"... και δε μου αρέσει που σου γράφω μέσα από αυτήν εδώ την καταραμένη μαύρη τρύπα. Μόνος μου σπρώχτηκα σε αυτή κι έπεσα, τις προάλλες, εκεί που δε σκεφτόμουν και σαν να έσβηνα λίγο-λίγο. Άκουγα απ'έξω γιατρούς να μιλάνε. Και να λένε, να λένε... κι εγώ δεν ήξερα τι έπρεπε να σκεφτώ εκείνη την ώρα κι έτσι σκεφτόμουν τα ξενύχτια μου -που καμιά φορά σε ενοχλούσαν, που με περίμενες να γυρίσω, που είχα κάνει τη νύχτα μέρα, που μύριζα κρασί και τσιγάρο-, να μου τραβάνε χαρακιές πάνω σε ότι μου είχε μείνει από σάρκα. Κι είχαν βαλθεί, κατάλαβα, να βρουν οστά, ανάθεμά τα, να βγάλω ήχο."
"Και δεν τα γράφω αυτά τώρα επειδή λείπεις από'δω. Αν και αλήθεια θέλω να σου κάνω χώρο να έρθεις να κάτσεις εδώ δίπλα μου, κι ας ξέρω δε χωράμε και οι δύο μες στην τρύπα. Μάλλον τα γράφω γιατί δεν ξέρω αν θα μου φύγεις και αν θα είμαι εκεί κοντά σου, και το φοβάμαι που δεν ξέρω. Και πόσο θέλω η χαζή να σου πω πως σ'αγαπάω. Μα το φοβάμαι και αυτό. Όχι από ντροπή, μα για να μη μου φανεί σαν αντίο. Δεν είναι αντίο. Είναι που πνίγομαι."
" Όταν με ρωτάς τα νέα μου το βλέπω πόσο σου λείπω. Και σήμερα, μετά από καιρό, σε είδα κι εσένα να φοβάσαι. Και φοβήθηκα κι εγώ ακόμη περισσότερο. Όπως τότε μέσα στο αμάξι, που με κοίταζες και μου μιλούσες και μου εξηγούσες κι έκλαιγες. Και σταμάτησα να ακούω και δεν ήξερα τι να πω ή τι να κάνω και το αμάξι ήταν σταματημένο και ήθελα να ξεκινήσει ή να βγω απ'αυτό ή να αναπνεύσω ή έστω να καταφέρω να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου. Και το ξέραμε πως άλλαξα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και πως η ζωή από'κει και πέρα κάθε μέρα θα έπρεπε να είναι καινούρια και ανασφαλής. Και κάθομαι τώρα πάλι και σκέφτομαι και παρακαλάω πως δεν μπορεί, οι γιατροί θα σωπάσουν κι εγώ θα μπορώ πάλι να ακούω μόνο εσένα να μου λες να προσέχω τα τραμ στους δρόμους. Κάθε φορά που μου το λες εγώ γελάω, μα μόνο σήμερα θυμήθηκα πόσο πολύτιμη είναι η αγάπη που μου έχεις και πόσο σου λείπουν και μου λείπουν οι κουβέντες μας. Κι άκουσα πάλι γιατρούς να ψιθυρίζουν σε αποστειρωμένους διαδρόμους. Και είδα εσένα καθιστή σε μια άχρωμη καρέκλα να μετράς τα λεπτά και να μην ξέρεις προς τα που να κοιτάξεις, Κι αμέσως είδα τα τραμ να πλησιάζουν κι ένιωσα μία λύτρωση."
"Ο Τσάρλι περπατούσε στο μετρό και πατούσε κουμπιά και ρωτούσε πάντα αν μπορεί να κάνει το ένα ή αν μπορεί να κάνει το άλλο. Του είπα ότι μπορεί να κάνει τα πάντα! Και δεν ήθελε νομίζω. Τον εκνεύριζαν οι γιατροί στο κεφάλι μου κι άρχισε νευρικά να χτυπά τα πόδια του στο πάτωμα και να προκαλεί την οργή των θεών. Και το αποκρουστικό βλέμμα των περαστικών. Και την προσοχή των παιδιών και ίσως όλων των αθάνατων ψυχών που παρασύρθηκαν μια μέρα από ένα ρημάδι τραμ."
"Πάλι τα ίδια ακούω. Και είμαι μακριά. Και σε βλέπω. Και φοβάμαι μη γυρίσω και δε σε βρω εκεί. Τώρα ναι, σε βλέπω και σε ακούω, και οι εκφράσεις του προσώπου σου με ησυχάζουν έτσι γλυκά που τις αλλάζεις. Και ξέρω, θα έρθω να σε βρω, στο λέω, και δε θέλω τους γιατρούς σου να μιλάνε τόσο πολύ. Να μη χρειάζεται! Και δε θέλω άλλο να φοβάμαι μη σε χάσω. Γιατί δεν ξέρω πώς είναι να ζω χωρίς εσένα, ούτε να μάθω θέλω. Ποτέ δε θέλησα. Πάνε χρόνια που τον γνώρισα αυτόν το φόβο κι έμαθα να'μαι παρέα του. Μα κάθε φορά που κάνει να πλησιάσει πιο κοντά, θέλω να τρέξω, να εξαφανιστώ. Να σε πάρω όμως κι εσένα μαζί μου και να βρω ένα τρόπο να μη σε πειράξει ποτέ κανείς!"
"Το μισώ που κι εσύ ακούς γιατρούς συνεχώς και που ζεις με την αγωνία πως θα φύγεις έτσι γρήγορα και χωρίς να το καταλάβεις καλά-καλά! Το μισώ που μετράς στιγμές και λεπτά αντίστροφα εδώ και χρόνια! Και σε καμαρώνω που μπορείς και συνεχίζεις σαν να μην έχεις περάσει ήδη τόσα και τόσα. Σε καμαρώνω που δεν το βάζεις κάτω και που πάντα βρίσκεις όλη αυτή τη δύναμη κι όλη αυτή την ενέργεια να ζεις τη ζωή σου και να αγαπάς, και που πάντα φοράς αυτά τα πλατιά σου τα χαμόγελα στο πρόσωπό σου που το λατρεύω και που το ξέρω απ'έξω κι ανακατωτά!"
"Ο Τσάρλι λέει να σε προσέχω και να μη σε βγάζω από το μυαλό μου δευτερόλεπτο! Ο Τσάρλι λέει να σε βλέπω όπου κοιτάζω και να σε κάνω φυλαχτό μου! Ο Τσάρλι φωνάζει στους γιατρούς να σωπάσουν, στα τραμ να σταματήσουν και στο χρόνο να τρέξει και να πάρει μαζί του ό,τι παλεύει να σε πάρει από'μένα!"
"Και δεν τα γράφω αυτά τώρα επειδή λείπεις από'δω. Αν και αλήθεια θέλω να σου κάνω χώρο να έρθεις να κάτσεις εδώ δίπλα μου, κι ας ξέρω δε χωράμε και οι δύο μες στην τρύπα. Μάλλον τα γράφω γιατί δεν ξέρω αν θα μου φύγεις και αν θα είμαι εκεί κοντά σου, και το φοβάμαι που δεν ξέρω. Και πόσο θέλω η χαζή να σου πω πως σ'αγαπάω. Μα το φοβάμαι και αυτό. Όχι από ντροπή, μα για να μη μου φανεί σαν αντίο. Δεν είναι αντίο. Είναι που πνίγομαι."
" Όταν με ρωτάς τα νέα μου το βλέπω πόσο σου λείπω. Και σήμερα, μετά από καιρό, σε είδα κι εσένα να φοβάσαι. Και φοβήθηκα κι εγώ ακόμη περισσότερο. Όπως τότε μέσα στο αμάξι, που με κοίταζες και μου μιλούσες και μου εξηγούσες κι έκλαιγες. Και σταμάτησα να ακούω και δεν ήξερα τι να πω ή τι να κάνω και το αμάξι ήταν σταματημένο και ήθελα να ξεκινήσει ή να βγω απ'αυτό ή να αναπνεύσω ή έστω να καταφέρω να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου. Και το ξέραμε πως άλλαξα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και πως η ζωή από'κει και πέρα κάθε μέρα θα έπρεπε να είναι καινούρια και ανασφαλής. Και κάθομαι τώρα πάλι και σκέφτομαι και παρακαλάω πως δεν μπορεί, οι γιατροί θα σωπάσουν κι εγώ θα μπορώ πάλι να ακούω μόνο εσένα να μου λες να προσέχω τα τραμ στους δρόμους. Κάθε φορά που μου το λες εγώ γελάω, μα μόνο σήμερα θυμήθηκα πόσο πολύτιμη είναι η αγάπη που μου έχεις και πόσο σου λείπουν και μου λείπουν οι κουβέντες μας. Κι άκουσα πάλι γιατρούς να ψιθυρίζουν σε αποστειρωμένους διαδρόμους. Και είδα εσένα καθιστή σε μια άχρωμη καρέκλα να μετράς τα λεπτά και να μην ξέρεις προς τα που να κοιτάξεις, Κι αμέσως είδα τα τραμ να πλησιάζουν κι ένιωσα μία λύτρωση."
"Ο Τσάρλι περπατούσε στο μετρό και πατούσε κουμπιά και ρωτούσε πάντα αν μπορεί να κάνει το ένα ή αν μπορεί να κάνει το άλλο. Του είπα ότι μπορεί να κάνει τα πάντα! Και δεν ήθελε νομίζω. Τον εκνεύριζαν οι γιατροί στο κεφάλι μου κι άρχισε νευρικά να χτυπά τα πόδια του στο πάτωμα και να προκαλεί την οργή των θεών. Και το αποκρουστικό βλέμμα των περαστικών. Και την προσοχή των παιδιών και ίσως όλων των αθάνατων ψυχών που παρασύρθηκαν μια μέρα από ένα ρημάδι τραμ."
"Πάλι τα ίδια ακούω. Και είμαι μακριά. Και σε βλέπω. Και φοβάμαι μη γυρίσω και δε σε βρω εκεί. Τώρα ναι, σε βλέπω και σε ακούω, και οι εκφράσεις του προσώπου σου με ησυχάζουν έτσι γλυκά που τις αλλάζεις. Και ξέρω, θα έρθω να σε βρω, στο λέω, και δε θέλω τους γιατρούς σου να μιλάνε τόσο πολύ. Να μη χρειάζεται! Και δε θέλω άλλο να φοβάμαι μη σε χάσω. Γιατί δεν ξέρω πώς είναι να ζω χωρίς εσένα, ούτε να μάθω θέλω. Ποτέ δε θέλησα. Πάνε χρόνια που τον γνώρισα αυτόν το φόβο κι έμαθα να'μαι παρέα του. Μα κάθε φορά που κάνει να πλησιάσει πιο κοντά, θέλω να τρέξω, να εξαφανιστώ. Να σε πάρω όμως κι εσένα μαζί μου και να βρω ένα τρόπο να μη σε πειράξει ποτέ κανείς!"
"Το μισώ που κι εσύ ακούς γιατρούς συνεχώς και που ζεις με την αγωνία πως θα φύγεις έτσι γρήγορα και χωρίς να το καταλάβεις καλά-καλά! Το μισώ που μετράς στιγμές και λεπτά αντίστροφα εδώ και χρόνια! Και σε καμαρώνω που μπορείς και συνεχίζεις σαν να μην έχεις περάσει ήδη τόσα και τόσα. Σε καμαρώνω που δεν το βάζεις κάτω και που πάντα βρίσκεις όλη αυτή τη δύναμη κι όλη αυτή την ενέργεια να ζεις τη ζωή σου και να αγαπάς, και που πάντα φοράς αυτά τα πλατιά σου τα χαμόγελα στο πρόσωπό σου που το λατρεύω και που το ξέρω απ'έξω κι ανακατωτά!"
"Ο Τσάρλι λέει να σε προσέχω και να μη σε βγάζω από το μυαλό μου δευτερόλεπτο! Ο Τσάρλι λέει να σε βλέπω όπου κοιτάζω και να σε κάνω φυλαχτό μου! Ο Τσάρλι φωνάζει στους γιατρούς να σωπάσουν, στα τραμ να σταματήσουν και στο χρόνο να τρέξει και να πάρει μαζί του ό,τι παλεύει να σε πάρει από'μένα!"
«Όσα και να περάσουν χρόνια, εγώ θ'ακούω τη φωνή σου όταν θα κελαηδούν τ'αηδόνια!
Κι όταν θ'ανθίζουν οι αμυγδαλιές, θα'μαι ξανά μικρός και θα με παίρνεις χίλιες αγκαλιές!»
(Σπύρος Γραμμένος)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου