Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Το αγαπημένο φυγείν (α)δυνατόν.

Johnny Cash - Hurt
Πρέπει να καταλάβω. Γιατί δεν τα έχω καταφέρει μέχρι τώρα να καταλάβω. Πώς οι άνθρωποι αποχωρίζονται ο ένας τον άλλο όταν αγαπιούνται πραγματικά; Πώς το αποφασίζουν; Δέχονται απλά ότι έτσι τα φέρνει η ζωή; Ποια ζωή; Λένε τώρα γυρίζω σελίδα; Λένε τώρα απομακρύνομαι και τον ξεριζώνω τον άλλο από όπου κι αν βρίσκεται που να γνωρίζω, μέσα μου, έξω μου, δίπλα μου, μπροστά μου; Λένε εντάξει μωρέ, αντέχεται. Πώς αντέχεται; Λένε θα μου περάσει. Πώς θα σου περάσει; Λένε θα μου τελειώσει. Πώς; Σου τελειώνει η αγάπη; Την τελειώνεις εσύ; Πώς; Τι λες; Αγαπάω μέχρι εκεί, μετά δε θέλω. Τι κάνεις; Κλείνεις πόρτες, παράθυρα, τηλέφωνα; Πώς το κάνεις; Πώς το αποφασίζεις και τον αφαιρείς τον άλλον από τη ζωή σου; Πώς λες εγώ από εδώ και πέρα θα ζω σε μία πραγματικότητα που δε θα υπάρχει εκείνος, που δε θα τον βλέπω, δε θα τον ακούω, δε θα του μιλάω; Λες μπορώ και χωρίς αυτόν; Και όντως μπορείς; Πώς ζεις; Τι κάνεις; Πού πας; Πώς την παλεύεις με την πάρτη σου; Ξεχνάς; Επιλέγεις να μη σκέφτεσαι; Λες είμαι καλύτερα έτσι; Λες είμαι ήρεμος; Λες ότι όλα θα φτιάξουν με τον καιρό; Λες ο χρόνος θα τα διορθώσει όλα; Επιλέγεις τι; Το χωρίς αυτόν; Το άλλο; Το διαφορετικό; Το λιγότερο από τι;

Πώς γίνεται να ξεχνάς τους ανθρώπους σου; Πώς γίνεται να μη σου λείπουν; Πώς γίνεται να μπορείς να τους δεις και να μην τους βλέπεις; Να ξέρεις ότι με ένα τηλεφώνημα θα ακούσεις τη φωνή τους κι όμως επιλέγεις να μην το κάνεις; Να ξέρεις ότι σε δέκα λεπτά μπορείς να βρεθείς στην αγκαλιά τους και να λες όχι, δε θέλω; Πώς γίνεται να μη σου λείπει η φωνή τους; Πώς γίνεται να μη σου είναι απολύτως απαραίτητη να την ακούς; Πώς γίνεται να μη σου λείπει η αγκαλιά τους; Πώς γίνεται να μην τρέμεις στην ιδέα ότι δε θα ξανά-υπάρξεις εκεί μέσα; Πώς γίνεται η επιλογή σου για το από'δω και πέρα να μην είναι μαζί τους αλλά μακριά τους; Πώς γίνεται να μην κινείς γη και ουρανούς; Πώς γίνεται να μη φέρνεις τα πάνω κάτω; Πώς γίνεται να προτιμάς το χωρίς εκείνον από το οτιδήποτε άλλο; Πώς γίνεται να μην είσαι μουδιασμένος εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο; Να μη σε νοιάζει; Να μη σε πνίγει που τελείωσε και να θες να το φέρεις πίσω με κάθε κόστος; Πώς γίνεται να μη χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο; Το χέρι στο τραπέζι; Πώς γίνεται να μην είσαι στα γόνατα; Να μη σου κόβονται τα γόνατα; Βγαίνεις έξω; Περπατάς; Πώς στέκεσαι όρθιος; Πώς δεν τρέμεις; Πώς αναπνέεις; Πώς δεν κλαις όλη την ώρα; Πώς δε σπάει η φωνή σου, το πρόσωπό σου, εσύ ολόκληρος; Πώς γίνεται; Πώς μένεις μόνος; Τι σημαίνει μόνος; Βγαίνεις από το σπίτι; Μπορείς και βγαίνεις; Πώς συγκρατείς τα δάκρυά σου στο δρόμο, στο μετρό, στο πάρκο, παντού; Δε θρηνείς; Δε φοβάσαι; Δε λυπάσαι; Πώς βλέπεις φίλους; Τους μιλάς; Πώς μπορείς και τους μιλάς; Τι τους λες; Πώς παραδέχεσαι την απώλεια; Την παραδέχεσαι; Τη συζητάς; Την προσπερνάς; Τι λες; Τι κάνεις; Αστεία; Μιλάς; Γελάς; Ξεφεύγεις; Πώς τους απομακρύνεις; Πώς το κάνεις; Πώς προδίδεις; Πώς σκληραίνεις; Πώς μπορείς και σου κρατάει;


Και μετά... Πώς προχωράς; Πού πας; Τι κάνεις; Πώς σε αντέχεις; Πώς κοιμάσαι; Κοιμάσαι; Πως ξυπνάς το πρωί; Θες να ξυπνάς το πρωί; Έχεις τη δύναμη να σηκωθείς από το κρεβάτι; Να ανοίξεις τις κουρτίνες; Κι αν ναι, πώς; Πώς; Ενώ δε λες καλημέρα στον άνθρωπό σου; Δεν τον ψάχνεις; Δεν τον αναζητάς στη μέρα σου στα πάντα, στη βόλτα σου, στις στιγμές σου, στα καλά σου, στα κακά σου; Πώς μπορείς κι επιβιώνεις; Πού βρίσκεις όλη αυτή τη δύναμη να σε πείσεις ότι όλα θα πάνε καλά; Τρώς; Πώς δέχεσαι να βάλεις μπουκιά στο στόμα σου; Έχεις όρεξη; Έχεις γεύση; Έχεις δύναμη να ανοίξεις το στόμα σου; Να σηκώσεις το πιρούνι ή το κουτάλι ή δεν ξέρω κι εγώ τι; Να φας μόνος, μπορείς; Να φας με άλλους; Να γελάς, μπορείς; Να λες αστεία; Συζητάς για τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο; Αντέχεις να βλέπεις τον κόσμο; Ερωτευμένους; Ζευγάρια; Περαστικούς; Πώς; Πώς μπορείς και λες θα βγω από το σπίτι και δε σου κόβονται τα πόδια που πια δεν έχεις τον άνθρωπό σου; Τι αξία μπορεί να έχει μια βόλτα, ένας περίπατος, μια μπίρα, ένας καφές; Μουσική ακούς; Πώς αντέχεις να ακούς; Υπάρχει τραγούδι να μη σου θυμίζει αυτόν που αγαπάς; Υπάρχει στίχος να μη μιλάει γι'αυτόν που αγαπάς; Υπάρχει μελωδία που μπορεί να σε κάνει να νιώσεις έστω και λίγο καλύτερα; Υπάρχει ήχος κάπου εκεί έξω που να μπορείς να τον ακούσεις και να μην πάθεις πανικό; Υπάρχει σημείο να κοιτάξεις και να μην τον δεις; Υπάρχει σκέψη που να κάνεις και να μην τον αφορά; Πώς; Πώς μπορείς να αναπνέεις κανονικά; Να στέκεσαι όρθιος με ευκολία; Δε σου θολώνουν όλα; Δε ζαλίζεσαι; Δε θυμώνεις που δεν έχεις το χέρι του να το κρατάς, να το σφίγγεις, να το φιλάς; Αν όχι, πώς; Πώς γίνεται να ξέρεις ότι θα ζήσεις άλλα τριάντα χρόνια, ή είκοσι, ή δέκα, ή ακόμη κι ένα μήνα, μια βδομάδα, μία μέρα και να μην κάνεις τα πάντα να είσαι μαζί με τον άνθρωπό σου; Πώς συνεχίζεις και ζεις και κάνεις πράγματα και λες αυτό είναι τώρα, αυτό θα έχω, και δεν κάνεις τίποτα για να το αλλάξεις, για να τον φέρεις πίσω; Πώς;

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Project: The cure #3 (things that can seriously damage our ignorance)


“ Η τάξη μας ” του Ταντέους Σλομποτζιάνεκ (Εθνικό Θέατρο)

Γιεντβάμπνε, Πολωνία.

1920. Μια τάξη γεμάτη παιδιά. Μία τάξη γεμάτη συμμαθητές. Παντού φωνές, γέλια, πειράγματα. Αθωότητα. Παιρνούν όμως γρήγορα τα χρόνια, κι εμείς – οι θεατές - ,  “μεγαλώνουμε” μαζί τους, μαθαίνουμε ποιος είναι ποιος κι από που κρατάει η σκούφια του. Άνθρωποι από τον ίδιο τόπο, μα με διαφορετική θρησκεία και διαφορετικές πολιτικές απόψεις ξεδιπλώνουν εκεί μπροστά μας όλα τους τα κατάλοιπα από τα σπίτια τους, όλες τους τις κατευθύνσεις, τις ιδέες. Άνθρωποι που με το πέρασμα των χρόνων, καταφέρνουν να γιγαντώσουν όσα τους “χωρίζουν” και να τα κάνουν δύναμή τους.
Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Εναλλαγές απολυταρχικών καθεστώτων.

Σοβιετική εισβολή στην Πολωνία. Πόσο ενοχλούσε τους καθολικούς που οι Εβραίοι της πόλης ήταν σε ευνοϊκότερη θέση; Πόσο τους ενοχλούσε που αι κομμουνισταί εχλεύαζαν τις προσευχές τους; Κανείς πια δεν υπολόγιζε την αστυνομία, τους κληρικόυς, τους αξιωματούχους.

Γερμανική εισβολή στην Πολωνία. Ναζισμός. Οι δυνατοί εδώ επιβλήθηκαν με πολύ διαφορετικό τρόπο. Θολωμένοι από την εξουσία, κατέφυγαν σε αγριότητες και αρρωστημένες πράξεις προς ανθρώπους που είχαν περάσει μια ζωή μαζί. Ο ένας Εβραίος συμμαθητής σφαγιάστηκε από τους τρεις Καθολικούς συμμαθητές του σε ένα πεζοδρόμιο, σε μια πλατεία. Βιασμοί, ομαδικές δολοφονίες γυναικόπαιδων σε φλεγόμενους στάβλους, βία, πολύ βία.

Η αδίστακτη συμπεριφορά των Καθολικών σε εξόργιζε. Η ταυτόχρονη κατάχρηση του ονόματος ενός θεού και μιας θρησκείας που απειλείται, για να δικαιολογεί τις αισχρότητές τους, σε εξόργιζε ακόμη περισσότερο. Η τόση μεγάλη υποκρισία σου έμοιαζε επίκαιρη. Σαν να συμβαίνει από πάντα. Παπάδες βίαζαν δωδεκάχρονα αγόρια, παπάδες κατέδιδαν, σκότωναν, βασάνιζαν, παρατηρούσαν και μοίραζαν συγχωροχάρτια. Παπάδες παρέα με ναζιστές Πολωνούς έσπαγαν πλάκα βιάζοντας, δολοφονώντας, μαχαιρώνοντας. Δικούς τους ανθρώπους. Για ένα θεό, για μια θρησκεία, για εξουσία. Για επιβολή.

Όσο κυλούσε η παράσταση, δεν έβλεπες μόνο πόσο έντονα εκφραζόταν ο φασισμός προς τον αδύναμο ή τον διαφορετικό, ή μέχρι που είναι ικανός να φτάσει ένας άνθρωπος. Σε σόκαρε επίσης το πως οι απλοί άνθρωποι, που τους πάτησαν, τους τσάκισαν, τους ισοπέδωσαν, που ξεκλήρισαν τα σπίτια τους, σκότωσαν ολόκληρες τις οικογένειές τους, τα παιδιά τους... το πως αυτοί οι άνθρωποι σώπασαν, μαζεύτηκαν. Συμβίωσαν με τους δυνάστες τους και βρήκαν τρόπους να τους ανέχονται, να τους αντιμετωπίζουν σαν τους παλιούς τους συμμαθητές.

Μία παράσταση που καθ’όλη της τη διάρκεια σε θύμωνε. Μετά σε έκανε να δακρύζεις, να σφίγγεσαι. Μετά να γελάς. Να βλέπεις τόσες ομοιότητες με τη σημερινή κοινωνία, τους σύγχρονους ανθρώπους. Στα πρόσωπα των ανθρώπων του 1920 να βλέπεις όσους και όσα μισείς το 2017. Όσα απεχθάνεσαι, όσα σε φοβίζουν, όσα ελπίζεις να σε διαφοροποιούν από εκείνους εκεί τους απαίσιους. Μόνιμα επί σκηνής ένα ακορντεόν που συνόδευε τους ηθοποιούς με παραδοσιακές πολωνικές και εβραϊκές μουσικές, κι έκανε τους θεατές κάπως να μαλακώνουν, να ηρεμούν, να τακτοποιούν την έντασή τους. Οι μελωδίες του ένας τρόπος να επανέρχεσαι ομαλότερα και να συνδέεσαι με την πραγματικότητα, νιώθοντας μια γλυκιά θλίψη και μια τρομερή απογοήτευση για το ανθρώπινο είδος. 

Project: The cure #2 (things that can seriously damage our ignorance)



“ Ένας σκύλος που τον έλεγαν Φρίκη ”  του Δημήτρη Κουρούμπαλη (Θέατρο Ιλίσια - Βολανάκης)

(Ποιος το περίμενε μία Μαρία Σολωμού να αλωνίζει εδώ τριγύρω; Ποιος;)

Σχεδόν απολαυστικός, σχεδόν διδακτικός ο χρόνος που ετούτοι οι δύο προσέγγιζαν επί σκηνής με πολύ ειλικρινή και ρεαλιστικό τρόπο αυτό που λέμε στο χωριό μου “the human condition”!
Ένας άνδρας και μία γυναίκα συμβιώνουν, συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται. Στα τρυφερά πλαίσια ενός ατελείωτου έρωτος, μίας τεράστιας αγάπης και μιας πολύ όμορφης σχέσης και επικοινωνίας. Μία γνώριμη σε όλους αλληλεπίδραση, η οποία δυστυχώς τείνει να δηλητηριάζεται με το πέρασμα των καιρών από την ίδια την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται οι ανθρώπινες σχέσεις και η καθημερινότητα.
Με χίλιους δύο τρόπους έγινε σαφές σε αυτήν εδώ την παράσταση, πόσο ευμετάβλητη μπορεί να είναι η ψυχολογία ενός ατόμου που προσπαθεί εικοσι-τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο να είναι σέξι, όμορφο, έξυπνο, ενδιαφέρον (και ένα, μα ένα σωρό άλλα) για να... “αρέσει” στον άνθρωπό του. Και πως, η ίδια αυτή συνθήκη, το οδηγεί με τρομερή ευκολία να πνίγεται στις ανασφάλειές του, όταν η προσοχή εκείνου που αγαπά αποσπάται -έστω και για λίγο-, από πάνω του. Πόσο μετά ο άλλος, από την πλευρά του, νιώθει να αμφισβητείται η συναισθηματική του κατάσταση, η ακεραιότητα του χαρακτήρα του, η προσπάθειά του και ο κόπος του για να μπορεί να είναι λειτουργική η σχέση. Το υπέροχα γοητευτικό και ταυτόχρονα καταστροφικό; Ούτε καν μπορεί ο δύσμοιρος να φανταστεί πως το πρόβλημα δεν είναι εκείνος, αλλά η χαμηλή αυτοεκτίμηση του συντρόφου του.
Κάπου, κάπως πάλι εμβαθύνει και σε κάνει κι εσένα τον ίδιο να αναρωτιέσαι πόσο το στρες, τα νεύρα, το άγχος, οι γρήγοροι ρυθμοί της ζωής, μπορούν και σκληραίνουν και απομακρύνουν τους ανθρώπους. Πόσο τους κάνουν πιο ωμούς, πιο βιαστικούς, πιο αδιάφορους. Πιο διεκπεραιωτικούς. Πόσο πολύ ο κόσμος όλος πνίγεται με όσα συμβαίνουν γύρω του, και πόσο αυτό τον οδηγεί να χάνει τις στιγμές του με τους δικούς του ανθρώπους. Ανθρώπους που αγαπάει όσο τίποτα, κάπως τους “ξεχνάει”, σε έναν αγώνα δρόμου να γίνει καλύτερος σε κάτι άλλο.
Το έργο δείχνει, επίσης, τη φρικιαστική ανάγκη του ανθρώπου να υψώσει τον τόνο της φωνής του, να απαιτήσει, να επιβληθεί. Όπως επίσης, κόντρα στην όλη μαυρίλα, πόσο το χιούμορ και η δεκτικότητα τελικά μπορούν και σώζουν τις σχέσεις. Διάχυτη παντού η σκληράδα μιας σκύλας γυναίκας κι ενός ψωρο-υπερήφανου άντρα, που ακόμη δεν έχουν βρει τον τρόπο να πουν αυτά που πραγματικά θέλουν και νιώθουν. Και καταλήγουν να αλληλοπληγώνονται, να λένε απλά “μία μαλακία”, χωρίς καμία ουσία και ίχνος αλήθειας. Άνθρωποι πνιγμένοι σε εγωισμούς και φωνές και άλογη αντίδραση, που στο τέλος, καταπονημένοι ο ένας από τον άλλον, αφήνονται στην ευκολία ενός χωρισμού, πεπεισμένοι πως έκαναν ότι μπορούσαν.
Πέρα από όλη την κριτική που ασκείται σε κακές συμπεριφορικές (πια) νόρμες και αμφίδρομους ευνουχισμούς, στο τέλος η φάση εκεί καταλήγει στην πιο απλή διαπίστωση του κόσμου. Αυτό που το διαβάζεις και λες ειρωνικό-τα-τα “απφφφ... μέγάλη σοφιστεία μας είπες πάλι”. Η σοφιστεία (για του λόγου το αληθές): πως όσα αγαπάς πρέπει να τα αντιμετωπίζεις με αγάπη. Αγνή, πηγαία, καθάρια αγάπη. Αυτό. Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου. Δεν πρέπει να επιτρέπεις σε κανέναν, μα κανέναν εξωτερικό παράγοντα να αλλοιώνει τους τρόπους με τους οποίους απευθύνεσαι και συμπεριφέρεσαι στους δικούς σου ανθρώπους. Mindfuck? Γνωρίζω. Αλλά είναι όντως η πιο αποτελεσματική και ζωτικής σημασίας συμβουλή, που μόνο άμα την εφαρμόσεις θα καταλάβεις τι θέλει να πει ο ποιητής!

Αυτά μωρέ, ναι.

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Project: The cure #1 (things that can seriously damage our ignorance)


Άλμπερ Καμύ

“Η αγάπη για την αλήθεια με κάθε θυσία είναι ένα πάθος που δεν αφήνει τίποτα απείραχτο και στο οποίο τίποτα δεν αντιστέκεται. Είναι ένα βίτσιο, μία βοήθεια καμιά φορά, ή ένας εγωισμός.”
Λίγο απ’όλα. Λίγο μποέμ, λίγο κομμουνιστής, λίγο ελεύθερος. “Η άνευ όρων ελευθερία είναι το αντίθετο της ελευθερίας” υποστηρίζει και λέει, λέει, λέει. Αργόσυρτος, υπαρξιακός, σου τρίβει μες στη μούρη σου πως χρειάζεται μεγαλύτερο κουράγιο για να ζήσεις, παρά για να αυτοκτονήσεις. Φιλόσοφος. Γραφιάς. Παράλογος. Πασχίζει μανιωδώς να πάει κόντρα σε ότι τον κάνει ευάλωτο. Μέσα στην τόση του διαύγεια, στην τόση ειρωνία, κάπου πάσχιζει να τα προσεγγίσει όλα λογικά, ίσως και λίγο τετράγωνα. (Μα ποιος τα αγαπάει τα τετράγωνα;)
“Η μνησικακία ορίζεται πολύ σωστά από τον Σέλερ ως μια αυτοτοξίνωση, ως η βλαβερή έκκριση, σε κλειστό χώρο, μιας παρατεταμένης ανικανότητας”. Ω θεοί!
Πάντα στο μυαλό μου με μια γκρίζα, χοντρή καπαρντίνα κι ένα τσιγάρο στο στόμα. Πάντα η εικόνα του να πίνει σε υπόγεια καμπαρέ του Παρισιού. (Μα γιατί;) Και κάπου εκεί στο βάθος, στη μαυρίλα, σαν ο Σατί να παίζει τις γυμνοπαιδίες του. Ίσως στο le chat noir όλα αυτά.  Έτσι αποπνικτικά να ορνιθοσκαλίζωνται, να μουντζουρώνονται αιτίες και λόγοι για επανάσταση. Να το είχε άραγε τόσο ανάγκη να εξεγερθεί;
Για εκείνον κανένας σκοπός δεν τα αγιάζει τα ρημάδια τα μέσα και δεν του πέφτει καθόλου βαρύ που στο λέει πάντα φωναχτά και αδογμάτιστα. Αιώνια η γραφή του παραμένει καθόλου ξεκάθαρη (συντακτικά λάθος, αλλά έπρεπε), μην μπερδευτεί κανείς και πιστέψει ότι ψαρεύει αναγνώστες. Αιώνια δυσνότητος, γιατί απευθύνεται σε ανθρώπους που θα γίνουν για εκείνον, ότι ήταν αυτός για τον Νίτσε, για τον Σέλερ.
Μα τι άλλο; Σχολιαστής.
Πέθανε νομίζω ερωτευμένος (με μια Μαρία!) και ανικανοποίητος, έχοντας αποδεχτεί να γερνά μαζί με όσους και όσα αγαπούσε. Πέθανε γράφοντας επιστολές σε αγαπημένους κι έχοντας αφιερώσει τόσα βιβλία σε εκείνη που δε θα μπορέσει να τα διαβάσει ποτέ. Σε εκείνη που δεν έμαθε ποτέ της γράμματα. Βαθιά ετούτη η αγάπη.

Και κάτι τελευταίο να έχουμε να σκεφτόμαστε οι νεότεροι. “Να ρημάζεις τα πάντα σημαίνει ότι οικοδομείς χωρίς θεμέλια”. Να μην ρήμαξε άραγε ποτέ του τίποτα ψάχνοντας το πολυπόθητο νόημα της ζωής; Νομίζω ρήμαξε. Κι αυτός. Όπως όλοι.

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Είναι πολύ.

Τρεις καρέκλες, δύο πίνακες παλιομοδίτικοι, τρία κεριά, ένα βάζο. Καθιστός περιμένεις τη σειρά σου, το χρόνο σου, τη στιγμή σου. Καθιστός παρακολουθείς τον κόσμο να μπαίνει, να βγαίνει, καθιστός τα χέρια σου ιδρώνουν, τα αφτιά σου βουίζουν, τα μάτια σου βουρκώνουν. Καθιστός αρνείσαι να κουνήσεις το κεφάλι σου δεξιά, αριστερά, καθιστός κοιτάς κάτω χαμηλά και λες δεν μπορεί, θα χτυπήσει. Καθιστός μετά σε ένα αμάξι, απέναντί σου θάλασσα και δίπλα σου κτίρια τεράστια, γκρίζα, και βαβούρα στους δρόμους και κίνηση, και τα αφτιά σου συνεχίζουν, βουίζουν και αυτό δε χτυπάει. Και λες είναι πολύ.

Αποφάσεις που ήρθαν, σε βρήκαν, σε τάραξαν. Απρόσμενες, άδικες, καθοριστικές. Αποφάσεις για το ποιος είσαι, ποιος δεν είσαι, ποιος θα έπρεπε να είσαι. Αποφάσεις σαν να μην υπήρξες ποτέ σημαντικός, ποτέ ιδιαίτερος, σαν να είναι οι σωστές γιατί τις αξίζεις όλες μία μία. Αποφάσεις ωμές, ρητές, για το χαρακτήρα σου, για την υπόστασή σου, για τα πάντα. Μα είναι πολύ. Είναι πολλές οι μέρες, τις μετράς και σου βγαίνουν και λες δεν μπορεί. Είναι πολύ. Είναι η προσπάθεια, είναι το βάρος, είναι η ανάγκη που θα έπρεπε να υπάρχει και δεν υπάρχει. Είναι τα συναισθήματα που θα έπρεπε να φωνάζουν και δε φωνάζουν. Κι είναι πολύ. Είναι πολλά να μην τα ξέρεις, είναι πολλά να ζεις με αυτά, στο μυαλό σου, στην καθημερινότητά σου. Είναι πολλά.

Είναι τέλος και είναι πολύ.
Είναι πριν πολύ καιρό και είναι τόσο πια μακριά που λες δεν μπορεί. Τι μπέρδεμα! Τι απόφαση! Τι αηδία! Τι αποστροφή! Τι απόσταση! Είναι παραπάνω από πολύ.

Υπομονή. Τι λέξη κι αυτή; Σε κάνει να γίνεσαι σοφός άμα την έχεις, σε κάνει να επιβιώνεις όταν πρέπει και να αντέχεις όταν δεν πρέπει. Μα είναι πολύς ο καιρός που επιβιώνεις, είναι πολλές οι μέρες, οι ώρες, οι στιγμές που ήρθαν και πέρασαν και πάνε. Είναι πολύ το κακό. Είναι πολύ. Είναι ο θυμός, η μοναξιά. Είναι όσα πια σε διαμορφώνουν και σου λένε που να πας, που να κοιτάξεις. Τι να μπει μες στο μυαλό σου, τι να βγει. Τι σε θέλει, τι σε διώχνει. Τι σε έχει ανάγκη, τι μπορεί και μόνο του.

Οι μέρες περνάνε, τα τοπία αλλάζουν, οι μουσικές αλλοιώνονται, οι σκέψεις εξελίσσονται, ο κόσμος σκληραίνει. Τα πρόσωπα παίρνουν χρώμα, οι αναμνήσεις γίνονται καρφιά, τα λόγια βαραίνουν και οι αλήθειες δε χρειάζεται να ειπωθούν. Ξυπνάς το πρωί και όλα είναι εκεί. Μα λες είναι πολύ. Τα γεγονότα σε προλαβαίνουν, οι φόβοι αυξάνονται, οι ανασφάλειες τρέφονται. Και το λες, είναι πολύ. Οι τοίχοι το επιλέγεις κι αδειάζουν, τα βιβλία ρουφάνε ενέργεια και κρύβονται, φωτογραφίες σκίζονται γιατί το ξέρεις, είναι πολύ. Το σπίτι μικραίνει, οι τοίχοι σε πνίγουν, ο αέρας σε πνίγει και πια το καταλαβαίνεις, είναι πολύ. Είναι πολύς ο καιρός και σκληρή η ζωή να σπαταλάς τον καιρό σου ακίνητος. Όχι, είναι πολύ.

Είναι πολύ και μακριά και όσο και να θες πια δεν το φτάνεις.

Είναι πολύ και κάθε πρωί εκεί ανάμεσα στα παιδικά σου λάθη, καταλαβαίνεις το πόσο είναι πολύ. Εκεί ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνιο, εκεί ανάμεσα στον πανικό, έρχεται η ώρα που ησυχάζεις και το δέχεσαι, έρχεται η ώρα που νιώθεις πόσο είσαι μικρός, πόσο είσαι ασήμαντος. Η ώρα που σε βλέπεις, και όσο και να το ήθελες να είσαι κι εσύ πολύ, δεν είσαι.