Κάτσε να δεις που είχα μείνει. Βασικά που έπρεπε να έχω μείνει.
Κάτσε να δεις που χάθηκα, που βρέθηκα, που ξανά-χάθηκα, που ξανά-βρέθηκα.
Και να που ξανά-χάνομαι. Και να που θα ξανά-βρεθώ.
Να δεις που κόλωσα, που τρόμαξα.
Που δεν έβλεπα κι ας έβλεπα,
που μου έκλεινα τα μάτια κι ας τα'χα ορθάνοιχτα, που μου μιλούσα και δε μ'άκουγα.
Που μ'αγαπούσα και δεν μου τό'δειχνα.
Που με άφηνα πίσω να θρηνώ για κάθε πτώση ελεύθερη, επικίνδυνη, ατελείωτη. Παράλογη.
Που αρνούμαι να γυρίσω να κοιτάξω να με δω. Μα τι να δω;
Να παρανοώ; Να παίζω χαζοπαίχνιδα; Να φοβάμαι που χάνω, που κερδίζω, που αγαπάω, που ντρέπομαι.
Παιχνίδια ρε, παιχνίδια.
Που δεν τα γούσταρα ποτέ μου και που τώρα με κάνουν ξαφνικά να νιώθω άδεια και λίγη και μικρή.
Σαν να μην είμαι εγώ, σαν να μη θέλω να είμαι εγώ.
Σαν να μην καταλαβαίνω πόσο γρήγορα μ'αλλάζω, ή πόσο φτηνά κι εύκολα με ξεπουλάω.
Είναι σαν να μη μου φτάνει τόσο χάος, τόσος πανικός. Σαν να θέλω κι άλλο.
Μα αφού δε ρώτησε, αφού δε νοιάστηκε.
Και δες με, ακόμα παραλύω. Και δε με αρπάζω να με βγάλω απ'τη μιζέρια μου.
Αφού αναπνέω, το ακούω. Γιατί δε θέλω να το ακούω;
Λες και δε φτάνει πια που δειλά-δειλά κοιτάζω στον καθρέφτη και με ψάχνω,
και με έχω εκεί μπροστά μου,
και μου σκάω ένα γελάκι με καημό κι ανάγκη να με πείσω πως είμαι καλά. Και είμαι.
Και σαν σκεφτώ σκοτεινιάζω, μαραίνομαι.
Ανασφαλής εκεί να στέκομαι, να μη σαλεύω.
Κι άμα τη βρω τη δύναμη να κουνηθώ, να σταθώ λιγάκι όρθια,
μια-δυο λέξεις πάντα εύκαιρες για να σμπρωχτώ ακόμη πιο βαθιά στο βούρκο μου.
Αδύναμη. Ποια, εγώ; Να ψάχνω χρόνο και χώρο να υπάρξω και να μη σκεφτώ, και να μην περιμένω.
Πόσο; Για πόσο ακόμη να με βλέπω να είμαι τόσα και να μην είμαι τίποτα;
Για πόσο ακόμη να ξέρω πού μπορεί να με βγάλει το μυαλό μου και η δύναμή μου,
και πάντα να βλέπω να μου τα ρουφάνε κι εγώ να πέφτω, να βουλιάζω και να λέω δεν μπορεί,
θα σταματήσει.
Να έχω πίστη μέχρι να πιάσω πάτο.
Εγώ να θέλω μιαν ελπίδα, και να μη μου την αφήνουν.
Κάτσε να δεις πού βρίσκομαι.
Που ξεροσταλιάζω, που φοβάμαι να γελάσω, να μ'αγγίξω, να αφεθώ.
Που η σκέψη τρέχει και πια έχω τη γνώση και ξέρω τί, γιατί και πώς, αλλά δεν. Δεν.
Έχω γεμίσει ανοχή.
Το συνηθίζω που με πονάει, που με πληγώνει.
Παραπατάω και σηκώνομαι και τρέχω πάλι πίσω. Η άμυαλη.
Και δεν μπορώ να δω καν τι είναι καλό και τι κακό.
Το μυαλό υπερλειτουργεί για όλους τους λάθος λόγους.
Η καρδιά δεν έχει άλλο χώρο, ξεχείλισε.
Η ζωή τρέχει και με προσπερνά και με αφήνει στα γόνατα να συρθώ να νιώσω λιγάκι ευτυχισμένη.
Κι ας γεμίζω εγώ σημάδια, συνεχίζω.
Κάτσε και δες με τώρα να χρειάζομαι το χρόνο και το χώρο μου, λοιπόν, να βρω τον εαυτό μου, τη σπιρτάδα μου.
Να διώξω το ζυγό από πάνω μου, να μη με βαραίνει πια.
Μα να μου λείπει. Το θέλω να μου λείπει.
Να ζω με τα κενά μου, ναι. Αλλά όχι άλλη ανασφάλεια, όχι άλλα τρεμάμενα σχοινιά.
Να γίνω προτεραιότητα, ναι, να γίνω.
Και να μουδιάζω, ναι, και να γελάω δυνατά και να βουλιάζω, δεν πειράζει, παρέα όμως με "μάγους" των παραμυθιών, που φτιάχνουν χρόνο μόνο για να με χορτάσουν, να με γευτούν.
Που ότι σκατά όμορφο μπορεί να έχω να δώσω το λαχταράνε και το διεκδικούν.
Είναι ωραία που με χάνω που και που.
Είναι ωραία που με βλέπω να λυγίζω και δε με νοιάζει τόσο. Θα ξανασηκωθώ.
Με ξέρω και με εμπιστεύομαι.
Κι ας με βασανίζω, κι ας με ζορίζω, κι ας με ταλαιπωρώ.
Μ'αγαπάω. Και προσπαθώ να με βελτιώνω όσο μπορώ, όπως μπορώ.
Και με κάνω πολύ κέφι έτσι που μπορώ να ζω χωρίς να τα ζυγίζω όλα κάθε ώρα!
Και ναι, με πετάω στα βαθιά μια φορά στα χίλια χρόνια.
Ε τι έγινε;
Στιγμές είναι ξέρεις. Δεν τι περιμένεις, δεν τις θες καν.
Άπαξ όμως και σου κουνήσουν το χέρι από μακριά, σαν μπορείς κάνε πως δεν τις είδες.
-Remember me. Try your best.-

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου