και πάντα να μπορώ να το απολαμβάνω το ίδιο, και με την καρδιά μου. Να μπορώ να είμαι γερή και δυνατή, κι εκατό τοις εκατό ερωτευμένη, και τρελή, κι εξαρτημένη, και προσηλωμένη, και δοσμένη σε έναν έρωτα που δε θα με "πνίξει" ποτέ και που δε θα το βάλει κάτω.»

 «Ελευθερία είναι να μη φοβάσαι να μιλήσεις, να γελάσεις, να εκτεθείς, να παραφερθείς.
 Έρωτας είναι να σε χαζεύει όταν μιλάς, να πεθαίνει όταν γελάς, να έχει χίλιους λόγους παραπάνω να σ'αγαπάει όταν εκτίθεσαι. Κι όταν παραφέρεσαι, να παραφέρεται κι αυτός μαζί σου.»



Και ο καιρός πέρασε.
Κι αυτός παραμένει απλά ένας άγνωστος.
Που ίσως τελικά να μην είναι και τόσο άγνωστος.
Και ίσως να μην είναι τίποτα που να θες ή να μη θες.
Αλλά είναι αυτός που είναι.
Και μάλλον του χρωστάς μια ματιά.





Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

"Να μην ξεχάσω να σε ζήσω λίγο ακόμα."



Κ. Φ. 
ετών 86

"Θα σου φτιάξω ένα σπίτι μέσα στη θάλασσα" μου έλεγε. "Θα σε βάλω μέσα να κελαηδάς!".
" Ό,τι πει το κορίτσι μου, ό,τι πει η Φωφώ. Το κινεζάκι μου!". Με είχε βαφτίσει. Το όνομά μου ήταν. Μου έκανε έτσι κι έλεγε "δείτε το κινεζάκι!".
Από το μαγαζί με έπαιρνε τηλέφωνο συνέχεια. Κάθε μέρα, πολλές φορές. Και μου έλεγε "βάλε εκείνο το δίσκο στο πικάπ, σου στέλνω ένα τραγούδι, άκου το!". Ή με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε "εγώ θα σου κάνω τα πάντα!".
Δε μου χάλαγε εμένα χατίρι. Ό,τι και να του'λεγα. Να του'λεγα τώρα πήγαινε στη θάλασσα να πνιγείς, θα πήγαινε. Ναι. Ήταν καλόψυχος. Μόνο να μην τον πείραζες, δε στα χάριζε. Όχι εμένα βέβαια. Ήταν καλό παιδί.




Ο θείος ο Γιάννης τρελαινότανε για τον παππού. 
"Αυτός είναι άνθρωπος, νοικοκύρης ρε, νοικοκύρης!".
Μόλις ερχότανε Κυριακή μεσημέρι, ντρίιιν το τηλέφωνο ο Γιάννης.
"Τι κάνετε εκεί πέρα ρε; Ξεκουμπήστε ελάτε πάνω!". 
Μπαίναμε στο αυτοκινητάκι μας, πηγαίναμε. Πολύ ωραία χρόνια. Τι χορούς που κάναμε εκεί στου θείου του Γιάννη το σπίτι, τι τραγούδια! Μέχρι το πρωί. 
Φώναζε ο θείος ο Γιάννης "που'ναι η Φωτεινή; έλα'δω!". Πρώτη στο χορό μ'έβαζε εμένανε.
Και του αδερφού μου, του Μιχάλη, του άρεσαν πολύ τα τραγούδια. Από τον Άγιο Βασίλη (Αγίου Βασιλείου-οδός κοντά στο σπίτι μας-) ακουγότανε το τραγούδι που έκανε για να'ρθει. Αυτός εμένα με λάτρευε. Το όνομά μου το'χε μες στα χείλη του. Πάρα πολύ μ'αγαπούσε. Πήγαινα στην Καλογρέζα, είχε ένα καλυβάκι, ψευτοκαλυβάκι. Το δώσανε αντιπαροχή και τακτοποιηθήκανε. 

Ωραία χρόνια!

Είχαμε το δικό μας αυτοκινητάκι, κουκλί. Το γυάλιζα εγώ εδώ έξω στο δρόμο. Κανείς άλλος δεν είχε αυτοκίνητο. Του είχε ο παππούς ένα ωραίο σιέλ χρώμα. Ήταν πολύ ωραίο αυτοκίνητο.
Ο Γιωργάκης, το παιδί που δούλευε στο μαγαζί με τον παππού, το χάιδευε το αμαξάκι μας, το πρόσεχε, το γυάλιζε κι αυτός. Τον παίρναμε τον πιτσιρικά και πηγαίναμε καμιά φορά εκδρομή στο χωριό του, να δει τη μάνα του και τ'αδέρφια του. Εκεί να δεις κάτι γκρεμοί μέχρι να φτάσουμε! Κοίταγες κάτω κι έλεγες "τώρα θα φύγουμε με τ'αμάξι, και θα πνιγούμε". Είχε μια λίμνη εκεί. Κι έλεγε ο Γιωργάκης "Ο παππούς είναι οδηγός! Τίποτα κακό δε θα συμβεί!".
Παίρναμε τ'αμαξάκι και πηγαίναμε παντού, παντού. Και στην Ανάβυσσο όλη την ώρα βόλτες. Ή στη θεία τη Χρυσούλα. Όλο φεύγαμε τα Σαββατοκύριακα. Δεν έμενε ο παππούς σου μέσα.


Είχαμε και το πλεκτήριο. Κάναμε πλεκτά. Τριάντα πέντε γυναίκες πλέκαμε. Είχαμε βάλει αγγελίες. Με άδεια δούλευα. Πήγαινα εγώ στη Ροζαρή, στην Πατησίων πιο κάτω, και μου'λεγε αυτός "όταν φέρνεις τη βαλίτσα κι είναι γυναίκες μέσα στο μαγαζί, δε θα την ανοίγεις, δε θέλω άλλο μαγαζί να'χει τα πράγματα που έχω εγώ τα ίδια". Δεν ήθελε. Ήθελε να'ναι ξεχωριστός. Πολύ μ'αγαπούσε κι αυτός, ο Ερρίκος, Ερρίκο τον λέγανε. Εκεί, να δει τα πλεκτά, να τα απλώσουμε, να τα βγάλουμε εκείνα τα μπεμπέ, εκείνα τα φορμάκια, εκείνα όλα που κάναμε, πω, πω, πω, παπουτσάκια μπεμπέ, καλτσάκια και χεράκια. Τριάντα πέντε γυναίκες δουλεύαμε. Πάρα πολλά λεφτά, πώς το πήραμε το οικόπεδο. Και που δεν έδινα πλεκτά. Σ'αυτόν και στον άλλον τον Πρατικάκη. και στον Πειραιά που ήταν οι Αμφιλόχιοι. Αυτοί κι αν μ'αγαπούσανε. Βαλίτσες πλεχτά πέρνανε. Βαλίτσες, βαλίτσες, βαλίτσες. Έπαιρνα τα χιλιάρικα στίβες. Στίβες τα χιλιάρικα. Πολύ ωραία μαγαζιά! Μαγαζιάαα! Πελώρια, χανόσουνα μέσα. Τι δουλειές που κάναμε τότες! Πω, πω, πω! Όλη νύχτα ο παππούς εβελόνιαζε. Αλλά ήτανε παληκάρι μωρέ, δεν ήτανε γέρος. Όλη νύχτα. Κι εγώ και η κυρα-Χριστίνα που έμενε απέναντι, και η Όλγα. Καλά, πέθανε αυτή τώρα. 

 Πολλή δουλειά ο παππούς. Τον έφαγε η δουλειά. Δούλευε, δούλευε, δεν ήτανε τεμπέλης. Για να φτιάξουμε το σπίτι. 

Ήταν η θεία η Ιουλία εδώ, στον Ιερόθεο, είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο, γιατί ήταν ο άντρας της οδηγός, στα λεωφορεία. Κι από αυτήν ήρθαμε εδώ. Λέει "πάμε Φωφώ να δεις κάτι οικόπεδα". Ήταν ερημιά, ερημιά, δεν είχε άνθρωπο. Χωράφια. Πρόβατα και κατσίκες βόσκανε. Κι όταν ήρθαμε με τη θεία την Ιουλία και ψάχναμε οικόπεδο, δε μ'άρεσε κανένα, ήτανε μικρά, μικρά, μικρά. Τα μόνα μεγάλα ήταν αυτό και στη γωνία, αλλά μου λέει ο παπά-Σταμάτης "μην πάρεις γωνιακό γιατί επειδή δεν είναι στο σχέδιο υπάρχει πιθανότητα να στο κόψει ο δρόμος. Θα γίνει ο δρόμος, είτε μικρός, είτε μεγάλος, και θα μικρύνει το οικόπεδο". Και μου λέει "πάρε μεσαίο, πάρε μεσαίο να με θυμάσαι". Και πήρα το μεσαίο. Πήγαμε στον παπά-Σταμάτη και τα κανονίσαμε. Έκανα παζάρια εγώ, ουουου, τονε χόρευα. Κι έλεγε αυτός "ρε τι διαολάκι είναι τούτο, αυτό είναι πολύ διαολάκι". Όταν το κλείσαμε το οικόπεδο, ο θείος ο Γιάννης ήρθε εδώ και το είδε και πέταγε λεφτά. Ναι, το θυμάμαι. Κι ο αδερφός μου, ο Μιχάλης. Κι οι δύο πετάγανε λεφτά. Πολύ ευχαριστηθήκανε τον καιρό που το πήρα εγώ το σπίτι, το οικόπεδο αυτό. Πολύ, πάρα πολύ, πάρα πολύ.

Ήτανε καλός άνθρωπος ο παππούς σου. Και περνάγαμε ωραία, κι αγοράσαμε και το οικόπεδο. Το μαντρώσαμε, το αυτώσαμε, το περιορίσαμε. Ήρθαμε και χτίσαμε. Μας το γκρεμίσανε, το ξαναχτίσαμε, μας το ξαναγκρεμίσανε, το ξαναχτίσαμε. Τους έλεγα: βρε αγόρια, γιατί τα κάνετε αυτά; Δέκα φορές μας το γκρεμίσανε. Μια φορά δεν έβγαινα απ'το σπίτι να το γκρεμίσουνε και με τιμωρήσανε. Μου σπάσανε τα χέρια και με βάλανε φυλακή. Και κοιμήθηκα κι ένα βράδυ στη φυλακή. Ένα βράδυ. Καθόμουνα όλη νύχτα στην καρέκλα. Δε με χτυπήσανε βέβαια εκεί, απαγορευότανε τα γυναικόπαιδα. Αλλά με κρατήσαν ένα βράδυ μέσα.
Ο παππούς με το Δημητράκη, τον πατέρα σου δηλαδή, που ήτανε μικρό παιδάκι, μου φέρανε σοκολάτες. Το'χε ο παππούς μαζί του το παιδί. Μέναμε στο ενοίκιο τότε, δεν είχαμε κάνει ακόμα ούτε σπίτια, ούτε τίποτα, τίποτα.

Εγώ θα το φτιάξω, του λέω, θα το φτιάξουμε το σπίτι Καραγιάννη. Θα το φτιάξουμε.
Δε μπορούσα να βγάλω όμως άδεια, δεν ήταν στο σχέδιο. Τι λεφτά χαλάσαμε που το χτίζαμε και μας το γκρεμίζαν. Λέω, πούστηδες, θα το χτίσουμε το σπίτι.
Του'πα μια μέρα ενός ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ, του λέω είναι ντροπή σου. Βάρα εμένα, μόνο μη μου χτυπήσεις το παιδί γιατί θα σας σκοτώσω όλους. Ο Δημητράκης από πίσω "μαμά, μαμά"! Το παιδάκι μου!
Οι αστυνομικοί, ναι, με χτύπησαν με τα γκλομπ για να με βγάλουν έξω να το γκρεμίσουν. Κάναμε όμως δικαστήριο και το κερδίσαμε. Γνώρισα εκεί ένα Κρητικάκι, που ήταν ο εισαγγελέας, και μου λέει "από που είσαι;". Λέω, το χωριό Κερά, στην Κρήτη, το ξέρεις; Το ήξερε. Εσύ από που είσαι, του λέω. "Απ'το Λασίθι". Απ'το Λασίθι;; Άντε ρε διάολε του λέω, κοίτα εκεί πέρα να χτίσω. Και μου λέει ο εισαγγελέας "Καραγιάννη, ότι μου πεις θα κάνω. Προτιμάς να τον δικάσω που σε χτύπησε ή να σου δώσω μια άδεια να χτίσεις το σπίτι;". ΑΔΕΙΑ! Και μου δώσανε άδεια κι έχτιζα εγώ. Ο διπλανός γκρεμιζότανε κι εγώ έχτιζα με τούβλα και με κολώνες το σπίτι. "Γιατί", μου λέει ο εισαγγελέας "αυτό που κάνανε, που σε χτυπήσανε, απαγορεύεται αυστηρώς στα γυναικόπαιδα". Πολύ καλός ο εισαγγελέας, πολύ καλός.
Αυτός που πήγε να με βγάλει από το σπίτι, μ'είχε χτυπήσει και τον χτύπησα κι εγώ. Κι έλεγε στο δικαστήριο "πιο πολύ ξύλο έφαγα εγώ απ'αυτήν". 'Άντε ρε φύγε από'δω, δεν ντρέπεσαι, μπάτσο.
Μα, χωροφύλακας από'δω, χωροφύλακας από'κει, χωροφύλακας από'δω, χωροφύλακας από'κει. Τι στο διάολο θέλανε; Του λέω του ενός άντε φύγε από'δω πέρα.

Μετά μας έδωσε το χαρτάκι, ερχόντουσαν απ'έξω από το σπίτι και φωνάζανε "κυρία, κυρία...". Ωπ, παρουσίαζα το χαρτί απ'τον εισαγγελέα, έφευγε το εκατό. Την άλλη μέρα άλλο εκατό. Τα ίδια. 
"Κυρία, θα γκρεμίσουμε το σπίτι". 
Λέω, σαν μπορείς γκρέμισ'το! Μόλις βλέπαν το χαρτί φεύγανε. Εμείς χτίζαμε. Εννιά έχει ο μήνας.

Ένα βράδυ, ήρθε κάποιος και χτύπαγε την πόρτα. Κι ήμουνα και μόνη μου. Είχα χεστεί πάνω μου. 
Ήταν πολύ γερή η πόρτα, μια σιδερένια. Κάτι σίδερα χοντρά, τέτοια. Την έχει η Ασήμω στο χωριό.
Εγώ δεν έβγαινα να δω ποιος είναι. Του φώναζα μόνο να σηκωθεί να φύγει. Και μετά από λίγο έφυγε.

Είχαμε και μια ωραία βεράντα, μεγάλη, με μια στρογγυλή κολώνα. Ήτανε διαφορετικό το σπίτι τότε. Όχι όπως είναι τώρα. Ερχόταν η Χρυσούλα και κάναμε παρέα το βράδυ.
Καλά χρόνια ήτανε. Καλά ήτανε!



Πόσο ευτυχισμένος μπορούσες (και μπορείς) να είσαι με τα απλά, τα καθημερινά;

Μια βόλτα με το αυτοκίνητο στην εξοχή. Να ρουφάς καθαρό αέρα, χρώματα και εικόνες.
Επισκέψεις σε φίλους, συγγενείς. 
Και γλέντια και τραγούδια και χαρές.
Ένα τηλεφώνημα αγάπης. Ενδιαφέροντος. Να το λαχταράς, κι αυτό να έρχεται. 
Υποσχέσεις από καρδιάς που μπορεί ποτέ να μην πραγματωθούν, μα δε σε νοιάζει καθόλου.
Ένα παλιομοδίτικο πικάπ, ένας δίσκος, ένα τραγούδι απ'αυτόν που αγαπάς. 
Να σου γεννάει κι άλλες εικόνες, κι άλλα συναισθήματα. 
Να σου γεμίζει το στομάχι πεταλούδες!
Μια αφιέρωση ρε παιδιά. Τι πιο απλό; Αγνή. Πραγματική. Ανθρώπινη.
Ένας άντρας που μαχόταν πλάι στη γυναίκα της ζωής του να κατακτήσουνε τον κόσμο, μα και τη ζωή.
Πόση αγάπη;
Άνθρωποι που ζήσανε μαζί μια ζωή. 
Ή μάλλον -καλύτερα- άνθρωποι που αντέξανε να ζήσουνε μαζί μια ζωή. 

Έχω μια γιαγιά που πάσχει από άνοια.
Μια γιαγιά που έχασε τον άνθρωπό της πριν είκοσι χρόνια, κι ακόμη κοιμάται και ξυπνάει με τη σκέψη του.
Ακόμη μιλάει για εκείνον και βουρκώνει. 
Ακόμη θυμάται όλες τις ιστορίες τους. Ρομαντικές και μη.
Και μου τις διηγείται. 
Κάθε μα κάθε μέρα. 
Με την ίδια ένταση στο βλέμμα και στη φωνή.
Μπορεί να ξεχνάει ότι μια ιστορία μου την είπε μόλις πριν από πέντε, δέκα λεπτά, όμως η ιστορία θα βγει και θα ξαναβγεί από το στόμα της ατόφια κάθε φορά. 
Νιώθω τη θλίψη της, τη νοσταλγία, την ομορφιά εκείνων των χρόνων και την ειλικρίνεια της αγάπης τους.
Μου λέει πως το πιο σκληρό ήταν που μοιραζόταν με τον παππού μου το ίδιο κρεβάτι για σαράντα ολόκληρα χρόνια, και ξαφνικά μια μέρα έπρεπε να συνηθίσει να κοιμάται μόνη της. 
Και κοιμάται μόνη της. Σε ένα άδειο σπίτι, επί είκοσι χρόνια.
Πιστή στη μνήμη και στα όσα την έκανε ο άνθρωπός της να αισθανθεί.
Κοντεύει ενενήντα χρονών κι όταν μιλάει για εκείνον, γίνεται ξανά νέα. 
Βλέπεις τη σπίθα στα μάτια της. Βλέπεις τη δύναμη που της δίνει η ανάμνησή του.
Ενενήντα χρονών, και θα πεθάνει μια μέρα ερωτευμένη, χορτασμένη και ολοκληρωμένη.

Αυτές τις ιστορίες αγάπης αξίζει να θυμόμαστε. 
Ανθρώπους που γέρασαν μαζί. Και που ούτε καν ο θάνατος δεν μπόρεσε να μπει ανάμεσά τους.