Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

«Μάνα. Μητέρα. Μανούλα. Μαμά!»


Μη μου φοβάσαι.
Σ'αγαπάω και σε σκέφτομαι και σε χρειάζομαι, γι'αυτό κάνε ότι μπορείς.
Κάνε ότι μπορείς να αντέξεις.
Δεν είμαι έτοιμη να σου πω αντίο. Ποτέ δε θα'μαι.
Μα πως γίνεται να'μαι; Πως γίνεται να πρέπει να ζήσω χωρίς εσένα; Ούτε που ξέρω.
Είσαι ο άγγελός μου. Ο άνθρωπός μου. 
Το αίμα στις φλέβες μου.
Η μυρωδιά πριν τη βροχή.
Είσαι ο λόγος που υπάρχω κι αναπνέω και συνεχίζω.
Πώς να μπορέσω μια μέρα να μην γίνεται να ακούσω τη φωνή σου;
Πώς είναι δυνατόν να ξυπνήσω και να μη μπορώ να σε δω να μου χαμογελάς;
Πώς να μπορώ να κλαίω αν είναι να μην το ξέρεις;
Και τι βλακείες να κάνω στη ζωή μου αν δεν είσαι εκεί να τις στηρίζεις;

Πόσα ευχαριστώ να τολμήσω να σου πω και να μην είναι λίγα;
Πόσα συγνώμη και να μη σε πειράξει;
Είσαι αυτή που πάντα έλεγες πως δε μας "έκανες" για να μας καταδυναστεύσεις.
Και ξέρεις κάτι; Μπορεί να μη στο λέω συχνά, μα το τήρησες μαμά. 
Δεν ήταν λόγια του αέρα.
Το έκανες.
Μας αντιμετώπισες. Μας αποδέχτηκες. 
Μας άφησες να είμαστε αυτό που θέλουμε κι ας πήγαινε κόντρα στις δικές σου σταθερές.
 Μια ζωή ολόκληρη εσύ είσαι αυτή που μαθαίνεις να ζεις μαζί μας.  
Μεγαλώνεις μαζί μας, ωριμάζεις μαζί μας, αναθεωρείς τον εαυτό σου μαζί μας.
Κι ακόμη κι αν σε ταλαιπωρούμε ή σε αδικούμε, να το θυμάσαι...
Είσαι ότι σημαντικότερο.

Με έπλασες, με κράτησες, με φρόντισες, με αγάπησες, με δέχτηκες.
Με δέχτηκες που σ'άφηνα μεγαλώνοντας, που σε ξεχνούσα που και που.
Με δέχτηκες που άλλαζα. Που αλλάζω.
Και έχεις πάντα τα κότσια να αλλάζεις κι εσύ κοντά μου.
Και ποτέ δε μαραζώνει η αγάπη σου, ποτέ δε λιγοστεύει.
Μια ζωή εσύ, εσύ μας δίνεις αέρα στα πανιά μας.
Και χώρο πάντα για να μπορούμε να υπάρξουμε, μα και να ξαποστάσουμε.
Ας μη γελιόμαστε.
Δεν είσαι μόνο μάνα, δεν είσαι μόνο σύζυγος, δεν είσαι μόνο φίλη.
Είσαι τρελή. Τρελή για εμάς.
Είσαι πυξίδα. Να μη χανόμαστε.
Κι άμα χανόμαστε, εσύ εκεί για να ξαναβρισκόμαστε.
Στυλοβάτης. Μέσα σε αυτό το σπίτι, κι έξω από αυτό το σπίτι.
Πάντα και παντού. Δυνατή. Μαχητής από τους λίγους.
Κι όχι μόνο για εσένα. Μαχητής για όλους.

Τα κάνεις όλα να μας φαίνονται απλά.
Ότι κι αν συμβαίνει στο μυαλό σου, στην ψυχή σου, μας το κάνεις πάντα εύκολο.
Και ξέρω πως δεν είναι.
Έχεις πάντα να πεις κάτι απλό, κάτι αυθεντικό.
Βγαλμένο απ'την πιο αγνή και ειλικρινή πλευρά του εαυτού σου. 
Κι είναι μέσα σε αυτό το απλό που θα πεις μαζεμένη τόση αλήθεια, τόση καλοσύνη.
Δεν προσπαθείς να μας προσεγγίσεις απλά. 
Μια ζωή μπορείς και τα καταφέρνεις και στέκεσαι πλάι μας, όχι μπροστά μας. 
Βάζεις πάντα το μυαλό σου και τη λογική σου να ψάχνουν όλους εκείνους τους λόγους 
κι όλες εκείνες τις αιτίες που χρειαστήκαμε εμείς για να πάρουμε την όποια απόφαση.
Κι ας μην τα καταλαβαίνεις όλα πάντα, 
πασχίζεις να μας δικαιολογήσεις, να μας αισθανθείς.
Και πάντα μα πάντα, όσο κι αν σε απογοητεύουμε, έχεις τη δύναμη, και πάλι με απλότητα κι αγνότητα κι αλήθεια, να μας χώνεις βαθιά στην αγκαλιά σου και να προσπαθείς να νιώσεις κάθε παλμό μας, κάθε χτυποκάρδι.

Και τα κατάφερες μαμά!
Μας έκανες ελεύθερους ανθρώπους.
Κι ανεξάρτητους.
Παρέα με τον καλύτερο πατέρα του κόσμου.

Σε ευχαριστώ που τον επέλεξες για εμάς.
Κι ευχαριστώ κι εκείνον που σε βρήκε και μαζί μπορέσατε και μας κάνατε οικογένεια.
Τον ευχαριστώ που με τα χρόνια μπόρεσε κι αυτός να σε γνωρίσει,
ίσως καλύτερα, ίσως από την αρχή.
Μπόρεσε να σε εκτιμήσει και να σε λατρέψει.
Μπόρεσε να σε ανακαλύψει, 
όπως σε ανακαλύπτω κι εγώ ακόμη και σήμερα,
και κάθε μέρα, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό 
συνεχίζεις να με εντυπωσιάζεις και να μου γίνεσαι παράδειγμα.

Και το βλέπω πώς σε κοιτάζει.
Κι εύχομαι μια μέρα να με κοιτάζει κι εμένα κάποιος με αυτόν τον τρόπο,
να με ζητάει με αυτόν τον τρόπο,
να με έχει ανάγκη με αυτόν τον τρόπο.

Σε ευχαριστώ λοιπόν που πέρασες και περνάς τη ζωή σου μαζί μας,
και που έμεινες κοντά μας και πάλεψες με ατέλειωτη υπομονή να γίνουμε ότι είμαστε.
Γιατί χωρίς εσένα να το ξέρεις θα ήμουν κάποια άλλη,
κάποια που δεν ξέρω αν θα συμπαθούσα.
Οπότε ναι, παρ'όλες τις δυσκολίες, 
σε ευχαριστώ που είσαι μάνα μου, μητέρα μου, μανούλα μου, μαμά μου!
Σας ευχαριστώ που μας δώσατε οικογένεια, φωλιά, καταφύγιο.
Και που δεν είσαστε μόνο γονείς, μα και συνοδοιπόροι.

Και να ξέρεις πως
κι άλλες εκατό ζωές να είχα να ζήσω, 
πάλι εσάς θα διάλεγα.
 Και θα ήθελα να τα κάνετε όλα ίδια!
                                                               

       «Κάποτε θα ανταμώσουμε στους λόφους του ήλιου. Μην ξεχνάς. Περπάτα.»
Γ. Ρίτσος
                                     

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Μάζεμα χρόνου και εαυτού και οριζόντων.


Κάτσε να δεις που είχα μείνει. Βασικά που έπρεπε να έχω μείνει.
Κάτσε να δεις που χάθηκα, που βρέθηκα, που ξανά-χάθηκα, που ξανά-βρέθηκα.
Και να που ξανά-χάνομαι. Και να που θα ξανά-βρεθώ.
Να δεις που κόλωσα, που τρόμαξα.
Που δεν έβλεπα κι ας έβλεπα,
που μου έκλεινα τα μάτια κι ας τα'χα ορθάνοιχτα, που μου μιλούσα και δε μ'άκουγα.
Που μ'αγαπούσα και δεν μου τό'δειχνα.
Που με άφηνα πίσω να θρηνώ για κάθε πτώση ελεύθερη, επικίνδυνη, ατελείωτη. Παράλογη.

Που αρνούμαι να γυρίσω να κοιτάξω να με δω. Μα τι να δω;
Να παρανοώ; Να παίζω χαζοπαίχνιδα; Να φοβάμαι που χάνω, που κερδίζω, που αγαπάω, που ντρέπομαι.
Παιχνίδια ρε, παιχνίδια.
Που δεν τα γούσταρα ποτέ μου και που τώρα με κάνουν ξαφνικά να νιώθω άδεια και λίγη και μικρή.
Σαν να μην είμαι εγώ, σαν να μη θέλω να είμαι εγώ.
Σαν να μην καταλαβαίνω πόσο γρήγορα μ'αλλάζω, ή πόσο φτηνά κι εύκολα με ξεπουλάω.
Είναι σαν να μη μου φτάνει τόσο χάος, τόσος πανικός. Σαν να θέλω κι άλλο.
Μα αφού δε ρώτησε, αφού δε νοιάστηκε.
Και δες με, ακόμα παραλύω. Και δε με αρπάζω να με βγάλω απ'τη μιζέρια μου.
Αφού αναπνέω, το ακούω. Γιατί δε θέλω να το ακούω;

Λες και δε φτάνει πια που δειλά-δειλά κοιτάζω στον καθρέφτη και με ψάχνω,
και με έχω εκεί μπροστά μου,
και μου σκάω ένα γελάκι με καημό κι ανάγκη να με πείσω πως είμαι καλά. Και είμαι.
Και σαν σκεφτώ σκοτεινιάζω, μαραίνομαι.
Ανασφαλής εκεί να στέκομαι, να μη σαλεύω.
Κι άμα τη βρω τη δύναμη να κουνηθώ, να σταθώ λιγάκι όρθια,
μια-δυο λέξεις πάντα εύκαιρες για να σμπρωχτώ ακόμη πιο βαθιά στο βούρκο μου.
Αδύναμη. Ποια, εγώ; Να ψάχνω χρόνο και χώρο να υπάρξω και να μη σκεφτώ, και να μην περιμένω.

Πόσο; Για πόσο ακόμη να με βλέπω να είμαι τόσα και να μην είμαι τίποτα;
Για πόσο ακόμη να ξέρω πού μπορεί να με βγάλει το μυαλό μου και η δύναμή μου,
και πάντα να βλέπω να μου τα ρουφάνε κι εγώ να πέφτω, να βουλιάζω και να λέω δεν μπορεί,
θα σταματήσει.
Να έχω πίστη μέχρι να πιάσω πάτο.
Εγώ να θέλω μιαν ελπίδα, και να μη μου την αφήνουν.

Κάτσε να δεις πού βρίσκομαι.
Που ξεροσταλιάζω, που φοβάμαι να γελάσω, να μ'αγγίξω, να αφεθώ.
Που η σκέψη τρέχει και πια έχω τη γνώση και ξέρω τί, γιατί και πώς, αλλά δεν. Δεν.
Έχω γεμίσει ανοχή.
Το συνηθίζω που με πονάει, που με πληγώνει.
Παραπατάω και σηκώνομαι και τρέχω πάλι πίσω. Η άμυαλη.
Και δεν μπορώ να δω καν τι είναι καλό και τι κακό.
Το μυαλό υπερλειτουργεί για όλους τους λάθος λόγους.
Η καρδιά δεν έχει άλλο χώρο, ξεχείλισε.
Η ζωή τρέχει και με προσπερνά και με αφήνει στα γόνατα να συρθώ να νιώσω λιγάκι ευτυχισμένη.
Κι ας γεμίζω εγώ σημάδια, συνεχίζω.

Κάτσε και δες με τώρα να χρειάζομαι το χρόνο και το χώρο μου, λοιπόν, να βρω τον εαυτό μου, τη σπιρτάδα μου.
Να διώξω το ζυγό από πάνω μου, να μη με βαραίνει πια.
Μα να μου λείπει. Το θέλω να μου λείπει.
Να ζω με τα κενά μου, ναι. Αλλά όχι άλλη ανασφάλεια, όχι άλλα τρεμάμενα σχοινιά.

Να γίνω προτεραιότητα, ναι, να γίνω.
Και να μουδιάζω, ναι, και να γελάω δυνατά και να βουλιάζω, δεν πειράζει, παρέα όμως με "μάγους" των παραμυθιών, που φτιάχνουν χρόνο μόνο για να με χορτάσουν, να με γευτούν.
Που ότι σκατά όμορφο μπορεί να έχω να δώσω το λαχταράνε και το διεκδικούν.

Είναι ωραία που με χάνω που και που.
Είναι ωραία που με βλέπω να λυγίζω και δε με νοιάζει τόσο. Θα ξανασηκωθώ.
Με ξέρω και με εμπιστεύομαι.
Κι ας με βασανίζω, κι ας με ζορίζω, κι ας με ταλαιπωρώ.
Μ'αγαπάω. Και προσπαθώ να με βελτιώνω όσο μπορώ, όπως μπορώ.
Και με κάνω πολύ κέφι έτσι που μπορώ να ζω χωρίς να τα ζυγίζω όλα κάθε ώρα!
Και ναι, με πετάω στα βαθιά μια φορά στα χίλια χρόνια.
Ε τι έγινε;
Στιγμές είναι ξέρεις. Δεν τι περιμένεις, δεν τις θες καν.
Άπαξ όμως και σου κουνήσουν το χέρι από μακριά, σαν μπορείς κάνε πως δεν τις είδες.


                                                                         -Remember me. Try your best.-

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

"To όνομά μου είναι Τσάρλι..."

"... και δε μου αρέσει που σου γράφω μέσα από αυτήν εδώ την καταραμένη μαύρη τρύπα. Μόνος μου σπρώχτηκα σε αυτή κι έπεσα, τις προάλλες, εκεί που δε σκεφτόμουν και σαν να έσβηνα λίγο-λίγο. Άκουγα απ'έξω γιατρούς να μιλάνε. Και να λένε, να λένε... κι εγώ δεν ήξερα τι έπρεπε να σκεφτώ εκείνη την ώρα κι έτσι σκεφτόμουν τα ξενύχτια μου -που καμιά φορά σε ενοχλούσαν, που με περίμενες να γυρίσω, που είχα κάνει τη νύχτα μέρα, που μύριζα κρασί και τσιγάρο-, να μου τραβάνε χαρακιές πάνω σε ότι μου είχε μείνει από σάρκα. Κι είχαν βαλθεί, κατάλαβα, να βρουν οστά, ανάθεμά τα, να βγάλω ήχο."

"Και δεν τα γράφω αυτά τώρα επειδή λείπεις από'δω. Αν και αλήθεια θέλω να σου κάνω χώρο να έρθεις να κάτσεις εδώ δίπλα μου, κι ας ξέρω δε χωράμε και οι δύο μες στην τρύπα. Μάλλον τα γράφω γιατί δεν ξέρω αν θα μου φύγεις και αν θα είμαι εκεί κοντά σου, και το φοβάμαι που δεν ξέρω. Και πόσο θέλω η χαζή να σου πω πως σ'αγαπάω. Μα το φοβάμαι και αυτό. Όχι από ντροπή, μα για να μη μου φανεί σαν αντίο. Δεν είναι αντίο. Είναι που πνίγομαι."

" Όταν με ρωτάς τα νέα μου το βλέπω πόσο σου λείπω. Και σήμερα, μετά από καιρό, σε είδα κι εσένα να φοβάσαι. Και φοβήθηκα κι εγώ ακόμη περισσότερο. Όπως τότε μέσα στο αμάξι, που με κοίταζες και μου μιλούσες και μου εξηγούσες κι έκλαιγες. Και σταμάτησα να ακούω και δεν ήξερα τι να πω ή τι να κάνω και το αμάξι ήταν σταματημένο και ήθελα να ξεκινήσει ή να βγω απ'αυτό ή να αναπνεύσω ή έστω να καταφέρω να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου. Και το ξέραμε πως άλλαξα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και πως η ζωή από'κει και πέρα κάθε μέρα θα έπρεπε να είναι καινούρια και ανασφαλής. Και κάθομαι τώρα πάλι και σκέφτομαι και παρακαλάω πως δεν μπορεί, οι γιατροί θα σωπάσουν κι εγώ θα μπορώ πάλι να ακούω μόνο εσένα να μου λες να προσέχω τα τραμ στους δρόμους. Κάθε φορά που μου το λες εγώ γελάω, μα μόνο σήμερα θυμήθηκα πόσο πολύτιμη είναι η αγάπη που μου έχεις και πόσο σου λείπουν και μου λείπουν οι κουβέντες μας. Κι άκουσα πάλι γιατρούς να ψιθυρίζουν σε αποστειρωμένους διαδρόμους. Και είδα εσένα καθιστή σε μια άχρωμη καρέκλα να μετράς τα λεπτά και να μην ξέρεις προς τα που να κοιτάξεις, Κι αμέσως είδα τα τραμ να πλησιάζουν κι ένιωσα μία λύτρωση."

"Ο Τσάρλι περπατούσε στο μετρό και πατούσε κουμπιά και ρωτούσε πάντα αν μπορεί να κάνει το ένα ή αν μπορεί να κάνει το άλλο. Του είπα ότι μπορεί να κάνει τα πάντα! Και δεν ήθελε νομίζω. Τον εκνεύριζαν οι γιατροί στο κεφάλι μου κι άρχισε νευρικά να χτυπά τα πόδια του στο πάτωμα και να προκαλεί την οργή των θεών. Και το αποκρουστικό βλέμμα των περαστικών. Και την προσοχή των παιδιών και ίσως όλων των αθάνατων ψυχών που παρασύρθηκαν μια μέρα από ένα ρημάδι τραμ."

"Πάλι τα ίδια ακούω. Και είμαι μακριά. Και σε βλέπω. Και φοβάμαι μη γυρίσω και δε σε βρω εκεί. Τώρα ναι, σε βλέπω και σε ακούω, και οι εκφράσεις του προσώπου σου με ησυχάζουν έτσι γλυκά που τις αλλάζεις. Και ξέρω, θα έρθω να σε βρω, στο λέω, και δε θέλω τους γιατρούς σου να μιλάνε τόσο πολύ. Να μη χρειάζεται! Και δε θέλω άλλο να φοβάμαι μη σε χάσω. Γιατί δεν ξέρω πώς είναι να ζω χωρίς εσένα, ούτε να μάθω θέλω. Ποτέ δε θέλησα. Πάνε χρόνια που τον γνώρισα αυτόν το φόβο κι έμαθα να'μαι παρέα του. Μα κάθε φορά που κάνει να πλησιάσει πιο κοντά, θέλω να τρέξω, να εξαφανιστώ. Να σε πάρω όμως κι εσένα μαζί μου και να βρω ένα τρόπο να μη σε πειράξει ποτέ κανείς!"

"Το μισώ που κι εσύ ακούς γιατρούς συνεχώς και που ζεις με την αγωνία πως θα φύγεις έτσι γρήγορα και χωρίς να το καταλάβεις καλά-καλά! Το μισώ που μετράς στιγμές και λεπτά αντίστροφα εδώ και χρόνια! Και σε καμαρώνω που μπορείς και συνεχίζεις σαν να μην έχεις περάσει ήδη τόσα και τόσα. Σε καμαρώνω που δεν το βάζεις κάτω και που πάντα βρίσκεις όλη αυτή τη δύναμη κι όλη αυτή την ενέργεια να ζεις τη ζωή σου και να αγαπάς, και που πάντα φοράς αυτά τα πλατιά σου τα χαμόγελα στο πρόσωπό σου που το λατρεύω και που το ξέρω απ'έξω κι ανακατωτά!"

"Ο Τσάρλι λέει να σε προσέχω και να μη σε βγάζω από το μυαλό μου δευτερόλεπτο! Ο Τσάρλι λέει να σε βλέπω όπου κοιτάζω και να σε κάνω φυλαχτό μου! Ο Τσάρλι φωνάζει στους γιατρούς να σωπάσουν, στα τραμ να σταματήσουν και στο χρόνο να τρέξει και να πάρει μαζί του ό,τι παλεύει να σε πάρει από'μένα!"


«Όσα και να περάσουν χρόνια, εγώ θ'ακούω τη φωνή σου όταν θα κελαηδούν τ'αηδόνια!
Κι όταν θ'ανθίζουν οι αμυγδαλιές, θα'μαι ξανά μικρός και θα με παίρνεις χίλιες αγκαλιές!»
(Σπύρος Γραμμένος)


Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Σπέσιαλ πίπολ, την ευλογία σας/κάτι_σαν_αμφίπλευρες_εμορφιές.


                                                           True love will find you in the end - Headless Heroes

Ναι, ξέρω, ποτέ δε σου άρεσε ο τρόπος που λειτουργούσε το μυαλό μου, ή το πώς επέλεγα η χαζή, η αφελής, να προσεγγίζω τις πραγματικότητες που γνώριζα ή που ανακάλυπτα κοντά σου, ή ακόμα και το πώς πρότασσα ανώριμα μπρος απ'όλα την ανθρωπιά μου. Κι εσύ όλο έλεγες πως αυτή η ανθρωπιά στην οποία αναφερόμουν, θα ήταν πάντα η καραμέλα όλων εκείνων που ποτέ μα ποτέ δε θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο, κι ότι αυτοί, μόνο θα απολάμβαναν μια μέρα την αλλαγή που θα ερχόταν λόγω κάποιων που όντως θα την έφερναν με τους ουσιαστικούς τους κόπους. Θυμάμαι με ενοχλούσε που κάπου μέσα σου πίστευες πως εγώ δε θα κόπιαζα για όσα πίστευα, που νόμιζες πως χρησιμοποιούσα όλα αυτά τα τόσο σημαντικά για εμένα, μόνο και μόνο για να αποφύγω τη σκληρότητα αυτού του κόσμου και την πιθανή αναποτελεσματικότητα των "τακτικών" μου.

Θυμάμαι ήθελα τόσο να σου εξηγήσω πόσο πνιγμένη ένιωθα μέσα στους τοίχους που μας στριμώχνουν από τη μέρα που γεννιόμαστε και πόσο πολύ με ενοχλούσε να βλέπω τον κόσμο γύρω μου να το συνηθίζει και να μη διαμαρτύρεται. Μου είχες πει πως ένιωθες να ζεις σε ένα κόσμο που αρνιόταν να σε καταλάβει, ή ακόμη χειρότερα ένα κόσμο που δεν ήθελε να ξυπνήσει, να αντιδράσει, να σταθεί δίπλα σου. Έναν κόσμο που σε αντιμετωπίζει σαν να είσαι εσύ ο περίεργος, ο τρελός, ο παρανοϊκός. Θυμάμαι τα μάτια σου πετούσαν σπίθες κι ήθελα τόσο να σου πω ότι υπάρχουν φορές που νιώθω κι εγώ το ίδιο. Αλλά δεν ήξερα πώς να σου το εξηγήσω, πώς να σε κάνω να μη γελάσεις, αλλά να καταλάβεις πόσο με πίεζε που από μικρή όταν τους έδειχνα το στραβό κι όταν διαμαρτυρόμουν για αυτό, ήμουν η διαφορετική κι αυτή που έπρεπε να κάνει πίσω ή να σωπάσει ή να μην απορήσει.

«Θυμάμαι όταν πήγαινα στην έκτη Δημοτικού είχαμε για δασκάλα μας την κυρία Γιώτα, μία πολύ όμορφη, περιποιημένη κυρία, γύρω στα τριάντα-πέντε τότε. Η κυρία Γιώτα, στην αρχή της σχολικής χρονιάς, είχε φτιάξει έναν αρκετά μεγάλο λευκό πίνακα από χοντρό χαρτόνι και είχε γράψει στην αριστερή μεριά, το ένα κάτω από το άλλο, τα ονόματα όλων των μαθητών της τάξης, με αλφαβητική σειρά. Μας είχε ενημερώσει πως όποιος μαθητής έκανε κάποια έξτρα εργασία πέραν των μαθημάτων της ημέρας, θα έπαιρνε από ένα αυτοκόλλητο αστεράκι στον συγκεκριμένο πίνακα. Ο μαθητής με τα περισσότερα στο τέλος του τριμήνου θα κέρδιζε νομίζω κάποιο δώρο, ή κάτι τέτοιο. Την επιβράβευση που μας είχε τάξει δυστυχώς δεν τη συγκράτησε η μνήμη μου. Εννοείται πως όλοι (ειδικά οι πιο "καλοί" μαθητές) αρχίσαμε να κάνουμε μετά μανίας ότι χρειαζόταν για να συλλέξουμε όσο το δυνατόν περισσότερα αστεράκια και να διακριθούμε μέσα στην τάξη. Ο καιρός περνούσε και ο "αγώνας" καλά κρατούσε.
Το πρώτο τρίμηνο οι δύο πρώτες ήμασταν εγώ και άλλη μία κοπέλα, με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Τελικά, την "κέρδισα" γιατί κατάφερα να μαζέψω δύο-τρία αστεράκια περισσότερα. Θυμάμαι είχα νιώσει τόσο καλά με αυτή μου τη νίκη και ειδικά που ξεπέρασα τη συγκεκριμένη συμμαθήτριά μου.
Το δεύτερο τρίμηνο συνεχίσαμε να προσπαθούμε και οι δύο με την ίδια μανία να ξεπεράσουμε η μία την άλλη. Μας είχε γίνει τεράστια εμμονή. Η καθηγήτρια το είχε καταλάβει και φρόντισε με τον τρόπο της να βγούμε ισοπαλία την τελευταία μέρα. Δεν μου πολύ-άρεσε αυτή της η απόφαση, αλλά δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί μάλλον αυτό ήταν το πιο σωστό και το πιο δίκαιο, αφού το έλεγε η δασκάλα.
Εκείνη την ημέρα λοιπόν, που μας ανακοινώθηκε η ισοπαλία μας, συνέβη κάτι πάρα πολύ περίεργο. Η κυρία Γιώτα μας έβαλε όλους μαζί να διαβάσουμε ένα κείμενο από ένα βιβλίο. Ένας άλλος συμμαθητής μας, ο Ευθύμης, την ώρα που διαβάζαμε το κείμενο, ασυναίσθητα έπαιζε με το μπλάνκο του κι έκανε θόρυβο. Η κυρία Γιώτα χωρίς να του κάνει καμία παρατήρηση, ζήτησε από'μένα να σηκωθώ, να πάρω το μπλάνκο του Ευθύμη και να το πετάξω από το παράθυρο. Το ίδιο ασυναίσθητα λοιπόν κι εγώ, σηκώθηκα από την καρέκλα μου και ήμουν καθ'όλα έτοιμη να εκτελέσω την εντολή της δασκάλας μου. Για κάποιο όμως υπέροχο λόγο, κοντοστάθηκα και σκέφτηκα πως αυτό το μπλάνκο δεν ήταν ιδιοκτησία μου και δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω κάτι τέτοιο. Εξήγησα έτσι στη δασκάλα μου το συλλογισμό μου, εκείνη όμως επέμεινε έντονα. Οπότε το μόνο πια που μπορούσα να κάνω ήταν να της πω πως αν αυτό ήθελε, θα έπρεπε να το κάνει μόνη της.
Μετά όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ακολούθησε ένα "μπορώ εγώ, κυρία" ερχόμενο από την αντίπαλό μου, ένα αυθόρμητο "μην τολμήσεις" δικό μου, ένα ψυχρό βλέμμα κι ένα "σιωπή" από τη δασκάλα μας, η οποία με μια απλή κίνηση σηκώθηκε και ξεκόλλησε ένα δικό μου αστεράκι και το κόλλησε στη συμμαθήτριά μου, ανακηρύσσοντάς την έτσι νικήτρια του τριμήνου.
Θυμάμαι που δεν έκλαψα καθόλου, ούτε πληγώθηκα. Θυμάμαι που μόλις χτύπησε το κουδούνι βγήκα γρήγορα-γρήγορα από την τάξη και πήγα να μαζέψω το μπλάνκο του Ευθύμη από το προαύλιο, παρέα με αυτόν κι άλλους δύο φίλους μας, τον Άκη και το Λάμπρο, και μετά κάτσαμε σε κάτι σκαλοπάτια όλοι μαζί σοκαρισμένοι με τη νέα αυτή πληροφορία. Μια πληροφορία που ποτέ πριν δεν είχε περάσει,ούτε καν ξυστά, από το παιδικό μυαλό μας.
(Αδικία από την εξουσία. Συνάντηση πρώτη!)
Η χρονιά συνεχίστηκε αδιάφορα σχεδόν. Δεν ξαναμίλησα στη συμμαθήτριά μου. Ο Ευθύμης μου ζήτησε να γίνω το κορίτσι του. Και το τελευταίο τρίμηνο δεν έκανα ούτε μία εργασία για να διεκδικήσω κάποιο αστεράκι. Κι όταν η κυρία Γιώτα την τελευταία μέρα ζήτησε μια ΑΝΩΝΥΜΗ έκθεση αξιολόγησής της από όλα τα δωδεκάχρονα της τάξης, εγώ έγραψα όλα όσα είχα στο μυαλό μου, καλά και κακά (και το ονοματεπώνυμό μου) και δε με ένοιαζε καθόλου που η κυρία θα τις διάβαζε όλες δυνατά μέσα στην τάξη, ούτε που στη δική μου έβαλε τα κλάματα και βγήκε έξω να ηρεμήσει.»

Ναι, το ξέρω, πάντα σχεδόν, γελούσες μαζί μου και με τον τρόπο που επέλεγα να σκέφτομαι και να λειτουργώ, ή με το πώς συνήθιζα να ονειρεύομαι τον κόσμο. Και κανείς δεν μπορούσε να σε σταματήσει, γιατί το σημαντικό για εσένα ήταν να ακουστείς. (Σε καταλαβαίνω, την κουβαλάω κι εγώ για χρόνια αυτή μου την ανάγκη.) Κι όμως δε θύμωσα ποτέ μαζί σου, δεν απογοητεύτηκα ποτέ. Ήξερα. Έβλεπα. Περνούσε ο καιρός κι εσύ προσπαθούσες. Και δεν το περίμενα ποτέ αυτό. Το λαχταρούσα, μα αλήθεια, δεν το καταλάβαινα. Κι όταν το είδα να συμβαίνει κι εσύ να μη φοβάσαι κι εγώ να μη χορταίνω, έτρεμα με το πόσο εύκολο μου ήταν να σου αφεθώ και με το πόσο πολύ δεν ήθελα να προσπεράσω -σαν να ήταν συνηθισμένα- όσα συνέβαιναν. Ήθελα να θυμάμαι όλες τις λέξεις. Κάθε κίνηση, κάθε ματιά, κάθε αυθόρμητο ψεγάδι στο πρόσωπό σου. Κάθε σταμάτημα, κάθε βήμα. Κάθε αγκαλιά και κάθε φιλί και κάθε χάδι που μου χάρισες δίχως να το παρα-σκεφτείς. Προσπαθούσες και πολέμησες για λίγο και τα κατάφερες και σου'γινε πηγαίο κι αναγκαίο ίσως και ανώδυνο, σχεδόν.

Και ξέρω, ναι, πρέπει μάλλον όλα αυτά να μείνουν εκεί πίσω. 
Ήθελα όμως τόσο πολύ να σου πω να μη σταματήσεις ποτέ να προσπαθείς, κι ας μη σου είναι εύκολο κάποιες φορές. Όχι για εμένα τώρα πια, αλλά για εσένα! (Εγώ, και ποτέ να μην προσπαθούσες, μπορούσα να το κάνω και για τους δυο μας.) Θέλω να είσαι ευτυχισμένος και όσο γίνεται πιο πλήρης. Και να νιώθεις πάντα στη ζωή σου, με όλους τους πιθανούς τρόπους, πώς είναι να αγαπιέσαι. Και πώς είναι να δίνεσαι.

Δεν έπεσα ποτέ έξω μαζί σου. Το'βλεπα το τσαλάκωμα, δε μου το έκρυψες ποτέ άλλωστε, κι ευτυχώς, γιατί μέσα σε αυτό έβρισκα όλα σου τα καλά, τα ανεκτίμητα. Και δεν ήθελα τίποτα περισσότερο από'σένα. Τα είχα όλα. Ήσουν ήδη πολύς και συγνώμη που το είδα αυτό απ'την αρχή σου και το εκμεταλλεύτηκα όσο μπορούσα. Τα ήθελα όλα αληθινά, και συνέβαιναν. Αληθινά, σημαντικά, χειροπιαστά, κι απλά, πολύ απλά. Και σε σκεφτόμουν όλες μου τις ώρες. Και ίσως να σε είχα ανάγκη τελικά για να με μάθεις πώς να αγαπάω τα σκοτάδια μου, που κάποτε φοβόμουν. Και το έκανα κοντά σου, γιατί είδα κι εκεί σκοτάδια, που δεν είχα ξαναδεί. Και ήταν όμορφα. Τόσο όμορφα. Και τα κατέκτησα.

Και ένιωθα ευλογία. Όχι για πρώτη, μα για μια ακόμη λιγοστή φορά. 

Κάθε φορά που σε κοιτούσα, κάθε φορά που σε άγγιζα, κάθε φορά που σου μιλούσα, ένιωθα ευλογία που σε είχα εκεί κοντά και που δε σε περίμενα ποτέ.


Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

Να'χαμε να λέγαμε.

Η θορυβώδης αυτή γαμημένη ησυχία του γενικότερου τοπίου με έκανε να πιέσω τη μύτη ενός σάπιου μολυβιού (που δεν ξέρω για ποιο λόγο βρισκόταν στα χέρια μου) πάνω στο γραφείο με τόση επιμονή και όση δύναμη χρειάστηκε μέχρι να σπάσει και να πεταχτούν τριγύρω μαύρα τρίμματα. Μαύρες τελείες, μικροσκοπικές. Και με ότι απέμεινε πάνω στο μολύβι, τις στόλιζα με κόμματα, μικροσκοπικά κι αυτά, να γίνουν άνω τελείες, ή ερωτηματικά (πες τα όπως θες), να τονίζω μέχρι και στο ίδιο μου το μάτι πως δεν είναι τέλος, δεν μπορεί, και την ίδια ώρα να αναρωτιέμαι η τρελή τι να είναι.

Είναι παύση. Ναι, παύση. 
Παύση ογδόου, που αν έχεις λίγη φαντασία (που εγώ έχω) 
θυμίζει κι αυτή κάτι σε άνω τελεία, κάτι σε ερωτηματικό. 
Μια καλλιγραφία σκέτη. 

Κι όλα αυτά μαζί μια γκριζόμαυρη πιτσιλιά πάνω στην ασπρίλα του γραφείου που με παραπέμπει σε ένα χαοτικό παράλληλο σύμπαν που όλα είναι ασχημάτιστα κι ασπρόμαυρα. Μια μικρή έκρηξη ζωγραφισμένη και πάνω εκεί παραδίπλα της τόσα στοιχεία (κι αυτή ακόμη ένα) ότι δεν ανήκει εδώ αυτό το γραφείο και ότι θα έπρεπε να το πάρω να φύγουμε, να πάμε να "μονάσουμε" σε εκείνο εκεί το παράλληλο σύμπαν έτσι ασουλούπωτοι που είμαστε κι εμείς. Να πάρω τα μολύβια μου, τη σαβούρα μου, τα χαρτιά μου και να πάω να ημερώσω σε κόσμο διάφανο και απάτητο, παρέα με τη σκόνη του γραφείου μου και με δυο-τρία βιβλία που δεν ξέρω γιατί δεν τα έχω πετάξει ακόμα. Κι αυτήν την τσακισμένη σελίδα να τη σκίσω επιτέλους, να αποκτήσει ξανά το βιβλίο την αθωότητά του. Κι ας λείπει κάτι, τι να κάνουμε; Το ανολοκλήρωτο πρεσβεύει ούτως ή άλλως αυτό το παλιό-βιβλίο. 

Τελικά δεν άντεξα, τσαλάκωσα μιαν άλλη τυχαία σελίδα χαρτί που βρήκα μπροστά μου και την πέταξα στο πουθενά, ξέροντας πως ήταν μια πολύ χαζή και ανούσια κίνηση. Κι έτσι όπως την τσαλάκωνα το απαίσιο χράτσα χρούτσα της μου έσπασε τα νεύρα! Και μόνο που πέρασε η ρημάδα η σκέψη ότι μπορεί και να'χα σκίσει τη σελίδα του βιβλίου αυτού μια μέρα στα στραβά μου, με τάραξε και γύρισα την πλάτη μου σε όλα εκείνα τα αντικείμενα που θρηνούσαν την αξία που τους στέρησα, ενώ αυτό το παλιό-βιβλίο το είχα βάλει στο θρόνο του να τα χαζολογάει. Μα να μην τα αγγίζει. Από ψηλά μπορούσε μόνο να παρατηρεί και να απολαμβάνει τη μοναξιά του και την ξεχωριστή του θέση, δίχως ανάγκη να πηδήξει στο κενό έτσι για το γαμώτο κι ας ήξερε πως ποτέ δε θα χτυπούσε. Απλά έτρεμε μόνο στην ιδέα πως θα προσγειωνόταν ανοιχτό μπροστά μου, ακριβώς στο σημείο που υπήρχε μια τσαλακωμένη σελίδα κι ένα ποίημα που, χωρίς κανείς να το περιμένει, αγαπήθηκε με απλότητα! Υπό τους ήχους των κυμάτων και του καθαρού αέρα και μιας ζεστής-ζεστής φωνής. Κι όλα αυτά μες στα σκοτάδια. Κι απρόσμενα έγινε σε δευτερόλεπτα πολύ σημαντικό και δε με νοιάζει πια αν ήμουν εν αναμονή του πιο γλυκού του ύπνου, αλλά που ήρθε αυτό εκεί στην ησυχία μου και γλύκανα εγώ. Και χαμογέλασα. Και ζήτησα να το ξανακούσω. Και μάλλον τότε είναι που πήρε πια μορφή κι απόκτησε ταυτότητα. Και αλήθεια, τώρα μόνο ξέρω πως κάθε άνοιγμά του θα σήμαινε τα πάντα, κι αυτό θα με δυνάμωνε για ζωές και ζωές!

Καμιά ανάγκη όμως δεν ήταν τόσο δυνατή να υπάρξει αυτό το πολυπόθητο πλησίασμα, έστω λίγο, κι αιτία ήταν ο φόβος μάλλον μήπως και δούμε τις ατέλειες και το αγαπήσουμε περισσότερο. Ενώ αυτό δεν είχε άλλα να μας δώσει. Τη μαγεία του όλη του την ρουφήξαμε αμέσως μόλις την αντιληφθήκαμε και μετά του την τσαλακώσαμε κιόλας για να τη βρίσκουμε πιο εύκολα όταν τη θυμόμαστε και την αναζητάμε!

Σαν σε δικαστήριο άρχισα να απολογούμαι με μανία, 
σκεπτόμενη πάντα πόσο γελοίες είναι οι συγκεκριμένες σκέψεις. 
Οι ένορκοι δε σώπαιναν, οι μάρτυρες με στήσανε στον τοίχο, 
ο δικαστής με κοιτούσε λες και ήμουνα τρελή. 
 Το ποίημα δεν ακούστηκε ποτέ κι ας το περίμενα.

Και να που βρίσκομαι εκεί που ποτέ δεν έπρεπε να βρεθώ. Διχασμένη ανάμεσα στο να αποδεχτώ εκείνο το κομμάτι που δε με θέλει ζωντανή ή εκείνο που με θέλει. Να δεχτώ τη φτήνια μιας αλήθειας που δε λειτούργησε ποτέ για το καλό μου ή να τρέξω να κρυφτώ στο ψέμα μου, που στο κάτω-κάτω είναι ολόδικό μου. Να φωνάξω λίγο παραπάνω γιατί πρέπει να φύγει όλη αυτή η ανάγκη να ακουστώ ή να φύγω ήσυχα σαν να μην είχα ποτέ κάτι να πω. Να κλάψω ή να μην κλάψω; Να αγαπάω ή να φοβάμαι; Αξίζει να κλάψω και να τους στείλω όλους στο διάολο μετά; Ή να πάρω μια βαθιά ανάσα και να ψάξω ξανά και ξανά για ελαφρυντικά; Όχι γιατί ονειρεύομαι επιστροφές και μεγάλες συγκινήσεις. Ίσα ίσα για να μην τραβάω τα ζόρια μου τώρα που με βρίσκουν αυτά τα πρωϊνά που τα περίμενα και τα φοβόμουν, τώρα που πια δεν ξέρω τι να περιμένω σαν πρώτη σκέψη με το που ανοίγω τα μάτια μου γιατί μάλλον ότι όμορφο είχα κρατήσει μου τελείωσε. 

Γιατί εγώ είμαι αυτή που είμαι και δε θέλησα ποτέ να γίνω κάτι άλλο και προσπάθησα πολύ ξέρεις να μάθω να μη σε χρειάζομαι πια για να νιώθω καλά, και τα καινούρια ποιήματα να μην παίρνουν κατευθείαν τη μορφή σου με το που τα διαβάζω, και οι φωνές στο κεφάλι μου να μη θέλω να σου μοιάζουν, και στα σκοτάδια να μην είσαι ο μόνος που θα ψάχνω, και οι συζητήσεις να ξαναβρούν το νόημά τους, και τα αγγίγματα και οι αγκαλιές να μη σε αφορούν καθόλου πια. Αν δε συναντηθήκαμε ποτέ δε φταίει κανείς. Και ναι, τώρα το μόνο που ονειρεύομαι είναι η φυγή μου κι ελπίζω ότι έρχεται! Κι ότι θα με λυτρώσει!

Λέει ο κόσμος "δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα".
Ηλίθιε, μπορώ.
Απλά δε θέλω.


Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Θυμάμαι. Σε.


Ακούω τον κόσμο να μιλά για'σένα όλη μου τη ζωή. 
Συγγενείς, φίλους, γείτονες, αγνώστους, εμάς.
Όλους. 
Ακούω τις ιστορίες σας, τις στιγμές σας, τις αναμνήσεις σας. 
Ακούω για τη ζωή που έζησες μαζί τους. 
Ακούω κι εγώ να μάθω, μπας και μπορέσω να ενισχύσω λίγο τη μνήμη σου, μπας και μπορέσω να ολοκληρώσω την εικόνα σου.
Να δω αν σου μοιάζω έστω λίγο. 
Ακούω τι άνθρωπος ήσουν, ποιος ήσουν. 
Πριν από'μένα, χωρίς εμένα. 
Κι ήσουν καλός. Πολύ καλός.

Τόσες πολλές ιστορίες
Ιστορίες για να'χουμε όλοι να θυμόμαστε.
Ιστορίες. 
Γιατί δε σε χόρτασα, ούτε εσύ εμένα. 
Και ώρες ώρες πραγματικά αναρωτιέμαι αν τελικά εσύ με είχες περισσότερο ανάγκη ή εγώ;


Ξέρω με περίμενες χρόνια, ξέρω με ονειρευόσουν.
Ξέρω έκανες σαν τρελός όταν γεννήθηκα, δεν μπορούσες μακριά μου. 
Ξέρω τις Κυριακές δεν έβλεπες την ώρα να έρθεις να με δεις. 
Και δε μου χάλασες ποτέ χατίρι, ξέρω.

Ξέρεις όμως, κι εγώ που σε γεύτηκα λιγάκι, μου αρκούσε και μου αρκεί για να σε θυμάμαι πάντα και πάντα να σ'αναζητώ.


«Θυμάμαι που είχα μέρες να σας δω. Θυμάμαι που όλοι μιλούσαν μεταξύ τους σιγανά. Θυμάμαι που καθόντουσαν μόνο στην κουζίνα. Θυμάμαι που δε ρωτούσα τίποτα. Θυμάμαι που δεν ενοχλούσα κανέναν. Θυμάμαι που ήμουν σίγουρη πως κάποιος είχε πεθάνει. Θυμάμαι που ορκιζόμουνα πως δεν ήσουν εσύ.»


Γιατί σ'αγαπάω τόσο που κάθε που σε σκέφτομαι πονάει η ψυχή μου. 
Με μιαν αγάπη που δεν ξέρω αν μου την έμαθες εσύ, δεν το θυμάμαι. 
Εύχομαι όμως να'σουν εσύ και να τα φύτευες αυτά μες στο μυαλό και στην καρδιά μου τις ώρες που περνούσαμε παρέα. 
Γιατί αλήθεια σε θυμάμαι, καθαρά. 
Και τη φωνή σου, και τις μάλλινες καζάκες σου, και τα πυκνά μαλλιά σου. 
Και που χόρευες. 
Και που με έβαζες στις πλάτες σου και μ'έτρεχες από'δω κι από'κει. 

Και σκέφτομαι πόσο πιο ωραία θα ήταν να ήσουν εδώ όλα τα χρόνια.
Και τώρα που μεγαλώσαμε κι αλλάξαμε. 
Θα μ'άντεχαν οι πλάτες σου ακόμη, είμαι σίγουρη.
Σκέφτομαι πόσο πιο ευτυχισμένοι θα ήμασταν όλοι.
Και πόσο σημαντικός θα ήταν ο ρόλος σου στην καθημερινότητά μας. 
Το νιώθω ότι το αγνοώ το βάρος της απουσίας σου. 
Το νιώθω ότι δεν μπορώ να συλλάβω πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν ήσουν εδώ μαζί μας.
Θα είχαμε μια τελείως άλλη ζωή αν δεν είχες φύγει τότε.


«Θυμάμαι που μου το είπαν και δεν το πίστεψα ποτέ. Θυμάμαι που είχα πείσει τον εαυτό μου πως μια μέρα θα σε συναντούσα στο δρόμο και δε θα με αναγνώριζες. Θυμάμαι που πίστευα πως όλα θα λύνονταν ξαφνικά. Θυμάμαι που το περίμενα αυτό μέχρι μεγάλη.»


Στα πέντε έλεγα θα σε ξαναβρώ.
Στα οχτώ περίμενα πως θα έρθεις να με πάρεις από το σχολείο μία μέρα.
Στα δεκατρία έκλαιγα κρυφά που ο μικρός μου αδερφός δεν είχε αναμνήσεις από'σένα.
Στα δεκάξι με πλήγωνε που δεν ήσουν εκεί.
Στα είκοσι θύμωνα με εμένα που δεν ερχόμουν τόσα χρόνια κάθε μέρα εκεί που σε είχαν, να σου μιλήσω.

Να ξέρεις, ακόμη πιο μεγάλη πια, κι ακόμη σε θυμάμαι.
Κι όσο περνάνε οι καιροί, σου μοιάζω περισσότερο.