Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Σπέσιαλ πίπολ, την ευλογία σας/κάτι_σαν_αμφίπλευρες_εμορφιές.


                                                           True love will find you in the end - Headless Heroes

Ναι, ξέρω, ποτέ δε σου άρεσε ο τρόπος που λειτουργούσε το μυαλό μου, ή το πώς επέλεγα η χαζή, η αφελής, να προσεγγίζω τις πραγματικότητες που γνώριζα ή που ανακάλυπτα κοντά σου, ή ακόμα και το πώς πρότασσα ανώριμα μπρος απ'όλα την ανθρωπιά μου. Κι εσύ όλο έλεγες πως αυτή η ανθρωπιά στην οποία αναφερόμουν, θα ήταν πάντα η καραμέλα όλων εκείνων που ποτέ μα ποτέ δε θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο, κι ότι αυτοί, μόνο θα απολάμβαναν μια μέρα την αλλαγή που θα ερχόταν λόγω κάποιων που όντως θα την έφερναν με τους ουσιαστικούς τους κόπους. Θυμάμαι με ενοχλούσε που κάπου μέσα σου πίστευες πως εγώ δε θα κόπιαζα για όσα πίστευα, που νόμιζες πως χρησιμοποιούσα όλα αυτά τα τόσο σημαντικά για εμένα, μόνο και μόνο για να αποφύγω τη σκληρότητα αυτού του κόσμου και την πιθανή αναποτελεσματικότητα των "τακτικών" μου.

Θυμάμαι ήθελα τόσο να σου εξηγήσω πόσο πνιγμένη ένιωθα μέσα στους τοίχους που μας στριμώχνουν από τη μέρα που γεννιόμαστε και πόσο πολύ με ενοχλούσε να βλέπω τον κόσμο γύρω μου να το συνηθίζει και να μη διαμαρτύρεται. Μου είχες πει πως ένιωθες να ζεις σε ένα κόσμο που αρνιόταν να σε καταλάβει, ή ακόμη χειρότερα ένα κόσμο που δεν ήθελε να ξυπνήσει, να αντιδράσει, να σταθεί δίπλα σου. Έναν κόσμο που σε αντιμετωπίζει σαν να είσαι εσύ ο περίεργος, ο τρελός, ο παρανοϊκός. Θυμάμαι τα μάτια σου πετούσαν σπίθες κι ήθελα τόσο να σου πω ότι υπάρχουν φορές που νιώθω κι εγώ το ίδιο. Αλλά δεν ήξερα πώς να σου το εξηγήσω, πώς να σε κάνω να μη γελάσεις, αλλά να καταλάβεις πόσο με πίεζε που από μικρή όταν τους έδειχνα το στραβό κι όταν διαμαρτυρόμουν για αυτό, ήμουν η διαφορετική κι αυτή που έπρεπε να κάνει πίσω ή να σωπάσει ή να μην απορήσει.

«Θυμάμαι όταν πήγαινα στην έκτη Δημοτικού είχαμε για δασκάλα μας την κυρία Γιώτα, μία πολύ όμορφη, περιποιημένη κυρία, γύρω στα τριάντα-πέντε τότε. Η κυρία Γιώτα, στην αρχή της σχολικής χρονιάς, είχε φτιάξει έναν αρκετά μεγάλο λευκό πίνακα από χοντρό χαρτόνι και είχε γράψει στην αριστερή μεριά, το ένα κάτω από το άλλο, τα ονόματα όλων των μαθητών της τάξης, με αλφαβητική σειρά. Μας είχε ενημερώσει πως όποιος μαθητής έκανε κάποια έξτρα εργασία πέραν των μαθημάτων της ημέρας, θα έπαιρνε από ένα αυτοκόλλητο αστεράκι στον συγκεκριμένο πίνακα. Ο μαθητής με τα περισσότερα στο τέλος του τριμήνου θα κέρδιζε νομίζω κάποιο δώρο, ή κάτι τέτοιο. Την επιβράβευση που μας είχε τάξει δυστυχώς δεν τη συγκράτησε η μνήμη μου. Εννοείται πως όλοι (ειδικά οι πιο "καλοί" μαθητές) αρχίσαμε να κάνουμε μετά μανίας ότι χρειαζόταν για να συλλέξουμε όσο το δυνατόν περισσότερα αστεράκια και να διακριθούμε μέσα στην τάξη. Ο καιρός περνούσε και ο "αγώνας" καλά κρατούσε.
Το πρώτο τρίμηνο οι δύο πρώτες ήμασταν εγώ και άλλη μία κοπέλα, με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Τελικά, την "κέρδισα" γιατί κατάφερα να μαζέψω δύο-τρία αστεράκια περισσότερα. Θυμάμαι είχα νιώσει τόσο καλά με αυτή μου τη νίκη και ειδικά που ξεπέρασα τη συγκεκριμένη συμμαθήτριά μου.
Το δεύτερο τρίμηνο συνεχίσαμε να προσπαθούμε και οι δύο με την ίδια μανία να ξεπεράσουμε η μία την άλλη. Μας είχε γίνει τεράστια εμμονή. Η καθηγήτρια το είχε καταλάβει και φρόντισε με τον τρόπο της να βγούμε ισοπαλία την τελευταία μέρα. Δεν μου πολύ-άρεσε αυτή της η απόφαση, αλλά δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί μάλλον αυτό ήταν το πιο σωστό και το πιο δίκαιο, αφού το έλεγε η δασκάλα.
Εκείνη την ημέρα λοιπόν, που μας ανακοινώθηκε η ισοπαλία μας, συνέβη κάτι πάρα πολύ περίεργο. Η κυρία Γιώτα μας έβαλε όλους μαζί να διαβάσουμε ένα κείμενο από ένα βιβλίο. Ένας άλλος συμμαθητής μας, ο Ευθύμης, την ώρα που διαβάζαμε το κείμενο, ασυναίσθητα έπαιζε με το μπλάνκο του κι έκανε θόρυβο. Η κυρία Γιώτα χωρίς να του κάνει καμία παρατήρηση, ζήτησε από'μένα να σηκωθώ, να πάρω το μπλάνκο του Ευθύμη και να το πετάξω από το παράθυρο. Το ίδιο ασυναίσθητα λοιπόν κι εγώ, σηκώθηκα από την καρέκλα μου και ήμουν καθ'όλα έτοιμη να εκτελέσω την εντολή της δασκάλας μου. Για κάποιο όμως υπέροχο λόγο, κοντοστάθηκα και σκέφτηκα πως αυτό το μπλάνκο δεν ήταν ιδιοκτησία μου και δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω κάτι τέτοιο. Εξήγησα έτσι στη δασκάλα μου το συλλογισμό μου, εκείνη όμως επέμεινε έντονα. Οπότε το μόνο πια που μπορούσα να κάνω ήταν να της πω πως αν αυτό ήθελε, θα έπρεπε να το κάνει μόνη της.
Μετά όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ακολούθησε ένα "μπορώ εγώ, κυρία" ερχόμενο από την αντίπαλό μου, ένα αυθόρμητο "μην τολμήσεις" δικό μου, ένα ψυχρό βλέμμα κι ένα "σιωπή" από τη δασκάλα μας, η οποία με μια απλή κίνηση σηκώθηκε και ξεκόλλησε ένα δικό μου αστεράκι και το κόλλησε στη συμμαθήτριά μου, ανακηρύσσοντάς την έτσι νικήτρια του τριμήνου.
Θυμάμαι που δεν έκλαψα καθόλου, ούτε πληγώθηκα. Θυμάμαι που μόλις χτύπησε το κουδούνι βγήκα γρήγορα-γρήγορα από την τάξη και πήγα να μαζέψω το μπλάνκο του Ευθύμη από το προαύλιο, παρέα με αυτόν κι άλλους δύο φίλους μας, τον Άκη και το Λάμπρο, και μετά κάτσαμε σε κάτι σκαλοπάτια όλοι μαζί σοκαρισμένοι με τη νέα αυτή πληροφορία. Μια πληροφορία που ποτέ πριν δεν είχε περάσει,ούτε καν ξυστά, από το παιδικό μυαλό μας.
(Αδικία από την εξουσία. Συνάντηση πρώτη!)
Η χρονιά συνεχίστηκε αδιάφορα σχεδόν. Δεν ξαναμίλησα στη συμμαθήτριά μου. Ο Ευθύμης μου ζήτησε να γίνω το κορίτσι του. Και το τελευταίο τρίμηνο δεν έκανα ούτε μία εργασία για να διεκδικήσω κάποιο αστεράκι. Κι όταν η κυρία Γιώτα την τελευταία μέρα ζήτησε μια ΑΝΩΝΥΜΗ έκθεση αξιολόγησής της από όλα τα δωδεκάχρονα της τάξης, εγώ έγραψα όλα όσα είχα στο μυαλό μου, καλά και κακά (και το ονοματεπώνυμό μου) και δε με ένοιαζε καθόλου που η κυρία θα τις διάβαζε όλες δυνατά μέσα στην τάξη, ούτε που στη δική μου έβαλε τα κλάματα και βγήκε έξω να ηρεμήσει.»

Ναι, το ξέρω, πάντα σχεδόν, γελούσες μαζί μου και με τον τρόπο που επέλεγα να σκέφτομαι και να λειτουργώ, ή με το πώς συνήθιζα να ονειρεύομαι τον κόσμο. Και κανείς δεν μπορούσε να σε σταματήσει, γιατί το σημαντικό για εσένα ήταν να ακουστείς. (Σε καταλαβαίνω, την κουβαλάω κι εγώ για χρόνια αυτή μου την ανάγκη.) Κι όμως δε θύμωσα ποτέ μαζί σου, δεν απογοητεύτηκα ποτέ. Ήξερα. Έβλεπα. Περνούσε ο καιρός κι εσύ προσπαθούσες. Και δεν το περίμενα ποτέ αυτό. Το λαχταρούσα, μα αλήθεια, δεν το καταλάβαινα. Κι όταν το είδα να συμβαίνει κι εσύ να μη φοβάσαι κι εγώ να μη χορταίνω, έτρεμα με το πόσο εύκολο μου ήταν να σου αφεθώ και με το πόσο πολύ δεν ήθελα να προσπεράσω -σαν να ήταν συνηθισμένα- όσα συνέβαιναν. Ήθελα να θυμάμαι όλες τις λέξεις. Κάθε κίνηση, κάθε ματιά, κάθε αυθόρμητο ψεγάδι στο πρόσωπό σου. Κάθε σταμάτημα, κάθε βήμα. Κάθε αγκαλιά και κάθε φιλί και κάθε χάδι που μου χάρισες δίχως να το παρα-σκεφτείς. Προσπαθούσες και πολέμησες για λίγο και τα κατάφερες και σου'γινε πηγαίο κι αναγκαίο ίσως και ανώδυνο, σχεδόν.

Και ξέρω, ναι, πρέπει μάλλον όλα αυτά να μείνουν εκεί πίσω. 
Ήθελα όμως τόσο πολύ να σου πω να μη σταματήσεις ποτέ να προσπαθείς, κι ας μη σου είναι εύκολο κάποιες φορές. Όχι για εμένα τώρα πια, αλλά για εσένα! (Εγώ, και ποτέ να μην προσπαθούσες, μπορούσα να το κάνω και για τους δυο μας.) Θέλω να είσαι ευτυχισμένος και όσο γίνεται πιο πλήρης. Και να νιώθεις πάντα στη ζωή σου, με όλους τους πιθανούς τρόπους, πώς είναι να αγαπιέσαι. Και πώς είναι να δίνεσαι.

Δεν έπεσα ποτέ έξω μαζί σου. Το'βλεπα το τσαλάκωμα, δε μου το έκρυψες ποτέ άλλωστε, κι ευτυχώς, γιατί μέσα σε αυτό έβρισκα όλα σου τα καλά, τα ανεκτίμητα. Και δεν ήθελα τίποτα περισσότερο από'σένα. Τα είχα όλα. Ήσουν ήδη πολύς και συγνώμη που το είδα αυτό απ'την αρχή σου και το εκμεταλλεύτηκα όσο μπορούσα. Τα ήθελα όλα αληθινά, και συνέβαιναν. Αληθινά, σημαντικά, χειροπιαστά, κι απλά, πολύ απλά. Και σε σκεφτόμουν όλες μου τις ώρες. Και ίσως να σε είχα ανάγκη τελικά για να με μάθεις πώς να αγαπάω τα σκοτάδια μου, που κάποτε φοβόμουν. Και το έκανα κοντά σου, γιατί είδα κι εκεί σκοτάδια, που δεν είχα ξαναδεί. Και ήταν όμορφα. Τόσο όμορφα. Και τα κατέκτησα.

Και ένιωθα ευλογία. Όχι για πρώτη, μα για μια ακόμη λιγοστή φορά. 

Κάθε φορά που σε κοιτούσα, κάθε φορά που σε άγγιζα, κάθε φορά που σου μιλούσα, ένιωθα ευλογία που σε είχα εκεί κοντά και που δε σε περίμενα ποτέ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου