Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Το αγαπημένο φυγείν (α)δυνατόν.

Johnny Cash - Hurt
Πρέπει να καταλάβω. Γιατί δεν τα έχω καταφέρει μέχρι τώρα να καταλάβω. Πώς οι άνθρωποι αποχωρίζονται ο ένας τον άλλο όταν αγαπιούνται πραγματικά; Πώς το αποφασίζουν; Δέχονται απλά ότι έτσι τα φέρνει η ζωή; Ποια ζωή; Λένε τώρα γυρίζω σελίδα; Λένε τώρα απομακρύνομαι και τον ξεριζώνω τον άλλο από όπου κι αν βρίσκεται που να γνωρίζω, μέσα μου, έξω μου, δίπλα μου, μπροστά μου; Λένε εντάξει μωρέ, αντέχεται. Πώς αντέχεται; Λένε θα μου περάσει. Πώς θα σου περάσει; Λένε θα μου τελειώσει. Πώς; Σου τελειώνει η αγάπη; Την τελειώνεις εσύ; Πώς; Τι λες; Αγαπάω μέχρι εκεί, μετά δε θέλω. Τι κάνεις; Κλείνεις πόρτες, παράθυρα, τηλέφωνα; Πώς το κάνεις; Πώς το αποφασίζεις και τον αφαιρείς τον άλλον από τη ζωή σου; Πώς λες εγώ από εδώ και πέρα θα ζω σε μία πραγματικότητα που δε θα υπάρχει εκείνος, που δε θα τον βλέπω, δε θα τον ακούω, δε θα του μιλάω; Λες μπορώ και χωρίς αυτόν; Και όντως μπορείς; Πώς ζεις; Τι κάνεις; Πού πας; Πώς την παλεύεις με την πάρτη σου; Ξεχνάς; Επιλέγεις να μη σκέφτεσαι; Λες είμαι καλύτερα έτσι; Λες είμαι ήρεμος; Λες ότι όλα θα φτιάξουν με τον καιρό; Λες ο χρόνος θα τα διορθώσει όλα; Επιλέγεις τι; Το χωρίς αυτόν; Το άλλο; Το διαφορετικό; Το λιγότερο από τι;

Πώς γίνεται να ξεχνάς τους ανθρώπους σου; Πώς γίνεται να μη σου λείπουν; Πώς γίνεται να μπορείς να τους δεις και να μην τους βλέπεις; Να ξέρεις ότι με ένα τηλεφώνημα θα ακούσεις τη φωνή τους κι όμως επιλέγεις να μην το κάνεις; Να ξέρεις ότι σε δέκα λεπτά μπορείς να βρεθείς στην αγκαλιά τους και να λες όχι, δε θέλω; Πώς γίνεται να μη σου λείπει η φωνή τους; Πώς γίνεται να μη σου είναι απολύτως απαραίτητη να την ακούς; Πώς γίνεται να μη σου λείπει η αγκαλιά τους; Πώς γίνεται να μην τρέμεις στην ιδέα ότι δε θα ξανά-υπάρξεις εκεί μέσα; Πώς γίνεται η επιλογή σου για το από'δω και πέρα να μην είναι μαζί τους αλλά μακριά τους; Πώς γίνεται να μην κινείς γη και ουρανούς; Πώς γίνεται να μη φέρνεις τα πάνω κάτω; Πώς γίνεται να προτιμάς το χωρίς εκείνον από το οτιδήποτε άλλο; Πώς γίνεται να μην είσαι μουδιασμένος εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο; Να μη σε νοιάζει; Να μη σε πνίγει που τελείωσε και να θες να το φέρεις πίσω με κάθε κόστος; Πώς γίνεται να μη χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο; Το χέρι στο τραπέζι; Πώς γίνεται να μην είσαι στα γόνατα; Να μη σου κόβονται τα γόνατα; Βγαίνεις έξω; Περπατάς; Πώς στέκεσαι όρθιος; Πώς δεν τρέμεις; Πώς αναπνέεις; Πώς δεν κλαις όλη την ώρα; Πώς δε σπάει η φωνή σου, το πρόσωπό σου, εσύ ολόκληρος; Πώς γίνεται; Πώς μένεις μόνος; Τι σημαίνει μόνος; Βγαίνεις από το σπίτι; Μπορείς και βγαίνεις; Πώς συγκρατείς τα δάκρυά σου στο δρόμο, στο μετρό, στο πάρκο, παντού; Δε θρηνείς; Δε φοβάσαι; Δε λυπάσαι; Πώς βλέπεις φίλους; Τους μιλάς; Πώς μπορείς και τους μιλάς; Τι τους λες; Πώς παραδέχεσαι την απώλεια; Την παραδέχεσαι; Τη συζητάς; Την προσπερνάς; Τι λες; Τι κάνεις; Αστεία; Μιλάς; Γελάς; Ξεφεύγεις; Πώς τους απομακρύνεις; Πώς το κάνεις; Πώς προδίδεις; Πώς σκληραίνεις; Πώς μπορείς και σου κρατάει;


Και μετά... Πώς προχωράς; Πού πας; Τι κάνεις; Πώς σε αντέχεις; Πώς κοιμάσαι; Κοιμάσαι; Πως ξυπνάς το πρωί; Θες να ξυπνάς το πρωί; Έχεις τη δύναμη να σηκωθείς από το κρεβάτι; Να ανοίξεις τις κουρτίνες; Κι αν ναι, πώς; Πώς; Ενώ δε λες καλημέρα στον άνθρωπό σου; Δεν τον ψάχνεις; Δεν τον αναζητάς στη μέρα σου στα πάντα, στη βόλτα σου, στις στιγμές σου, στα καλά σου, στα κακά σου; Πώς μπορείς κι επιβιώνεις; Πού βρίσκεις όλη αυτή τη δύναμη να σε πείσεις ότι όλα θα πάνε καλά; Τρώς; Πώς δέχεσαι να βάλεις μπουκιά στο στόμα σου; Έχεις όρεξη; Έχεις γεύση; Έχεις δύναμη να ανοίξεις το στόμα σου; Να σηκώσεις το πιρούνι ή το κουτάλι ή δεν ξέρω κι εγώ τι; Να φας μόνος, μπορείς; Να φας με άλλους; Να γελάς, μπορείς; Να λες αστεία; Συζητάς για τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο; Αντέχεις να βλέπεις τον κόσμο; Ερωτευμένους; Ζευγάρια; Περαστικούς; Πώς; Πώς μπορείς και λες θα βγω από το σπίτι και δε σου κόβονται τα πόδια που πια δεν έχεις τον άνθρωπό σου; Τι αξία μπορεί να έχει μια βόλτα, ένας περίπατος, μια μπίρα, ένας καφές; Μουσική ακούς; Πώς αντέχεις να ακούς; Υπάρχει τραγούδι να μη σου θυμίζει αυτόν που αγαπάς; Υπάρχει στίχος να μη μιλάει γι'αυτόν που αγαπάς; Υπάρχει μελωδία που μπορεί να σε κάνει να νιώσεις έστω και λίγο καλύτερα; Υπάρχει ήχος κάπου εκεί έξω που να μπορείς να τον ακούσεις και να μην πάθεις πανικό; Υπάρχει σημείο να κοιτάξεις και να μην τον δεις; Υπάρχει σκέψη που να κάνεις και να μην τον αφορά; Πώς; Πώς μπορείς να αναπνέεις κανονικά; Να στέκεσαι όρθιος με ευκολία; Δε σου θολώνουν όλα; Δε ζαλίζεσαι; Δε θυμώνεις που δεν έχεις το χέρι του να το κρατάς, να το σφίγγεις, να το φιλάς; Αν όχι, πώς; Πώς γίνεται να ξέρεις ότι θα ζήσεις άλλα τριάντα χρόνια, ή είκοσι, ή δέκα, ή ακόμη κι ένα μήνα, μια βδομάδα, μία μέρα και να μην κάνεις τα πάντα να είσαι μαζί με τον άνθρωπό σου; Πώς συνεχίζεις και ζεις και κάνεις πράγματα και λες αυτό είναι τώρα, αυτό θα έχω, και δεν κάνεις τίποτα για να το αλλάξεις, για να τον φέρεις πίσω; Πώς;

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Project: The cure #3 (things that can seriously damage our ignorance)


“ Η τάξη μας ” του Ταντέους Σλομποτζιάνεκ (Εθνικό Θέατρο)

Γιεντβάμπνε, Πολωνία.

1920. Μια τάξη γεμάτη παιδιά. Μία τάξη γεμάτη συμμαθητές. Παντού φωνές, γέλια, πειράγματα. Αθωότητα. Παιρνούν όμως γρήγορα τα χρόνια, κι εμείς – οι θεατές - ,  “μεγαλώνουμε” μαζί τους, μαθαίνουμε ποιος είναι ποιος κι από που κρατάει η σκούφια του. Άνθρωποι από τον ίδιο τόπο, μα με διαφορετική θρησκεία και διαφορετικές πολιτικές απόψεις ξεδιπλώνουν εκεί μπροστά μας όλα τους τα κατάλοιπα από τα σπίτια τους, όλες τους τις κατευθύνσεις, τις ιδέες. Άνθρωποι που με το πέρασμα των χρόνων, καταφέρνουν να γιγαντώσουν όσα τους “χωρίζουν” και να τα κάνουν δύναμή τους.
Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Εναλλαγές απολυταρχικών καθεστώτων.

Σοβιετική εισβολή στην Πολωνία. Πόσο ενοχλούσε τους καθολικούς που οι Εβραίοι της πόλης ήταν σε ευνοϊκότερη θέση; Πόσο τους ενοχλούσε που αι κομμουνισταί εχλεύαζαν τις προσευχές τους; Κανείς πια δεν υπολόγιζε την αστυνομία, τους κληρικόυς, τους αξιωματούχους.

Γερμανική εισβολή στην Πολωνία. Ναζισμός. Οι δυνατοί εδώ επιβλήθηκαν με πολύ διαφορετικό τρόπο. Θολωμένοι από την εξουσία, κατέφυγαν σε αγριότητες και αρρωστημένες πράξεις προς ανθρώπους που είχαν περάσει μια ζωή μαζί. Ο ένας Εβραίος συμμαθητής σφαγιάστηκε από τους τρεις Καθολικούς συμμαθητές του σε ένα πεζοδρόμιο, σε μια πλατεία. Βιασμοί, ομαδικές δολοφονίες γυναικόπαιδων σε φλεγόμενους στάβλους, βία, πολύ βία.

Η αδίστακτη συμπεριφορά των Καθολικών σε εξόργιζε. Η ταυτόχρονη κατάχρηση του ονόματος ενός θεού και μιας θρησκείας που απειλείται, για να δικαιολογεί τις αισχρότητές τους, σε εξόργιζε ακόμη περισσότερο. Η τόση μεγάλη υποκρισία σου έμοιαζε επίκαιρη. Σαν να συμβαίνει από πάντα. Παπάδες βίαζαν δωδεκάχρονα αγόρια, παπάδες κατέδιδαν, σκότωναν, βασάνιζαν, παρατηρούσαν και μοίραζαν συγχωροχάρτια. Παπάδες παρέα με ναζιστές Πολωνούς έσπαγαν πλάκα βιάζοντας, δολοφονώντας, μαχαιρώνοντας. Δικούς τους ανθρώπους. Για ένα θεό, για μια θρησκεία, για εξουσία. Για επιβολή.

Όσο κυλούσε η παράσταση, δεν έβλεπες μόνο πόσο έντονα εκφραζόταν ο φασισμός προς τον αδύναμο ή τον διαφορετικό, ή μέχρι που είναι ικανός να φτάσει ένας άνθρωπος. Σε σόκαρε επίσης το πως οι απλοί άνθρωποι, που τους πάτησαν, τους τσάκισαν, τους ισοπέδωσαν, που ξεκλήρισαν τα σπίτια τους, σκότωσαν ολόκληρες τις οικογένειές τους, τα παιδιά τους... το πως αυτοί οι άνθρωποι σώπασαν, μαζεύτηκαν. Συμβίωσαν με τους δυνάστες τους και βρήκαν τρόπους να τους ανέχονται, να τους αντιμετωπίζουν σαν τους παλιούς τους συμμαθητές.

Μία παράσταση που καθ’όλη της τη διάρκεια σε θύμωνε. Μετά σε έκανε να δακρύζεις, να σφίγγεσαι. Μετά να γελάς. Να βλέπεις τόσες ομοιότητες με τη σημερινή κοινωνία, τους σύγχρονους ανθρώπους. Στα πρόσωπα των ανθρώπων του 1920 να βλέπεις όσους και όσα μισείς το 2017. Όσα απεχθάνεσαι, όσα σε φοβίζουν, όσα ελπίζεις να σε διαφοροποιούν από εκείνους εκεί τους απαίσιους. Μόνιμα επί σκηνής ένα ακορντεόν που συνόδευε τους ηθοποιούς με παραδοσιακές πολωνικές και εβραϊκές μουσικές, κι έκανε τους θεατές κάπως να μαλακώνουν, να ηρεμούν, να τακτοποιούν την έντασή τους. Οι μελωδίες του ένας τρόπος να επανέρχεσαι ομαλότερα και να συνδέεσαι με την πραγματικότητα, νιώθοντας μια γλυκιά θλίψη και μια τρομερή απογοήτευση για το ανθρώπινο είδος. 

Project: The cure #2 (things that can seriously damage our ignorance)



“ Ένας σκύλος που τον έλεγαν Φρίκη ”  του Δημήτρη Κουρούμπαλη (Θέατρο Ιλίσια - Βολανάκης)

(Ποιος το περίμενε μία Μαρία Σολωμού να αλωνίζει εδώ τριγύρω; Ποιος;)

Σχεδόν απολαυστικός, σχεδόν διδακτικός ο χρόνος που ετούτοι οι δύο προσέγγιζαν επί σκηνής με πολύ ειλικρινή και ρεαλιστικό τρόπο αυτό που λέμε στο χωριό μου “the human condition”!
Ένας άνδρας και μία γυναίκα συμβιώνουν, συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται. Στα τρυφερά πλαίσια ενός ατελείωτου έρωτος, μίας τεράστιας αγάπης και μιας πολύ όμορφης σχέσης και επικοινωνίας. Μία γνώριμη σε όλους αλληλεπίδραση, η οποία δυστυχώς τείνει να δηλητηριάζεται με το πέρασμα των καιρών από την ίδια την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται οι ανθρώπινες σχέσεις και η καθημερινότητα.
Με χίλιους δύο τρόπους έγινε σαφές σε αυτήν εδώ την παράσταση, πόσο ευμετάβλητη μπορεί να είναι η ψυχολογία ενός ατόμου που προσπαθεί εικοσι-τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο να είναι σέξι, όμορφο, έξυπνο, ενδιαφέρον (και ένα, μα ένα σωρό άλλα) για να... “αρέσει” στον άνθρωπό του. Και πως, η ίδια αυτή συνθήκη, το οδηγεί με τρομερή ευκολία να πνίγεται στις ανασφάλειές του, όταν η προσοχή εκείνου που αγαπά αποσπάται -έστω και για λίγο-, από πάνω του. Πόσο μετά ο άλλος, από την πλευρά του, νιώθει να αμφισβητείται η συναισθηματική του κατάσταση, η ακεραιότητα του χαρακτήρα του, η προσπάθειά του και ο κόπος του για να μπορεί να είναι λειτουργική η σχέση. Το υπέροχα γοητευτικό και ταυτόχρονα καταστροφικό; Ούτε καν μπορεί ο δύσμοιρος να φανταστεί πως το πρόβλημα δεν είναι εκείνος, αλλά η χαμηλή αυτοεκτίμηση του συντρόφου του.
Κάπου, κάπως πάλι εμβαθύνει και σε κάνει κι εσένα τον ίδιο να αναρωτιέσαι πόσο το στρες, τα νεύρα, το άγχος, οι γρήγοροι ρυθμοί της ζωής, μπορούν και σκληραίνουν και απομακρύνουν τους ανθρώπους. Πόσο τους κάνουν πιο ωμούς, πιο βιαστικούς, πιο αδιάφορους. Πιο διεκπεραιωτικούς. Πόσο πολύ ο κόσμος όλος πνίγεται με όσα συμβαίνουν γύρω του, και πόσο αυτό τον οδηγεί να χάνει τις στιγμές του με τους δικούς του ανθρώπους. Ανθρώπους που αγαπάει όσο τίποτα, κάπως τους “ξεχνάει”, σε έναν αγώνα δρόμου να γίνει καλύτερος σε κάτι άλλο.
Το έργο δείχνει, επίσης, τη φρικιαστική ανάγκη του ανθρώπου να υψώσει τον τόνο της φωνής του, να απαιτήσει, να επιβληθεί. Όπως επίσης, κόντρα στην όλη μαυρίλα, πόσο το χιούμορ και η δεκτικότητα τελικά μπορούν και σώζουν τις σχέσεις. Διάχυτη παντού η σκληράδα μιας σκύλας γυναίκας κι ενός ψωρο-υπερήφανου άντρα, που ακόμη δεν έχουν βρει τον τρόπο να πουν αυτά που πραγματικά θέλουν και νιώθουν. Και καταλήγουν να αλληλοπληγώνονται, να λένε απλά “μία μαλακία”, χωρίς καμία ουσία και ίχνος αλήθειας. Άνθρωποι πνιγμένοι σε εγωισμούς και φωνές και άλογη αντίδραση, που στο τέλος, καταπονημένοι ο ένας από τον άλλον, αφήνονται στην ευκολία ενός χωρισμού, πεπεισμένοι πως έκαναν ότι μπορούσαν.
Πέρα από όλη την κριτική που ασκείται σε κακές συμπεριφορικές (πια) νόρμες και αμφίδρομους ευνουχισμούς, στο τέλος η φάση εκεί καταλήγει στην πιο απλή διαπίστωση του κόσμου. Αυτό που το διαβάζεις και λες ειρωνικό-τα-τα “απφφφ... μέγάλη σοφιστεία μας είπες πάλι”. Η σοφιστεία (για του λόγου το αληθές): πως όσα αγαπάς πρέπει να τα αντιμετωπίζεις με αγάπη. Αγνή, πηγαία, καθάρια αγάπη. Αυτό. Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου. Δεν πρέπει να επιτρέπεις σε κανέναν, μα κανέναν εξωτερικό παράγοντα να αλλοιώνει τους τρόπους με τους οποίους απευθύνεσαι και συμπεριφέρεσαι στους δικούς σου ανθρώπους. Mindfuck? Γνωρίζω. Αλλά είναι όντως η πιο αποτελεσματική και ζωτικής σημασίας συμβουλή, που μόνο άμα την εφαρμόσεις θα καταλάβεις τι θέλει να πει ο ποιητής!

Αυτά μωρέ, ναι.

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Project: The cure #1 (things that can seriously damage our ignorance)


Άλμπερ Καμύ

“Η αγάπη για την αλήθεια με κάθε θυσία είναι ένα πάθος που δεν αφήνει τίποτα απείραχτο και στο οποίο τίποτα δεν αντιστέκεται. Είναι ένα βίτσιο, μία βοήθεια καμιά φορά, ή ένας εγωισμός.”
Λίγο απ’όλα. Λίγο μποέμ, λίγο κομμουνιστής, λίγο ελεύθερος. “Η άνευ όρων ελευθερία είναι το αντίθετο της ελευθερίας” υποστηρίζει και λέει, λέει, λέει. Αργόσυρτος, υπαρξιακός, σου τρίβει μες στη μούρη σου πως χρειάζεται μεγαλύτερο κουράγιο για να ζήσεις, παρά για να αυτοκτονήσεις. Φιλόσοφος. Γραφιάς. Παράλογος. Πασχίζει μανιωδώς να πάει κόντρα σε ότι τον κάνει ευάλωτο. Μέσα στην τόση του διαύγεια, στην τόση ειρωνία, κάπου πάσχιζει να τα προσεγγίσει όλα λογικά, ίσως και λίγο τετράγωνα. (Μα ποιος τα αγαπάει τα τετράγωνα;)
“Η μνησικακία ορίζεται πολύ σωστά από τον Σέλερ ως μια αυτοτοξίνωση, ως η βλαβερή έκκριση, σε κλειστό χώρο, μιας παρατεταμένης ανικανότητας”. Ω θεοί!
Πάντα στο μυαλό μου με μια γκρίζα, χοντρή καπαρντίνα κι ένα τσιγάρο στο στόμα. Πάντα η εικόνα του να πίνει σε υπόγεια καμπαρέ του Παρισιού. (Μα γιατί;) Και κάπου εκεί στο βάθος, στη μαυρίλα, σαν ο Σατί να παίζει τις γυμνοπαιδίες του. Ίσως στο le chat noir όλα αυτά.  Έτσι αποπνικτικά να ορνιθοσκαλίζωνται, να μουντζουρώνονται αιτίες και λόγοι για επανάσταση. Να το είχε άραγε τόσο ανάγκη να εξεγερθεί;
Για εκείνον κανένας σκοπός δεν τα αγιάζει τα ρημάδια τα μέσα και δεν του πέφτει καθόλου βαρύ που στο λέει πάντα φωναχτά και αδογμάτιστα. Αιώνια η γραφή του παραμένει καθόλου ξεκάθαρη (συντακτικά λάθος, αλλά έπρεπε), μην μπερδευτεί κανείς και πιστέψει ότι ψαρεύει αναγνώστες. Αιώνια δυσνότητος, γιατί απευθύνεται σε ανθρώπους που θα γίνουν για εκείνον, ότι ήταν αυτός για τον Νίτσε, για τον Σέλερ.
Μα τι άλλο; Σχολιαστής.
Πέθανε νομίζω ερωτευμένος (με μια Μαρία!) και ανικανοποίητος, έχοντας αποδεχτεί να γερνά μαζί με όσους και όσα αγαπούσε. Πέθανε γράφοντας επιστολές σε αγαπημένους κι έχοντας αφιερώσει τόσα βιβλία σε εκείνη που δε θα μπορέσει να τα διαβάσει ποτέ. Σε εκείνη που δεν έμαθε ποτέ της γράμματα. Βαθιά ετούτη η αγάπη.

Και κάτι τελευταίο να έχουμε να σκεφτόμαστε οι νεότεροι. “Να ρημάζεις τα πάντα σημαίνει ότι οικοδομείς χωρίς θεμέλια”. Να μην ρήμαξε άραγε ποτέ του τίποτα ψάχνοντας το πολυπόθητο νόημα της ζωής; Νομίζω ρήμαξε. Κι αυτός. Όπως όλοι.

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Είναι πολύ.

Τρεις καρέκλες, δύο πίνακες παλιομοδίτικοι, τρία κεριά, ένα βάζο. Καθιστός περιμένεις τη σειρά σου, το χρόνο σου, τη στιγμή σου. Καθιστός παρακολουθείς τον κόσμο να μπαίνει, να βγαίνει, καθιστός τα χέρια σου ιδρώνουν, τα αφτιά σου βουίζουν, τα μάτια σου βουρκώνουν. Καθιστός αρνείσαι να κουνήσεις το κεφάλι σου δεξιά, αριστερά, καθιστός κοιτάς κάτω χαμηλά και λες δεν μπορεί, θα χτυπήσει. Καθιστός μετά σε ένα αμάξι, απέναντί σου θάλασσα και δίπλα σου κτίρια τεράστια, γκρίζα, και βαβούρα στους δρόμους και κίνηση, και τα αφτιά σου συνεχίζουν, βουίζουν και αυτό δε χτυπάει. Και λες είναι πολύ.

Αποφάσεις που ήρθαν, σε βρήκαν, σε τάραξαν. Απρόσμενες, άδικες, καθοριστικές. Αποφάσεις για το ποιος είσαι, ποιος δεν είσαι, ποιος θα έπρεπε να είσαι. Αποφάσεις σαν να μην υπήρξες ποτέ σημαντικός, ποτέ ιδιαίτερος, σαν να είναι οι σωστές γιατί τις αξίζεις όλες μία μία. Αποφάσεις ωμές, ρητές, για το χαρακτήρα σου, για την υπόστασή σου, για τα πάντα. Μα είναι πολύ. Είναι πολλές οι μέρες, τις μετράς και σου βγαίνουν και λες δεν μπορεί. Είναι πολύ. Είναι η προσπάθεια, είναι το βάρος, είναι η ανάγκη που θα έπρεπε να υπάρχει και δεν υπάρχει. Είναι τα συναισθήματα που θα έπρεπε να φωνάζουν και δε φωνάζουν. Κι είναι πολύ. Είναι πολλά να μην τα ξέρεις, είναι πολλά να ζεις με αυτά, στο μυαλό σου, στην καθημερινότητά σου. Είναι πολλά.

Είναι τέλος και είναι πολύ.
Είναι πριν πολύ καιρό και είναι τόσο πια μακριά που λες δεν μπορεί. Τι μπέρδεμα! Τι απόφαση! Τι αηδία! Τι αποστροφή! Τι απόσταση! Είναι παραπάνω από πολύ.

Υπομονή. Τι λέξη κι αυτή; Σε κάνει να γίνεσαι σοφός άμα την έχεις, σε κάνει να επιβιώνεις όταν πρέπει και να αντέχεις όταν δεν πρέπει. Μα είναι πολύς ο καιρός που επιβιώνεις, είναι πολλές οι μέρες, οι ώρες, οι στιγμές που ήρθαν και πέρασαν και πάνε. Είναι πολύ το κακό. Είναι πολύ. Είναι ο θυμός, η μοναξιά. Είναι όσα πια σε διαμορφώνουν και σου λένε που να πας, που να κοιτάξεις. Τι να μπει μες στο μυαλό σου, τι να βγει. Τι σε θέλει, τι σε διώχνει. Τι σε έχει ανάγκη, τι μπορεί και μόνο του.

Οι μέρες περνάνε, τα τοπία αλλάζουν, οι μουσικές αλλοιώνονται, οι σκέψεις εξελίσσονται, ο κόσμος σκληραίνει. Τα πρόσωπα παίρνουν χρώμα, οι αναμνήσεις γίνονται καρφιά, τα λόγια βαραίνουν και οι αλήθειες δε χρειάζεται να ειπωθούν. Ξυπνάς το πρωί και όλα είναι εκεί. Μα λες είναι πολύ. Τα γεγονότα σε προλαβαίνουν, οι φόβοι αυξάνονται, οι ανασφάλειες τρέφονται. Και το λες, είναι πολύ. Οι τοίχοι το επιλέγεις κι αδειάζουν, τα βιβλία ρουφάνε ενέργεια και κρύβονται, φωτογραφίες σκίζονται γιατί το ξέρεις, είναι πολύ. Το σπίτι μικραίνει, οι τοίχοι σε πνίγουν, ο αέρας σε πνίγει και πια το καταλαβαίνεις, είναι πολύ. Είναι πολύς ο καιρός και σκληρή η ζωή να σπαταλάς τον καιρό σου ακίνητος. Όχι, είναι πολύ.

Είναι πολύ και μακριά και όσο και να θες πια δεν το φτάνεις.

Είναι πολύ και κάθε πρωί εκεί ανάμεσα στα παιδικά σου λάθη, καταλαβαίνεις το πόσο είναι πολύ. Εκεί ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνιο, εκεί ανάμεσα στον πανικό, έρχεται η ώρα που ησυχάζεις και το δέχεσαι, έρχεται η ώρα που νιώθεις πόσο είσαι μικρός, πόσο είσαι ασήμαντος. Η ώρα που σε βλέπεις, και όσο και να το ήθελες να είσαι κι εσύ πολύ, δεν είσαι.

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Λίβινγκ γιορ λάι. Δόξα σοι.

Δοξασμένη όλη εκείνη η ανωτερότητα του πλήθους που κάνει πως δε βλέπει, που σωπαίνει γιατί δε βρίσκει λόγο να ακουστεί, που κλείνει μάτια και αφτιά στο άδικο, και που στενάζει μόνο άψυχα μπρος στο μεγαλείο της καταστροφής. Δοξασμένες όλες εκείνες οι φωτογραφίες που μένουν να απεικονίζουν νεκρά παιδιά, ανθρώπους να θαλασσοπνίγονται, πρόσωπα γεμάτα τρόμο, δυστυχία, πολέμους. Δοξασμένοι όλοι εκείνοι που χαράμισαν δευτερόλεπτα ζωής και θανάτου να φτιάχνουν τέχνη με το θάνατο περιφρονώντας τη ζωή, όλοι εκείνοι που μείναν ψύχραιμοι κρατώντας μια φωτογραφική μηχανή ενώ μπρος στα μάτια τους κόσμοι γκρεμίζονταν, ζωές χανόντουσαν. Δοξασμένοι που παρέμειναν θεατές και έρμαια ενός γαμημένου κλικ, μιας κουτής απομνημόνευσης χαμού ανθρώπων, λες κι αυτή η σιχαμένη εικόνα ήταν σημαντικότερη του παιδιού που "παγίδευε" ο φακός, λες και το θέμα είναι να το θυμάσαι, όχι να το σώσεις. Δοξασμένες όλες αυτές οι σιχαμένες στιγμές που άνθρωποι πλήρωσαν με τη ζωή τους τη δική μας ανέχεια, τη δική μας σκατοψυχιά. Δοξασμένοι όσοι έτρεξαν και ζήτησαν εύσημα, όσοι δεν έτρεξαν μα έδωσαν εύσημα. Δοξασμένοι! Δοξασμένη όλη εκείνη η λύπη και η απόγνωση που συνηθίσαμε να βλέπουμε, που συμβιβαστήκαμε να ζούμε ανάμεσά της. Κι όλη εκείνη η "χαρά" που για να καλύψει την ασχήμια μας, δημοσιοποιήθηκε χωρίς αναστολές, χωρίς αιδώ. Που μεταφράστηκε σε τρεντς της εποχής. Που είναι βαθιά νεκρή και σάπια, μα παίρνει ζωή μέσα από ιντερνετικούς χώρους, μέσα από σέρβερς και μπάιτς, μέσα από μάσκες, οθόνες και κουμπιά. Δοξασμένη κάθε ψόφια σέλφι, κάθε στημένη φωτογραφία, κάθε χαρά μοιρασμένη στους δεκάδες, εκατοντάδες μιούτουαλς.

Δοξασμένη όλη εκείνη η αγάπη που δεν ξεπέρασε εαυτούς και λάθη, απωθημένα και ανασφάλειες, εκρήξεις και εμπόδια. Δοξασμένοι όλοι εκείνοι οι ωραίοι, οι επίμονοι, οι αιώνιοι εραστές με τη ζωή, οι αιώνια πιστοί, που δεν τους δόθηκε σημασία, χρόνος. Ας πιούμε στην υγειά τους! Δοξασμένες οι κουβέντες που μας φάγαν ώρες, μέρες, που έγιναν μπας κι αλλάξει κάτι σε αυτόν τον κόσμο. Δοξασμένο το ψεύτικο ενδιαφέρον, οι τρόποι, οι υποχρεώσεις, τα σωστά, τα λογικά, η υποκρισία, η τάχα μου δήθεν αγάπη. Δοξασμένα τα λόγια που ειπώθηκαν απλά για να ειπωθούν, οι αιτίες που υπήρξαν απλά για να υπάρξουν, οι ματιές που κρύφτηκαν από ντροπή, τα γελάκια που δεν κρατήθηκαν από έλλειψη τακτ. Δοξασμένη η αμφισβήτηση, δοξασμένη και η πίστη! Δοξασμένα τα σύννεφα που σε κουβάλησαν για μήνες και για χρόνια. Δοξασμένο το ροζ τους, δοξασμένη η πλάνη τους! 

Δοξασμένα τα δικαστήρια που στήνουν άνθρωποι για ανθρώπους, δοξασμένη χειραγώγηση, δοξασμένοι ένορκοι που λαδώθηκαν κάτω από το τραπέζι με μια χούφτα αέρα και κάναν τη δουλειά τους όμορφα κι ωραία. Δοξασμένα στησίματα στον τοίχο, ξεμπροστιάσματα, φορτώματα... κι άλλων κι άλλων κι άλλων. Δοξασμένο το γονάτισμα, το σύρσιμο, δοξασμένη η παράκληση για οίκτο. Δοξασμένη η υπερανάλυση, η ανάγκη για κατανόηση, για μια καλή κουβέντα. Δοξασμένα πισώπλατα χτυπήματα, δοξασμένη προσπάθεια να λυγίσουν όλοι κι εμείς να στεκόμαστε όρθιοι. Δοξασμένα γράμματα, σεντόνια, όνειρα. Δοξασμένος κι εσύ που σπαρταράς και δεν ανοίγεις τα μάτια να δεις που κολυμπάς μέσα στα ψέματα και πόσα χέρια υπάρχουν να σε τραβάνε στον πάτο. Δοξασμένοι διωγμοί, δοξασμένες μοναξιές, δοξασμένα αντίο. Δοξασμένοι όσοι μαθαίνουν με τον πιο σκληρό τρόπο να ζουν χωρίς να τους αγαπούν, δοξασμένοι όσοι έμειναν, δοξασμένοι όσοι έφυγαν, δοξασμένοι όσοι πίστεψαν, δοξασμένοι όσοι δεν πίστεψαν. Δοξασμένα όλα τα ψέματα, δοξασμένοι όσοι δεν ντράπηκαν να τα πουν, όσοι δεν ντράπηκαν να παίξουν με τη ζωή σου, τη ζωή μου. Δοξασμένο καλοκαίρι, δοξασμένα όλα τα άσχημα νέα, όλα τα ξεσπάσματα, όλες οι αποκαλύψεις. Δοξασμένα κομμάτια του παρελθόντος που δεν υπάρχουν στο παρών και στο μέλλον, δοξασμένες αναμνήσεις που δεν ξέρεις την στόφα τους, την αξία τους, τη χροιά τους. Δοξασμένα τα χρόνια που περνούν και φέρνουν τόσα και δε ρωτάνε, αντέχεις; Δοξασμένα όσα έρχονται, όσα μένουν, όσα παλεύουν με νύχια και με δόντια για να μείνουν. Δοξασμένα όσα έφυγαν αποφασισμένα να μην ξαναγυρίσουν και δε δίστασαν στιγμή, όσα κοίταξαν το καλό τους, τη βολή τους. Δοξασμένοι όλοι οι ασήμαντοι, όλοι οι παραγκωνισμένοι, όλοι οι φοβισμένοι. Δοξασμένες οι καρδιές που άπαξ και κλείσουν δεν ανοίγουν. Δοξασμένες όλες οι πληγές που τις γέμισαν με αλάτι, όλα τα σημάδια που ξεχάστηκαν, όλα τα βράδια που πήγαν χαμένα περιμένοντας όσα δεν ήρθαν ποτέ.

Δοξασμένα να κλείνεις το στόμα, να μη φορτώνεις με αλήθειες αυτόν που σε φόρτωσε ψέματα, δοξασμένα να εξαφανίζεσαι, δοξασμένα να συνεχίζεις να ζεις και δοξασμένα να μην προσάπτεις τίποτα πουθενά. Δοξασμένα ξέχνα τις ευθύνες, ξέχνα το πόσο κάποιοι τσάκισαν και τσακίστηκαν, δοξασμένα βοήθα τους να συνεχίσουν. Δοξασμένα μη σπαταλάς άλλη ενέργεια σε τελειωμένες καταστάσεις, σε ανθρώπους που πήραν ζωές στα χέρια τους και τις πέρασαν για μαριονέτες. Δοξασμένα άσε την αυλαία να πέσει κι εσύ σήκω φύγε. Δοξασμένα αρνήσου το χειροκρότημα και την αποκάλυψη του ποιος ήταν τελικά ο δολοφόνος. Δοξασμένα αγάπα το θεατράκι τους και μάθε να διακρίνεις το ταλέντο από την αλήθεια τους. Δοξασμένα περπάτα με το κεφάλι σου ψηλά και απομακρύνσου αργά μα σταθερά από το θίασο. Δεν έχεις θέση εκεί.

Δοξασμένα και ήσυχα άσε τους ουρανούς και βρες τη θέση σου στη γη. Βάλε ένα κόκκινο σταυρό σε όλες τις πόρτες που έκλεισαν και δεν ξανάνοιξαν, κι άλλαξε γειτονιά! Χωρίς φωνές, χωρίς δηλώσεις, χωρίς ανοιχτούς λογαριασμούς. Δοξασμένα και ήσυχα φτιάξε εσένα και μην αφήνεις κανένα να σε χαλάσει. Δοξασμένα και σιωπηλά χτίσε τα κάστρα σου σε στέρεο έδαφος και κάψε όλες τις γέφυρες που οδηγούν σε εσένα. Δοξασμένα ελευθέρωσε τα χέρια, το μυαλό και την ψυχή σου. Τη σκέψη, το φιλί και την καρδιά σου. Δοξασμένα ποδοπατήσου γιατί πίστεψες, γιατί αγάπησες, γιατί τυφλώθηκες, γιατί αφέθηκες. Δοξασμένα αυτομαστιγώσου, δοξασμένα υπερασπίσου όσα έδωσες, δοξασμένα δες ποιος είσαι και που έφτασες. Δοξασμένα να έχεις να θυμάσαι ποιος ήσουν χθες, ποιος είσαι σήμερα, και δοξασμένα παραδέξου πως ακόμα κι αν λίγο άλλαξες, κι αν λίγο χάθηκες, ποτέ δεν πρόδωσες, ποτέ δεν εγκατέλειψες. Δοξασμένα ερωτεύτηκες και δοξασμένα να ξαναερωτευτείς. Δοξασμένα υπονομεύτηκες και δοξασμένα μην το επιτρέψεις ξανά. Δοξασμένα στείλ'τους όλους στο διάολο και μη γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω ποτέ. 

Δοξασμένα μη σπαταλάς τη ζωή σου. Δοξασμένα παραιτήσου απ'ότι σε κρατούσε δέσμιο για χρόνια κι από ότι δεν άξιζε το χρόνο σου, από ότι δεν ήθελε το χρόνο σου! Δοξασμένα θαύμασε εσένα που είσαι ακόμα ζωντανός και που ακόμα και στα χειρότερά σου, δεν έπαψες στιγμή να αγαπάς και να δίνεις απλόχερα όσα έχεις. Δοξασμένα αγάπησέ σε ξανά απ'την αρχή και φρόντισε αυτή τη φορά να το κάνεις σωστά! Δοξασμένα να τιμάς το μυαλό και τον χαρακτήρα σου, δοξασμένα να μην ξεπουλιέσαι και να μη χαραμίζεσαι. Δοξασμένα να σε νοιάζει που κατρακυλάμε στο βούρκο. Δοξασμένα να σε ορίζει η ανθρωπιά σου, να μη σε αφήνει ατάραχη η κακία των ανθρώπων. Να προσέχεις τους φίλους σου δοξασμένα, τους ανθρώπους σου, την οικογένειά σου. Δοξασμένα να τους δίνεις τα πάντα, να είσαι στήριγμα. Δοξασμένα να μοιράζεις τα συγνώμη σου απλόχερα όταν πρέπει και δοξασμένα να απαιτείς την προσοχή όταν βουλιάζεις. Δοξασμένα να'σαι φως και σκοτάδι, χώμα και αίμα, αέρας, πνοή. Δοξασμένα να'σαι εκεί σε όλα τα "σ'αγαπώ" τους και σε όλα τα "θέλω" τους. 

Δοξασμένα τώρα χαμογέλα και προχώρα και μην περιμένεις κανέναν και τίποτα να δοξάσει εσένα.

Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Για όσο...

Να'τη η ώρα και η στιγμή που έλεγες δε θα έρθει και ήρθε.
Η ώρα που μερικά χαμογελαστά πρόσωπα σε τραβάνε από το χέρι, σε παίρνουν μαζί τους και φωνάζουν δυνατά μες στο αφτί σου πως είσαι ακόμα παιδί.
Γιατί είσαι. Και ξέρω, μάλλον δεν πρόλαβες να το χαρείς, μάλλον δεν πρόλαβες να το εκμεταλλευτείς όσο του έπρεπε.
Η ζωή έτρεχε πιο γρήγορα από'σένα και παράταγε στο διάβα της εμπόδια και λακούβες.
Να δυσκολευτείς, να ζοριστείς.
Και ξέρω, σκόνταψες και κουλουριάστηκες, και συνήθισες να ζεις σαν σε αγώνα δρόμου, με κόσμο να φωνάζει κι εσύ να προσπαθείς να απομονώσεις τις φωνές τους.
Κι άκουγες συνέχεια αυτή τη γλυκιά μελωδία και γύρω σου το χάος. Συνήθισες στο κλάμα, στα άσχημα νέα.
Το έργο σου πάντα εκτελεστικό και ριζοσπαστικό.
Γεμάτη ατέλειες, μα πάντα όλα τα έφτανες μέχρι το τέλος τους. Όλα τα πάλευες. Όλα τα είχες για πολύτιμα κι αναγκαία. Δε μιζέριασες ποτέ που δε σε άφηναν σε ησυχία, δεν είπες "γιατί σε εμένα;".
Γιατί έτσι.

Για να μπορείς τώρα να είσαι αυτό που είσαι. Γεμάτη καλοκρυμμένα σημάδια και καμία μισοτελειωμένη δουλειά στο ιστορικό σου. Γεμάτη εικόνες που σου δίναν σχήμα για χρόνια, λίγο-λίγο και τις υπέμεινες καρτερικά. Τους πήρες ότι καλό μπορούσες να στραγγίξεις κι αντί να σε μαστιγώσουν, τις ξεφτίλισες. Τις έπιασες από τα κέρατα και τις έστειλες στο διάολο.

"Εγώ θα με καταστρέψω όταν θα θέλω, όχι εσείς.
 Εσείς απλά θα συμβαίνεται, κι εγώ απλά θα σας αντιμετωπίζω.
 Όσο και να βαράτε, άντε να με πονέσετε, άντε να κλάψω, άντε να θυμώσω.
 Ξανά κομμάτι δικό μου θα σας κάνω, ξανά θα σας απομυθοποιήσω και ξανά θα κολυμπήσω."

Αυτό ήταν όλο.
Αυτές απλά συμβαίνουν κι εσύ απλά τις παίρνεις όλες για φυσιολογικές κι ίσως για λιγάκι χρήσιμες.

Παιδί είσαι ακόμα. Κι όσα δεν τα βίωσες όταν έπρεπε μην τα φοβάσαι πού'ρχονται, μην τα αγνοείς.
Πήγαινε ζήσ'τα.
Και κυλήσου σε δρόμους καινούργιους και χόρτασε με όλη αυτή τη νέα πληροφορία.
Χαμογέλα κι εσύ τώρα χωρίς κάτι να σε αγκυλώνει. Χωρίς να μετράς τα χιλιοστά και το πόση χαρά θα προσθέσεις στο γέλιο σου, για να βάλεις όρια στον εαυτό σου, μην καλομάθει ξαφνικά κι έχουμε άλλα.

"Ξυπνάω κι αγοράζω λουλούδια και δεν αλλάζω το νερό επίτηδες, να έρθει η επόμενη μέρα και να πρέπει να πάρω καινούρια. Με άλλα χρώματα, άλλα σχήματα, άλλες μυρωδιές.
Περπατάω και παρατηρώ τα πάντα και μου κάνουν εντύπωση τόσα που ποτέ δεν πρόσεχα.
Και χαμογελάω σε αγνώστους, και μοιράζω πειράγματα σε μικροσκοπικά πλασματάκια, και πάω σε μέρη που ποτέ δε μου κέντρισαν το ενδιαφέρον, μόνο και μόνο για να δω αν είχα δίκιο που τα απέρριψα χωρίς να τους δώσω μια ευκαιρία. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων, δε φοβάμαι να υπάρξω σαν κάτι άλλο, να φλερτάρω με εικόνες, μονοπάτια, με φραγμούς.
Να κάνω τρέλες βρε αδερφέ. Σαν παιδί που μαθαίνει να περπατάει... με την όπισθεν, και το απολαμβάνει."

Μια τρελή που γούσταρε να σημαδέψει το κορμί της με ότι πιο παράταιρο, αταίριαστο, όχι και τόσο όμορφο, όχι και τόσο εύκολο. Σημάδια που δε θα κουραστεί να κουβαλάει και που ποτέ δε θα πιάσει τον εαυτό της να τα χαζοκοιτάει.
Μια ανόητη που τώρα ξαφνικά κατάλαβε πως ποτέ δε θα μπορέσει να γίνει η σεξοβόμβα της διπλανής πόρτας, η αγενής, η αδιάφορη, η περαστική. Η κακοπροαίρετη, η προβλέψιμη.
Ποτέ δε θα μπορέσει να βάλει στοπ στον τρόπο που αυθόρμητα δρα ή αντιδρά, κοιτάζει ή δεν κοιτάζει. Δε γεννήθηκε για να μοιάσει, γεννήθηκε για να χορτάσει.
Δε γεννήθηκε για να ξεχωρίσει, ούτε για να γίνει η εξαίρεση κάποιου κανόνα.
Γεννήθηκε για να βλέπει κύκλους που δεν μπορούνε να γίνουνε τετράγωνα.
Γεννήθηκε για να είναι κύκλος και να μη θέλει να γίνει τετράγωνο.
Γεννήθηκε για να είναι συλλέκτης όλων των καλών κι όλων των άσχημων στιγμών που τη βρήκαν και τις άφησαν μνήμες που μια ζωή θα της δημιουργούν κόμπους και σφίξιμο στο στομάχι, τρέμουλο στα χείλη, ιδρώτα στα χέρια, βούρκωμα στα μάτια.
Γεννήθηκε για να χάνεται σε κόσμους γεμάτους γραμμές και τόξα, σχήματα και ασυναρτησία.
Γεννήθηκε κι αγαπήθηκε τόσο κι αν το ξεχνάει καμιά φορά λυπάται.
Γεννήθηκε ενοχική και δεν πειράζει που όλα δεν της περνάνε εύκολα.
Γεννήθηκε για να μη φοβάται να κάνει λάθη, να μη φοβάται να αποδείξει στους άλλους πως είχαν δίκιο.
Γεννήθηκε για να είναι το "για όσο" ανθρώπων, κι όχι το "για πάντα".
Γιατί όπως είχε πει και μια πολύ σημαντική...
«το δικό μου "για όσο" κρατάει περισσότερο από το δικό σας "για πάντα"!»

Και τώρα που το σκέφτομαι, αυτοί ναι, μάλιστα, είναι λόγοι για να γεννηθεί κανείς.

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

«Μάνα. Μητέρα. Μανούλα. Μαμά!»


Μη μου φοβάσαι.
Σ'αγαπάω και σε σκέφτομαι και σε χρειάζομαι, γι'αυτό κάνε ότι μπορείς.
Κάνε ότι μπορείς να αντέξεις.
Δεν είμαι έτοιμη να σου πω αντίο. Ποτέ δε θα'μαι.
Μα πως γίνεται να'μαι; Πως γίνεται να πρέπει να ζήσω χωρίς εσένα; Ούτε που ξέρω.
Είσαι ο άγγελός μου. Ο άνθρωπός μου. 
Το αίμα στις φλέβες μου.
Η μυρωδιά πριν τη βροχή.
Είσαι ο λόγος που υπάρχω κι αναπνέω και συνεχίζω.
Πώς να μπορέσω μια μέρα να μην γίνεται να ακούσω τη φωνή σου;
Πώς είναι δυνατόν να ξυπνήσω και να μη μπορώ να σε δω να μου χαμογελάς;
Πώς να μπορώ να κλαίω αν είναι να μην το ξέρεις;
Και τι βλακείες να κάνω στη ζωή μου αν δεν είσαι εκεί να τις στηρίζεις;

Πόσα ευχαριστώ να τολμήσω να σου πω και να μην είναι λίγα;
Πόσα συγνώμη και να μη σε πειράξει;
Είσαι αυτή που πάντα έλεγες πως δε μας "έκανες" για να μας καταδυναστεύσεις.
Και ξέρεις κάτι; Μπορεί να μη στο λέω συχνά, μα το τήρησες μαμά. 
Δεν ήταν λόγια του αέρα.
Το έκανες.
Μας αντιμετώπισες. Μας αποδέχτηκες. 
Μας άφησες να είμαστε αυτό που θέλουμε κι ας πήγαινε κόντρα στις δικές σου σταθερές.
 Μια ζωή ολόκληρη εσύ είσαι αυτή που μαθαίνεις να ζεις μαζί μας.  
Μεγαλώνεις μαζί μας, ωριμάζεις μαζί μας, αναθεωρείς τον εαυτό σου μαζί μας.
Κι ακόμη κι αν σε ταλαιπωρούμε ή σε αδικούμε, να το θυμάσαι...
Είσαι ότι σημαντικότερο.

Με έπλασες, με κράτησες, με φρόντισες, με αγάπησες, με δέχτηκες.
Με δέχτηκες που σ'άφηνα μεγαλώνοντας, που σε ξεχνούσα που και που.
Με δέχτηκες που άλλαζα. Που αλλάζω.
Και έχεις πάντα τα κότσια να αλλάζεις κι εσύ κοντά μου.
Και ποτέ δε μαραζώνει η αγάπη σου, ποτέ δε λιγοστεύει.
Μια ζωή εσύ, εσύ μας δίνεις αέρα στα πανιά μας.
Και χώρο πάντα για να μπορούμε να υπάρξουμε, μα και να ξαποστάσουμε.
Ας μη γελιόμαστε.
Δεν είσαι μόνο μάνα, δεν είσαι μόνο σύζυγος, δεν είσαι μόνο φίλη.
Είσαι τρελή. Τρελή για εμάς.
Είσαι πυξίδα. Να μη χανόμαστε.
Κι άμα χανόμαστε, εσύ εκεί για να ξαναβρισκόμαστε.
Στυλοβάτης. Μέσα σε αυτό το σπίτι, κι έξω από αυτό το σπίτι.
Πάντα και παντού. Δυνατή. Μαχητής από τους λίγους.
Κι όχι μόνο για εσένα. Μαχητής για όλους.

Τα κάνεις όλα να μας φαίνονται απλά.
Ότι κι αν συμβαίνει στο μυαλό σου, στην ψυχή σου, μας το κάνεις πάντα εύκολο.
Και ξέρω πως δεν είναι.
Έχεις πάντα να πεις κάτι απλό, κάτι αυθεντικό.
Βγαλμένο απ'την πιο αγνή και ειλικρινή πλευρά του εαυτού σου. 
Κι είναι μέσα σε αυτό το απλό που θα πεις μαζεμένη τόση αλήθεια, τόση καλοσύνη.
Δεν προσπαθείς να μας προσεγγίσεις απλά. 
Μια ζωή μπορείς και τα καταφέρνεις και στέκεσαι πλάι μας, όχι μπροστά μας. 
Βάζεις πάντα το μυαλό σου και τη λογική σου να ψάχνουν όλους εκείνους τους λόγους 
κι όλες εκείνες τις αιτίες που χρειαστήκαμε εμείς για να πάρουμε την όποια απόφαση.
Κι ας μην τα καταλαβαίνεις όλα πάντα, 
πασχίζεις να μας δικαιολογήσεις, να μας αισθανθείς.
Και πάντα μα πάντα, όσο κι αν σε απογοητεύουμε, έχεις τη δύναμη, και πάλι με απλότητα κι αγνότητα κι αλήθεια, να μας χώνεις βαθιά στην αγκαλιά σου και να προσπαθείς να νιώσεις κάθε παλμό μας, κάθε χτυποκάρδι.

Και τα κατάφερες μαμά!
Μας έκανες ελεύθερους ανθρώπους.
Κι ανεξάρτητους.
Παρέα με τον καλύτερο πατέρα του κόσμου.

Σε ευχαριστώ που τον επέλεξες για εμάς.
Κι ευχαριστώ κι εκείνον που σε βρήκε και μαζί μπορέσατε και μας κάνατε οικογένεια.
Τον ευχαριστώ που με τα χρόνια μπόρεσε κι αυτός να σε γνωρίσει,
ίσως καλύτερα, ίσως από την αρχή.
Μπόρεσε να σε εκτιμήσει και να σε λατρέψει.
Μπόρεσε να σε ανακαλύψει, 
όπως σε ανακαλύπτω κι εγώ ακόμη και σήμερα,
και κάθε μέρα, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό 
συνεχίζεις να με εντυπωσιάζεις και να μου γίνεσαι παράδειγμα.

Και το βλέπω πώς σε κοιτάζει.
Κι εύχομαι μια μέρα να με κοιτάζει κι εμένα κάποιος με αυτόν τον τρόπο,
να με ζητάει με αυτόν τον τρόπο,
να με έχει ανάγκη με αυτόν τον τρόπο.

Σε ευχαριστώ λοιπόν που πέρασες και περνάς τη ζωή σου μαζί μας,
και που έμεινες κοντά μας και πάλεψες με ατέλειωτη υπομονή να γίνουμε ότι είμαστε.
Γιατί χωρίς εσένα να το ξέρεις θα ήμουν κάποια άλλη,
κάποια που δεν ξέρω αν θα συμπαθούσα.
Οπότε ναι, παρ'όλες τις δυσκολίες, 
σε ευχαριστώ που είσαι μάνα μου, μητέρα μου, μανούλα μου, μαμά μου!
Σας ευχαριστώ που μας δώσατε οικογένεια, φωλιά, καταφύγιο.
Και που δεν είσαστε μόνο γονείς, μα και συνοδοιπόροι.

Και να ξέρεις πως
κι άλλες εκατό ζωές να είχα να ζήσω, 
πάλι εσάς θα διάλεγα.
 Και θα ήθελα να τα κάνετε όλα ίδια!
                                                               

       «Κάποτε θα ανταμώσουμε στους λόφους του ήλιου. Μην ξεχνάς. Περπάτα.»
Γ. Ρίτσος
                                     

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Μάζεμα χρόνου και εαυτού και οριζόντων.


Κάτσε να δεις που είχα μείνει. Βασικά που έπρεπε να έχω μείνει.
Κάτσε να δεις που χάθηκα, που βρέθηκα, που ξανά-χάθηκα, που ξανά-βρέθηκα.
Και να που ξανά-χάνομαι. Και να που θα ξανά-βρεθώ.
Να δεις που κόλωσα, που τρόμαξα.
Που δεν έβλεπα κι ας έβλεπα,
που μου έκλεινα τα μάτια κι ας τα'χα ορθάνοιχτα, που μου μιλούσα και δε μ'άκουγα.
Που μ'αγαπούσα και δεν μου τό'δειχνα.
Που με άφηνα πίσω να θρηνώ για κάθε πτώση ελεύθερη, επικίνδυνη, ατελείωτη. Παράλογη.

Που αρνούμαι να γυρίσω να κοιτάξω να με δω. Μα τι να δω;
Να παρανοώ; Να παίζω χαζοπαίχνιδα; Να φοβάμαι που χάνω, που κερδίζω, που αγαπάω, που ντρέπομαι.
Παιχνίδια ρε, παιχνίδια.
Που δεν τα γούσταρα ποτέ μου και που τώρα με κάνουν ξαφνικά να νιώθω άδεια και λίγη και μικρή.
Σαν να μην είμαι εγώ, σαν να μη θέλω να είμαι εγώ.
Σαν να μην καταλαβαίνω πόσο γρήγορα μ'αλλάζω, ή πόσο φτηνά κι εύκολα με ξεπουλάω.
Είναι σαν να μη μου φτάνει τόσο χάος, τόσος πανικός. Σαν να θέλω κι άλλο.
Μα αφού δε ρώτησε, αφού δε νοιάστηκε.
Και δες με, ακόμα παραλύω. Και δε με αρπάζω να με βγάλω απ'τη μιζέρια μου.
Αφού αναπνέω, το ακούω. Γιατί δε θέλω να το ακούω;

Λες και δε φτάνει πια που δειλά-δειλά κοιτάζω στον καθρέφτη και με ψάχνω,
και με έχω εκεί μπροστά μου,
και μου σκάω ένα γελάκι με καημό κι ανάγκη να με πείσω πως είμαι καλά. Και είμαι.
Και σαν σκεφτώ σκοτεινιάζω, μαραίνομαι.
Ανασφαλής εκεί να στέκομαι, να μη σαλεύω.
Κι άμα τη βρω τη δύναμη να κουνηθώ, να σταθώ λιγάκι όρθια,
μια-δυο λέξεις πάντα εύκαιρες για να σμπρωχτώ ακόμη πιο βαθιά στο βούρκο μου.
Αδύναμη. Ποια, εγώ; Να ψάχνω χρόνο και χώρο να υπάρξω και να μη σκεφτώ, και να μην περιμένω.

Πόσο; Για πόσο ακόμη να με βλέπω να είμαι τόσα και να μην είμαι τίποτα;
Για πόσο ακόμη να ξέρω πού μπορεί να με βγάλει το μυαλό μου και η δύναμή μου,
και πάντα να βλέπω να μου τα ρουφάνε κι εγώ να πέφτω, να βουλιάζω και να λέω δεν μπορεί,
θα σταματήσει.
Να έχω πίστη μέχρι να πιάσω πάτο.
Εγώ να θέλω μιαν ελπίδα, και να μη μου την αφήνουν.

Κάτσε να δεις πού βρίσκομαι.
Που ξεροσταλιάζω, που φοβάμαι να γελάσω, να μ'αγγίξω, να αφεθώ.
Που η σκέψη τρέχει και πια έχω τη γνώση και ξέρω τί, γιατί και πώς, αλλά δεν. Δεν.
Έχω γεμίσει ανοχή.
Το συνηθίζω που με πονάει, που με πληγώνει.
Παραπατάω και σηκώνομαι και τρέχω πάλι πίσω. Η άμυαλη.
Και δεν μπορώ να δω καν τι είναι καλό και τι κακό.
Το μυαλό υπερλειτουργεί για όλους τους λάθος λόγους.
Η καρδιά δεν έχει άλλο χώρο, ξεχείλισε.
Η ζωή τρέχει και με προσπερνά και με αφήνει στα γόνατα να συρθώ να νιώσω λιγάκι ευτυχισμένη.
Κι ας γεμίζω εγώ σημάδια, συνεχίζω.

Κάτσε και δες με τώρα να χρειάζομαι το χρόνο και το χώρο μου, λοιπόν, να βρω τον εαυτό μου, τη σπιρτάδα μου.
Να διώξω το ζυγό από πάνω μου, να μη με βαραίνει πια.
Μα να μου λείπει. Το θέλω να μου λείπει.
Να ζω με τα κενά μου, ναι. Αλλά όχι άλλη ανασφάλεια, όχι άλλα τρεμάμενα σχοινιά.

Να γίνω προτεραιότητα, ναι, να γίνω.
Και να μουδιάζω, ναι, και να γελάω δυνατά και να βουλιάζω, δεν πειράζει, παρέα όμως με "μάγους" των παραμυθιών, που φτιάχνουν χρόνο μόνο για να με χορτάσουν, να με γευτούν.
Που ότι σκατά όμορφο μπορεί να έχω να δώσω το λαχταράνε και το διεκδικούν.

Είναι ωραία που με χάνω που και που.
Είναι ωραία που με βλέπω να λυγίζω και δε με νοιάζει τόσο. Θα ξανασηκωθώ.
Με ξέρω και με εμπιστεύομαι.
Κι ας με βασανίζω, κι ας με ζορίζω, κι ας με ταλαιπωρώ.
Μ'αγαπάω. Και προσπαθώ να με βελτιώνω όσο μπορώ, όπως μπορώ.
Και με κάνω πολύ κέφι έτσι που μπορώ να ζω χωρίς να τα ζυγίζω όλα κάθε ώρα!
Και ναι, με πετάω στα βαθιά μια φορά στα χίλια χρόνια.
Ε τι έγινε;
Στιγμές είναι ξέρεις. Δεν τι περιμένεις, δεν τις θες καν.
Άπαξ όμως και σου κουνήσουν το χέρι από μακριά, σαν μπορείς κάνε πως δεν τις είδες.


                                                                         -Remember me. Try your best.-

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

"To όνομά μου είναι Τσάρλι..."

"... και δε μου αρέσει που σου γράφω μέσα από αυτήν εδώ την καταραμένη μαύρη τρύπα. Μόνος μου σπρώχτηκα σε αυτή κι έπεσα, τις προάλλες, εκεί που δε σκεφτόμουν και σαν να έσβηνα λίγο-λίγο. Άκουγα απ'έξω γιατρούς να μιλάνε. Και να λένε, να λένε... κι εγώ δεν ήξερα τι έπρεπε να σκεφτώ εκείνη την ώρα κι έτσι σκεφτόμουν τα ξενύχτια μου -που καμιά φορά σε ενοχλούσαν, που με περίμενες να γυρίσω, που είχα κάνει τη νύχτα μέρα, που μύριζα κρασί και τσιγάρο-, να μου τραβάνε χαρακιές πάνω σε ότι μου είχε μείνει από σάρκα. Κι είχαν βαλθεί, κατάλαβα, να βρουν οστά, ανάθεμά τα, να βγάλω ήχο."

"Και δεν τα γράφω αυτά τώρα επειδή λείπεις από'δω. Αν και αλήθεια θέλω να σου κάνω χώρο να έρθεις να κάτσεις εδώ δίπλα μου, κι ας ξέρω δε χωράμε και οι δύο μες στην τρύπα. Μάλλον τα γράφω γιατί δεν ξέρω αν θα μου φύγεις και αν θα είμαι εκεί κοντά σου, και το φοβάμαι που δεν ξέρω. Και πόσο θέλω η χαζή να σου πω πως σ'αγαπάω. Μα το φοβάμαι και αυτό. Όχι από ντροπή, μα για να μη μου φανεί σαν αντίο. Δεν είναι αντίο. Είναι που πνίγομαι."

" Όταν με ρωτάς τα νέα μου το βλέπω πόσο σου λείπω. Και σήμερα, μετά από καιρό, σε είδα κι εσένα να φοβάσαι. Και φοβήθηκα κι εγώ ακόμη περισσότερο. Όπως τότε μέσα στο αμάξι, που με κοίταζες και μου μιλούσες και μου εξηγούσες κι έκλαιγες. Και σταμάτησα να ακούω και δεν ήξερα τι να πω ή τι να κάνω και το αμάξι ήταν σταματημένο και ήθελα να ξεκινήσει ή να βγω απ'αυτό ή να αναπνεύσω ή έστω να καταφέρω να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου. Και το ξέραμε πως άλλαξα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και πως η ζωή από'κει και πέρα κάθε μέρα θα έπρεπε να είναι καινούρια και ανασφαλής. Και κάθομαι τώρα πάλι και σκέφτομαι και παρακαλάω πως δεν μπορεί, οι γιατροί θα σωπάσουν κι εγώ θα μπορώ πάλι να ακούω μόνο εσένα να μου λες να προσέχω τα τραμ στους δρόμους. Κάθε φορά που μου το λες εγώ γελάω, μα μόνο σήμερα θυμήθηκα πόσο πολύτιμη είναι η αγάπη που μου έχεις και πόσο σου λείπουν και μου λείπουν οι κουβέντες μας. Κι άκουσα πάλι γιατρούς να ψιθυρίζουν σε αποστειρωμένους διαδρόμους. Και είδα εσένα καθιστή σε μια άχρωμη καρέκλα να μετράς τα λεπτά και να μην ξέρεις προς τα που να κοιτάξεις, Κι αμέσως είδα τα τραμ να πλησιάζουν κι ένιωσα μία λύτρωση."

"Ο Τσάρλι περπατούσε στο μετρό και πατούσε κουμπιά και ρωτούσε πάντα αν μπορεί να κάνει το ένα ή αν μπορεί να κάνει το άλλο. Του είπα ότι μπορεί να κάνει τα πάντα! Και δεν ήθελε νομίζω. Τον εκνεύριζαν οι γιατροί στο κεφάλι μου κι άρχισε νευρικά να χτυπά τα πόδια του στο πάτωμα και να προκαλεί την οργή των θεών. Και το αποκρουστικό βλέμμα των περαστικών. Και την προσοχή των παιδιών και ίσως όλων των αθάνατων ψυχών που παρασύρθηκαν μια μέρα από ένα ρημάδι τραμ."

"Πάλι τα ίδια ακούω. Και είμαι μακριά. Και σε βλέπω. Και φοβάμαι μη γυρίσω και δε σε βρω εκεί. Τώρα ναι, σε βλέπω και σε ακούω, και οι εκφράσεις του προσώπου σου με ησυχάζουν έτσι γλυκά που τις αλλάζεις. Και ξέρω, θα έρθω να σε βρω, στο λέω, και δε θέλω τους γιατρούς σου να μιλάνε τόσο πολύ. Να μη χρειάζεται! Και δε θέλω άλλο να φοβάμαι μη σε χάσω. Γιατί δεν ξέρω πώς είναι να ζω χωρίς εσένα, ούτε να μάθω θέλω. Ποτέ δε θέλησα. Πάνε χρόνια που τον γνώρισα αυτόν το φόβο κι έμαθα να'μαι παρέα του. Μα κάθε φορά που κάνει να πλησιάσει πιο κοντά, θέλω να τρέξω, να εξαφανιστώ. Να σε πάρω όμως κι εσένα μαζί μου και να βρω ένα τρόπο να μη σε πειράξει ποτέ κανείς!"

"Το μισώ που κι εσύ ακούς γιατρούς συνεχώς και που ζεις με την αγωνία πως θα φύγεις έτσι γρήγορα και χωρίς να το καταλάβεις καλά-καλά! Το μισώ που μετράς στιγμές και λεπτά αντίστροφα εδώ και χρόνια! Και σε καμαρώνω που μπορείς και συνεχίζεις σαν να μην έχεις περάσει ήδη τόσα και τόσα. Σε καμαρώνω που δεν το βάζεις κάτω και που πάντα βρίσκεις όλη αυτή τη δύναμη κι όλη αυτή την ενέργεια να ζεις τη ζωή σου και να αγαπάς, και που πάντα φοράς αυτά τα πλατιά σου τα χαμόγελα στο πρόσωπό σου που το λατρεύω και που το ξέρω απ'έξω κι ανακατωτά!"

"Ο Τσάρλι λέει να σε προσέχω και να μη σε βγάζω από το μυαλό μου δευτερόλεπτο! Ο Τσάρλι λέει να σε βλέπω όπου κοιτάζω και να σε κάνω φυλαχτό μου! Ο Τσάρλι φωνάζει στους γιατρούς να σωπάσουν, στα τραμ να σταματήσουν και στο χρόνο να τρέξει και να πάρει μαζί του ό,τι παλεύει να σε πάρει από'μένα!"


«Όσα και να περάσουν χρόνια, εγώ θ'ακούω τη φωνή σου όταν θα κελαηδούν τ'αηδόνια!
Κι όταν θ'ανθίζουν οι αμυγδαλιές, θα'μαι ξανά μικρός και θα με παίρνεις χίλιες αγκαλιές!»
(Σπύρος Γραμμένος)


Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Σπέσιαλ πίπολ, την ευλογία σας/κάτι_σαν_αμφίπλευρες_εμορφιές.


                                                           True love will find you in the end - Headless Heroes

Ναι, ξέρω, ποτέ δε σου άρεσε ο τρόπος που λειτουργούσε το μυαλό μου, ή το πώς επέλεγα η χαζή, η αφελής, να προσεγγίζω τις πραγματικότητες που γνώριζα ή που ανακάλυπτα κοντά σου, ή ακόμα και το πώς πρότασσα ανώριμα μπρος απ'όλα την ανθρωπιά μου. Κι εσύ όλο έλεγες πως αυτή η ανθρωπιά στην οποία αναφερόμουν, θα ήταν πάντα η καραμέλα όλων εκείνων που ποτέ μα ποτέ δε θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο, κι ότι αυτοί, μόνο θα απολάμβαναν μια μέρα την αλλαγή που θα ερχόταν λόγω κάποιων που όντως θα την έφερναν με τους ουσιαστικούς τους κόπους. Θυμάμαι με ενοχλούσε που κάπου μέσα σου πίστευες πως εγώ δε θα κόπιαζα για όσα πίστευα, που νόμιζες πως χρησιμοποιούσα όλα αυτά τα τόσο σημαντικά για εμένα, μόνο και μόνο για να αποφύγω τη σκληρότητα αυτού του κόσμου και την πιθανή αναποτελεσματικότητα των "τακτικών" μου.

Θυμάμαι ήθελα τόσο να σου εξηγήσω πόσο πνιγμένη ένιωθα μέσα στους τοίχους που μας στριμώχνουν από τη μέρα που γεννιόμαστε και πόσο πολύ με ενοχλούσε να βλέπω τον κόσμο γύρω μου να το συνηθίζει και να μη διαμαρτύρεται. Μου είχες πει πως ένιωθες να ζεις σε ένα κόσμο που αρνιόταν να σε καταλάβει, ή ακόμη χειρότερα ένα κόσμο που δεν ήθελε να ξυπνήσει, να αντιδράσει, να σταθεί δίπλα σου. Έναν κόσμο που σε αντιμετωπίζει σαν να είσαι εσύ ο περίεργος, ο τρελός, ο παρανοϊκός. Θυμάμαι τα μάτια σου πετούσαν σπίθες κι ήθελα τόσο να σου πω ότι υπάρχουν φορές που νιώθω κι εγώ το ίδιο. Αλλά δεν ήξερα πώς να σου το εξηγήσω, πώς να σε κάνω να μη γελάσεις, αλλά να καταλάβεις πόσο με πίεζε που από μικρή όταν τους έδειχνα το στραβό κι όταν διαμαρτυρόμουν για αυτό, ήμουν η διαφορετική κι αυτή που έπρεπε να κάνει πίσω ή να σωπάσει ή να μην απορήσει.

«Θυμάμαι όταν πήγαινα στην έκτη Δημοτικού είχαμε για δασκάλα μας την κυρία Γιώτα, μία πολύ όμορφη, περιποιημένη κυρία, γύρω στα τριάντα-πέντε τότε. Η κυρία Γιώτα, στην αρχή της σχολικής χρονιάς, είχε φτιάξει έναν αρκετά μεγάλο λευκό πίνακα από χοντρό χαρτόνι και είχε γράψει στην αριστερή μεριά, το ένα κάτω από το άλλο, τα ονόματα όλων των μαθητών της τάξης, με αλφαβητική σειρά. Μας είχε ενημερώσει πως όποιος μαθητής έκανε κάποια έξτρα εργασία πέραν των μαθημάτων της ημέρας, θα έπαιρνε από ένα αυτοκόλλητο αστεράκι στον συγκεκριμένο πίνακα. Ο μαθητής με τα περισσότερα στο τέλος του τριμήνου θα κέρδιζε νομίζω κάποιο δώρο, ή κάτι τέτοιο. Την επιβράβευση που μας είχε τάξει δυστυχώς δεν τη συγκράτησε η μνήμη μου. Εννοείται πως όλοι (ειδικά οι πιο "καλοί" μαθητές) αρχίσαμε να κάνουμε μετά μανίας ότι χρειαζόταν για να συλλέξουμε όσο το δυνατόν περισσότερα αστεράκια και να διακριθούμε μέσα στην τάξη. Ο καιρός περνούσε και ο "αγώνας" καλά κρατούσε.
Το πρώτο τρίμηνο οι δύο πρώτες ήμασταν εγώ και άλλη μία κοπέλα, με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Τελικά, την "κέρδισα" γιατί κατάφερα να μαζέψω δύο-τρία αστεράκια περισσότερα. Θυμάμαι είχα νιώσει τόσο καλά με αυτή μου τη νίκη και ειδικά που ξεπέρασα τη συγκεκριμένη συμμαθήτριά μου.
Το δεύτερο τρίμηνο συνεχίσαμε να προσπαθούμε και οι δύο με την ίδια μανία να ξεπεράσουμε η μία την άλλη. Μας είχε γίνει τεράστια εμμονή. Η καθηγήτρια το είχε καταλάβει και φρόντισε με τον τρόπο της να βγούμε ισοπαλία την τελευταία μέρα. Δεν μου πολύ-άρεσε αυτή της η απόφαση, αλλά δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί μάλλον αυτό ήταν το πιο σωστό και το πιο δίκαιο, αφού το έλεγε η δασκάλα.
Εκείνη την ημέρα λοιπόν, που μας ανακοινώθηκε η ισοπαλία μας, συνέβη κάτι πάρα πολύ περίεργο. Η κυρία Γιώτα μας έβαλε όλους μαζί να διαβάσουμε ένα κείμενο από ένα βιβλίο. Ένας άλλος συμμαθητής μας, ο Ευθύμης, την ώρα που διαβάζαμε το κείμενο, ασυναίσθητα έπαιζε με το μπλάνκο του κι έκανε θόρυβο. Η κυρία Γιώτα χωρίς να του κάνει καμία παρατήρηση, ζήτησε από'μένα να σηκωθώ, να πάρω το μπλάνκο του Ευθύμη και να το πετάξω από το παράθυρο. Το ίδιο ασυναίσθητα λοιπόν κι εγώ, σηκώθηκα από την καρέκλα μου και ήμουν καθ'όλα έτοιμη να εκτελέσω την εντολή της δασκάλας μου. Για κάποιο όμως υπέροχο λόγο, κοντοστάθηκα και σκέφτηκα πως αυτό το μπλάνκο δεν ήταν ιδιοκτησία μου και δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω κάτι τέτοιο. Εξήγησα έτσι στη δασκάλα μου το συλλογισμό μου, εκείνη όμως επέμεινε έντονα. Οπότε το μόνο πια που μπορούσα να κάνω ήταν να της πω πως αν αυτό ήθελε, θα έπρεπε να το κάνει μόνη της.
Μετά όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ακολούθησε ένα "μπορώ εγώ, κυρία" ερχόμενο από την αντίπαλό μου, ένα αυθόρμητο "μην τολμήσεις" δικό μου, ένα ψυχρό βλέμμα κι ένα "σιωπή" από τη δασκάλα μας, η οποία με μια απλή κίνηση σηκώθηκε και ξεκόλλησε ένα δικό μου αστεράκι και το κόλλησε στη συμμαθήτριά μου, ανακηρύσσοντάς την έτσι νικήτρια του τριμήνου.
Θυμάμαι που δεν έκλαψα καθόλου, ούτε πληγώθηκα. Θυμάμαι που μόλις χτύπησε το κουδούνι βγήκα γρήγορα-γρήγορα από την τάξη και πήγα να μαζέψω το μπλάνκο του Ευθύμη από το προαύλιο, παρέα με αυτόν κι άλλους δύο φίλους μας, τον Άκη και το Λάμπρο, και μετά κάτσαμε σε κάτι σκαλοπάτια όλοι μαζί σοκαρισμένοι με τη νέα αυτή πληροφορία. Μια πληροφορία που ποτέ πριν δεν είχε περάσει,ούτε καν ξυστά, από το παιδικό μυαλό μας.
(Αδικία από την εξουσία. Συνάντηση πρώτη!)
Η χρονιά συνεχίστηκε αδιάφορα σχεδόν. Δεν ξαναμίλησα στη συμμαθήτριά μου. Ο Ευθύμης μου ζήτησε να γίνω το κορίτσι του. Και το τελευταίο τρίμηνο δεν έκανα ούτε μία εργασία για να διεκδικήσω κάποιο αστεράκι. Κι όταν η κυρία Γιώτα την τελευταία μέρα ζήτησε μια ΑΝΩΝΥΜΗ έκθεση αξιολόγησής της από όλα τα δωδεκάχρονα της τάξης, εγώ έγραψα όλα όσα είχα στο μυαλό μου, καλά και κακά (και το ονοματεπώνυμό μου) και δε με ένοιαζε καθόλου που η κυρία θα τις διάβαζε όλες δυνατά μέσα στην τάξη, ούτε που στη δική μου έβαλε τα κλάματα και βγήκε έξω να ηρεμήσει.»

Ναι, το ξέρω, πάντα σχεδόν, γελούσες μαζί μου και με τον τρόπο που επέλεγα να σκέφτομαι και να λειτουργώ, ή με το πώς συνήθιζα να ονειρεύομαι τον κόσμο. Και κανείς δεν μπορούσε να σε σταματήσει, γιατί το σημαντικό για εσένα ήταν να ακουστείς. (Σε καταλαβαίνω, την κουβαλάω κι εγώ για χρόνια αυτή μου την ανάγκη.) Κι όμως δε θύμωσα ποτέ μαζί σου, δεν απογοητεύτηκα ποτέ. Ήξερα. Έβλεπα. Περνούσε ο καιρός κι εσύ προσπαθούσες. Και δεν το περίμενα ποτέ αυτό. Το λαχταρούσα, μα αλήθεια, δεν το καταλάβαινα. Κι όταν το είδα να συμβαίνει κι εσύ να μη φοβάσαι κι εγώ να μη χορταίνω, έτρεμα με το πόσο εύκολο μου ήταν να σου αφεθώ και με το πόσο πολύ δεν ήθελα να προσπεράσω -σαν να ήταν συνηθισμένα- όσα συνέβαιναν. Ήθελα να θυμάμαι όλες τις λέξεις. Κάθε κίνηση, κάθε ματιά, κάθε αυθόρμητο ψεγάδι στο πρόσωπό σου. Κάθε σταμάτημα, κάθε βήμα. Κάθε αγκαλιά και κάθε φιλί και κάθε χάδι που μου χάρισες δίχως να το παρα-σκεφτείς. Προσπαθούσες και πολέμησες για λίγο και τα κατάφερες και σου'γινε πηγαίο κι αναγκαίο ίσως και ανώδυνο, σχεδόν.

Και ξέρω, ναι, πρέπει μάλλον όλα αυτά να μείνουν εκεί πίσω. 
Ήθελα όμως τόσο πολύ να σου πω να μη σταματήσεις ποτέ να προσπαθείς, κι ας μη σου είναι εύκολο κάποιες φορές. Όχι για εμένα τώρα πια, αλλά για εσένα! (Εγώ, και ποτέ να μην προσπαθούσες, μπορούσα να το κάνω και για τους δυο μας.) Θέλω να είσαι ευτυχισμένος και όσο γίνεται πιο πλήρης. Και να νιώθεις πάντα στη ζωή σου, με όλους τους πιθανούς τρόπους, πώς είναι να αγαπιέσαι. Και πώς είναι να δίνεσαι.

Δεν έπεσα ποτέ έξω μαζί σου. Το'βλεπα το τσαλάκωμα, δε μου το έκρυψες ποτέ άλλωστε, κι ευτυχώς, γιατί μέσα σε αυτό έβρισκα όλα σου τα καλά, τα ανεκτίμητα. Και δεν ήθελα τίποτα περισσότερο από'σένα. Τα είχα όλα. Ήσουν ήδη πολύς και συγνώμη που το είδα αυτό απ'την αρχή σου και το εκμεταλλεύτηκα όσο μπορούσα. Τα ήθελα όλα αληθινά, και συνέβαιναν. Αληθινά, σημαντικά, χειροπιαστά, κι απλά, πολύ απλά. Και σε σκεφτόμουν όλες μου τις ώρες. Και ίσως να σε είχα ανάγκη τελικά για να με μάθεις πώς να αγαπάω τα σκοτάδια μου, που κάποτε φοβόμουν. Και το έκανα κοντά σου, γιατί είδα κι εκεί σκοτάδια, που δεν είχα ξαναδεί. Και ήταν όμορφα. Τόσο όμορφα. Και τα κατέκτησα.

Και ένιωθα ευλογία. Όχι για πρώτη, μα για μια ακόμη λιγοστή φορά. 

Κάθε φορά που σε κοιτούσα, κάθε φορά που σε άγγιζα, κάθε φορά που σου μιλούσα, ένιωθα ευλογία που σε είχα εκεί κοντά και που δε σε περίμενα ποτέ.


Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

Να'χαμε να λέγαμε.

Η θορυβώδης αυτή γαμημένη ησυχία του γενικότερου τοπίου με έκανε να πιέσω τη μύτη ενός σάπιου μολυβιού (που δεν ξέρω για ποιο λόγο βρισκόταν στα χέρια μου) πάνω στο γραφείο με τόση επιμονή και όση δύναμη χρειάστηκε μέχρι να σπάσει και να πεταχτούν τριγύρω μαύρα τρίμματα. Μαύρες τελείες, μικροσκοπικές. Και με ότι απέμεινε πάνω στο μολύβι, τις στόλιζα με κόμματα, μικροσκοπικά κι αυτά, να γίνουν άνω τελείες, ή ερωτηματικά (πες τα όπως θες), να τονίζω μέχρι και στο ίδιο μου το μάτι πως δεν είναι τέλος, δεν μπορεί, και την ίδια ώρα να αναρωτιέμαι η τρελή τι να είναι.

Είναι παύση. Ναι, παύση. 
Παύση ογδόου, που αν έχεις λίγη φαντασία (που εγώ έχω) 
θυμίζει κι αυτή κάτι σε άνω τελεία, κάτι σε ερωτηματικό. 
Μια καλλιγραφία σκέτη. 

Κι όλα αυτά μαζί μια γκριζόμαυρη πιτσιλιά πάνω στην ασπρίλα του γραφείου που με παραπέμπει σε ένα χαοτικό παράλληλο σύμπαν που όλα είναι ασχημάτιστα κι ασπρόμαυρα. Μια μικρή έκρηξη ζωγραφισμένη και πάνω εκεί παραδίπλα της τόσα στοιχεία (κι αυτή ακόμη ένα) ότι δεν ανήκει εδώ αυτό το γραφείο και ότι θα έπρεπε να το πάρω να φύγουμε, να πάμε να "μονάσουμε" σε εκείνο εκεί το παράλληλο σύμπαν έτσι ασουλούπωτοι που είμαστε κι εμείς. Να πάρω τα μολύβια μου, τη σαβούρα μου, τα χαρτιά μου και να πάω να ημερώσω σε κόσμο διάφανο και απάτητο, παρέα με τη σκόνη του γραφείου μου και με δυο-τρία βιβλία που δεν ξέρω γιατί δεν τα έχω πετάξει ακόμα. Κι αυτήν την τσακισμένη σελίδα να τη σκίσω επιτέλους, να αποκτήσει ξανά το βιβλίο την αθωότητά του. Κι ας λείπει κάτι, τι να κάνουμε; Το ανολοκλήρωτο πρεσβεύει ούτως ή άλλως αυτό το παλιό-βιβλίο. 

Τελικά δεν άντεξα, τσαλάκωσα μιαν άλλη τυχαία σελίδα χαρτί που βρήκα μπροστά μου και την πέταξα στο πουθενά, ξέροντας πως ήταν μια πολύ χαζή και ανούσια κίνηση. Κι έτσι όπως την τσαλάκωνα το απαίσιο χράτσα χρούτσα της μου έσπασε τα νεύρα! Και μόνο που πέρασε η ρημάδα η σκέψη ότι μπορεί και να'χα σκίσει τη σελίδα του βιβλίου αυτού μια μέρα στα στραβά μου, με τάραξε και γύρισα την πλάτη μου σε όλα εκείνα τα αντικείμενα που θρηνούσαν την αξία που τους στέρησα, ενώ αυτό το παλιό-βιβλίο το είχα βάλει στο θρόνο του να τα χαζολογάει. Μα να μην τα αγγίζει. Από ψηλά μπορούσε μόνο να παρατηρεί και να απολαμβάνει τη μοναξιά του και την ξεχωριστή του θέση, δίχως ανάγκη να πηδήξει στο κενό έτσι για το γαμώτο κι ας ήξερε πως ποτέ δε θα χτυπούσε. Απλά έτρεμε μόνο στην ιδέα πως θα προσγειωνόταν ανοιχτό μπροστά μου, ακριβώς στο σημείο που υπήρχε μια τσαλακωμένη σελίδα κι ένα ποίημα που, χωρίς κανείς να το περιμένει, αγαπήθηκε με απλότητα! Υπό τους ήχους των κυμάτων και του καθαρού αέρα και μιας ζεστής-ζεστής φωνής. Κι όλα αυτά μες στα σκοτάδια. Κι απρόσμενα έγινε σε δευτερόλεπτα πολύ σημαντικό και δε με νοιάζει πια αν ήμουν εν αναμονή του πιο γλυκού του ύπνου, αλλά που ήρθε αυτό εκεί στην ησυχία μου και γλύκανα εγώ. Και χαμογέλασα. Και ζήτησα να το ξανακούσω. Και μάλλον τότε είναι που πήρε πια μορφή κι απόκτησε ταυτότητα. Και αλήθεια, τώρα μόνο ξέρω πως κάθε άνοιγμά του θα σήμαινε τα πάντα, κι αυτό θα με δυνάμωνε για ζωές και ζωές!

Καμιά ανάγκη όμως δεν ήταν τόσο δυνατή να υπάρξει αυτό το πολυπόθητο πλησίασμα, έστω λίγο, κι αιτία ήταν ο φόβος μάλλον μήπως και δούμε τις ατέλειες και το αγαπήσουμε περισσότερο. Ενώ αυτό δεν είχε άλλα να μας δώσει. Τη μαγεία του όλη του την ρουφήξαμε αμέσως μόλις την αντιληφθήκαμε και μετά του την τσαλακώσαμε κιόλας για να τη βρίσκουμε πιο εύκολα όταν τη θυμόμαστε και την αναζητάμε!

Σαν σε δικαστήριο άρχισα να απολογούμαι με μανία, 
σκεπτόμενη πάντα πόσο γελοίες είναι οι συγκεκριμένες σκέψεις. 
Οι ένορκοι δε σώπαιναν, οι μάρτυρες με στήσανε στον τοίχο, 
ο δικαστής με κοιτούσε λες και ήμουνα τρελή. 
 Το ποίημα δεν ακούστηκε ποτέ κι ας το περίμενα.

Και να που βρίσκομαι εκεί που ποτέ δεν έπρεπε να βρεθώ. Διχασμένη ανάμεσα στο να αποδεχτώ εκείνο το κομμάτι που δε με θέλει ζωντανή ή εκείνο που με θέλει. Να δεχτώ τη φτήνια μιας αλήθειας που δε λειτούργησε ποτέ για το καλό μου ή να τρέξω να κρυφτώ στο ψέμα μου, που στο κάτω-κάτω είναι ολόδικό μου. Να φωνάξω λίγο παραπάνω γιατί πρέπει να φύγει όλη αυτή η ανάγκη να ακουστώ ή να φύγω ήσυχα σαν να μην είχα ποτέ κάτι να πω. Να κλάψω ή να μην κλάψω; Να αγαπάω ή να φοβάμαι; Αξίζει να κλάψω και να τους στείλω όλους στο διάολο μετά; Ή να πάρω μια βαθιά ανάσα και να ψάξω ξανά και ξανά για ελαφρυντικά; Όχι γιατί ονειρεύομαι επιστροφές και μεγάλες συγκινήσεις. Ίσα ίσα για να μην τραβάω τα ζόρια μου τώρα που με βρίσκουν αυτά τα πρωϊνά που τα περίμενα και τα φοβόμουν, τώρα που πια δεν ξέρω τι να περιμένω σαν πρώτη σκέψη με το που ανοίγω τα μάτια μου γιατί μάλλον ότι όμορφο είχα κρατήσει μου τελείωσε. 

Γιατί εγώ είμαι αυτή που είμαι και δε θέλησα ποτέ να γίνω κάτι άλλο και προσπάθησα πολύ ξέρεις να μάθω να μη σε χρειάζομαι πια για να νιώθω καλά, και τα καινούρια ποιήματα να μην παίρνουν κατευθείαν τη μορφή σου με το που τα διαβάζω, και οι φωνές στο κεφάλι μου να μη θέλω να σου μοιάζουν, και στα σκοτάδια να μην είσαι ο μόνος που θα ψάχνω, και οι συζητήσεις να ξαναβρούν το νόημά τους, και τα αγγίγματα και οι αγκαλιές να μη σε αφορούν καθόλου πια. Αν δε συναντηθήκαμε ποτέ δε φταίει κανείς. Και ναι, τώρα το μόνο που ονειρεύομαι είναι η φυγή μου κι ελπίζω ότι έρχεται! Κι ότι θα με λυτρώσει!

Λέει ο κόσμος "δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα".
Ηλίθιε, μπορώ.
Απλά δε θέλω.


Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Θυμάμαι. Σε.


Ακούω τον κόσμο να μιλά για'σένα όλη μου τη ζωή. 
Συγγενείς, φίλους, γείτονες, αγνώστους, εμάς.
Όλους. 
Ακούω τις ιστορίες σας, τις στιγμές σας, τις αναμνήσεις σας. 
Ακούω για τη ζωή που έζησες μαζί τους. 
Ακούω κι εγώ να μάθω, μπας και μπορέσω να ενισχύσω λίγο τη μνήμη σου, μπας και μπορέσω να ολοκληρώσω την εικόνα σου.
Να δω αν σου μοιάζω έστω λίγο. 
Ακούω τι άνθρωπος ήσουν, ποιος ήσουν. 
Πριν από'μένα, χωρίς εμένα. 
Κι ήσουν καλός. Πολύ καλός.

Τόσες πολλές ιστορίες
Ιστορίες για να'χουμε όλοι να θυμόμαστε.
Ιστορίες. 
Γιατί δε σε χόρτασα, ούτε εσύ εμένα. 
Και ώρες ώρες πραγματικά αναρωτιέμαι αν τελικά εσύ με είχες περισσότερο ανάγκη ή εγώ;


Ξέρω με περίμενες χρόνια, ξέρω με ονειρευόσουν.
Ξέρω έκανες σαν τρελός όταν γεννήθηκα, δεν μπορούσες μακριά μου. 
Ξέρω τις Κυριακές δεν έβλεπες την ώρα να έρθεις να με δεις. 
Και δε μου χάλασες ποτέ χατίρι, ξέρω.

Ξέρεις όμως, κι εγώ που σε γεύτηκα λιγάκι, μου αρκούσε και μου αρκεί για να σε θυμάμαι πάντα και πάντα να σ'αναζητώ.


«Θυμάμαι που είχα μέρες να σας δω. Θυμάμαι που όλοι μιλούσαν μεταξύ τους σιγανά. Θυμάμαι που καθόντουσαν μόνο στην κουζίνα. Θυμάμαι που δε ρωτούσα τίποτα. Θυμάμαι που δεν ενοχλούσα κανέναν. Θυμάμαι που ήμουν σίγουρη πως κάποιος είχε πεθάνει. Θυμάμαι που ορκιζόμουνα πως δεν ήσουν εσύ.»


Γιατί σ'αγαπάω τόσο που κάθε που σε σκέφτομαι πονάει η ψυχή μου. 
Με μιαν αγάπη που δεν ξέρω αν μου την έμαθες εσύ, δεν το θυμάμαι. 
Εύχομαι όμως να'σουν εσύ και να τα φύτευες αυτά μες στο μυαλό και στην καρδιά μου τις ώρες που περνούσαμε παρέα. 
Γιατί αλήθεια σε θυμάμαι, καθαρά. 
Και τη φωνή σου, και τις μάλλινες καζάκες σου, και τα πυκνά μαλλιά σου. 
Και που χόρευες. 
Και που με έβαζες στις πλάτες σου και μ'έτρεχες από'δω κι από'κει. 

Και σκέφτομαι πόσο πιο ωραία θα ήταν να ήσουν εδώ όλα τα χρόνια.
Και τώρα που μεγαλώσαμε κι αλλάξαμε. 
Θα μ'άντεχαν οι πλάτες σου ακόμη, είμαι σίγουρη.
Σκέφτομαι πόσο πιο ευτυχισμένοι θα ήμασταν όλοι.
Και πόσο σημαντικός θα ήταν ο ρόλος σου στην καθημερινότητά μας. 
Το νιώθω ότι το αγνοώ το βάρος της απουσίας σου. 
Το νιώθω ότι δεν μπορώ να συλλάβω πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν ήσουν εδώ μαζί μας.
Θα είχαμε μια τελείως άλλη ζωή αν δεν είχες φύγει τότε.


«Θυμάμαι που μου το είπαν και δεν το πίστεψα ποτέ. Θυμάμαι που είχα πείσει τον εαυτό μου πως μια μέρα θα σε συναντούσα στο δρόμο και δε θα με αναγνώριζες. Θυμάμαι που πίστευα πως όλα θα λύνονταν ξαφνικά. Θυμάμαι που το περίμενα αυτό μέχρι μεγάλη.»


Στα πέντε έλεγα θα σε ξαναβρώ.
Στα οχτώ περίμενα πως θα έρθεις να με πάρεις από το σχολείο μία μέρα.
Στα δεκατρία έκλαιγα κρυφά που ο μικρός μου αδερφός δεν είχε αναμνήσεις από'σένα.
Στα δεκάξι με πλήγωνε που δεν ήσουν εκεί.
Στα είκοσι θύμωνα με εμένα που δεν ερχόμουν τόσα χρόνια κάθε μέρα εκεί που σε είχαν, να σου μιλήσω.

Να ξέρεις, ακόμη πιο μεγάλη πια, κι ακόμη σε θυμάμαι.
Κι όσο περνάνε οι καιροί, σου μοιάζω περισσότερο.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

ΦΤΑΝΕΙ!




  «Αν μπορούσα να σου εξηγήσω μικροσκοπικό μου πλασματάκι πόσο σημαντική είναι η ύπαρξή σου μάλλον δε θα καταλάβαινες. Μάλλον δε θα τρόμαζες όσο τρομάζω εγώ τελευταία που συνειδητοποιώ πόση σημασία ΔΕ σου δόθηκε. Μάλλον η καρδιά σου δε θα χτυπούσε δυνατά για το κακό που σου κάνουν τόσα χρόνια ή για την αδιαφορία που σου δείχνουν ή για τον τρόπο που αγνοούν τη ζωή σου και τις ανάγκες σου. Είναι σκληρό να σε κοιτάζω και να βλέπω τη σπιρτάδα στο βλέμμα σου, τη δίψα σου για επικοινωνία, την ασυγκράτητή σου νοημοσύνη να ξεδιπλώνεται αβίαστα μπροστά μου. Κι εγώ απλά να σε ονειρεύομαι με ένα βιβλίο στο χέρι να αποδεικνύεις σε όλους εκείνους που σε αμελήσανε, πως η αξία σου δεν μπορεί να καταπατείται, δεν μπορεί να οριοθετείται. Αφού είναι εκεί, βγάζει τα μάτια περαστικών που τους χάρισες ένα χαμόγελο, ένα τραγούδι, ένα άγγιγμα, μία ματιά. Ξέρω, σε μάθανε να τα χαρίζεις, σε εκπαιδεύσανε. Αυτό που δε σε μάθανε όμως είναι πώς να διαχειρίζεσαι κρύα και αποστασιοποιημένα μια ουσιαστική τους ανταπόδοση. Ναι, ξέρεις να αρπάξεις τα λίγα που σου προσφέρουν με χαρά. Μα αφού τα πάρεις, οι στόχοι τους τελειώνουν. Κι αρχίζει η ζωή σου, κι αρχίζει η αλήθεια σου.»

  «Πώς μπορούν να σας μαντρώνουν σε σχολεία που δε θα σας δώσουν ποτέ φτερά για να πετάξετε, ποτέ ερεθίσματα να τους ακούσετε, να τους προσέξετε, να εξελιχθείτε. Πώς γίνεται να έχουν βαλθεί να σου ποτίσουν το μυαλό με στείρα γνώση; Κι ενώ εσύ τους απομακρύνεις, κι ενώ εσύ τους απομυθοποιείς, αυτοί στήνουν χορούς στο τέλος κάθε χρονιάς για να γιορτάσεις το χαμένο σου καιρό. Πώς γίνεται να βάζουν κάγκελα στα παράθυρα δίπλα σου και να πρέπει να βλέπεις τον ουρανό, το γαλάζιο του, χωρισμένο σε κομμάτια; Πώς γίνεται οι κουρτίνες τους να είναι σκούρες και βαριές και να σου κρύβουνε το φως του ήλιου; Πώς γίνεται να μη θέλουν να σε εμπνεύσουν; Να σε δραστηριοποιήσουν; Πώς γίνεται να μη θέλουν να σου κρατήσουν το χέρι και να σου εξηγήσουν όλα εκείνα για τα οποία είσαι ικανός και για τα οποία μπορείς να προσπαθήσεις;»

  «Πώς γίνεται να μεγαλώνεις λίγο και να σε ακούν να μιλάς για έννοιες που ακόμα ίσως να μην μπορείς να τις συλλάβεις κι αντί να σου εξηγήσουν, αντί να προσπαθήσουν να πιάσουν τον παλμό σου, σε περιπαίζουν σε ξεπλένικα πάνελ εκπομπών της τηλεόρασης. Πού το βρίσκουν τόσο θράσος; Που δεν έκαναν ποτέ τίποτα για 'σένα, που δεν τους ένοιαξε ποτέ αν το μυαλό σου βυθίζεται, στενεύει, αδρανοποιείται. Που στόχευσαν σε αυτό.»

  «Που χαρακτηρίζουν τη γενιά σου και τον αγώνα σου και τις ιδέες σου και τη ζωή σου και τους ομοίους σου, πλέμπα. Ποιος και γιατί και με ποιο δικαίωμα βγαίνει και χαρακτηρίζει και επικρίνει και εκφράζεται με τέτοιους τρόπους για νέους και ωραίους και ονειροπόλους και επαναστάτες και φωνακλάδες κι ανένταχτους και κουρασμένους και ακούραστους και αηδιασμένους και απορημένους και μουδιασμένους κι απογοητευμένους και χαμένους και αποπροσανατολισμένους και λεφτάδες και μίρλες και λογάδες και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. ΠΟΙΟΣ; Ποιος είναι τόσο ικανός και αρμόδιος να βγει και να σταυρώσει όλα όσα δεν μπορεί να αγγίξει; Όλα όσα μακάρι μια μέρα να τον άγγιζαν αυτά και να τον άφηναν βουβό ή λοβοτομημένο.»

 «Πόσοι αστείοι, ανίδεοι βγαίνουν με κόλπα και τεχνάσματα και ανούσιες επικλήσεις στο παρελθόν και σε κατασκευασμένα γεγονότα (τέτοια ώστε να εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα σαφώς) και δημιουργούν μίσος και ίντριγκα εκεί που δεν υπάρχει. Και κόντρες και μέτωπα και καπήλευση γνώσης και νοημοσύνης και δεξιοτήτων που κατά βάση τους είναι πράγματα άγνωστα. Ποιον να εμπνεύσεις; Ποιον να πείσεις; Τα τσιράκια σου; Πάρ'τα και κάν'τα σαν τα μούτρα σου. Αφού δεν βρέθηκε ένας να τους χτίσει χαρακτήρα ακλόνητο και βουτηγμένο στη λογική και την ανθρωπιά, πάρ' τους και πλάσ' τους όπως τους θες. Σαπιοχαρακτήρες, να σου χαϊδεύουν τα αφτιά και να επαναλαμβάνουν μετά από 'σένα.
Ζ'ΗΤΩ Η ΑΝΆΠΤΥΞΙΣ! ΖΉΤΩ ΟΙ ΣΚΕΥΩΡΊΕΣ!
ΖΉΤΩ ΤΑ ΠΑΣΌΚ ΚΑΙ ΟΙ ΝΈΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΕΣ!»

  «Μικρό μου πλασματάκι, αυτοί θα προσπαθήσουν πολύ, μα εσύ φρόντισε αυτό εδώ το απερίσκεπτο χαμόγελο να μη σου το στερήσουν ποτέ. Αυθεντικότητα και αυθορμητισμός σαν το δικό σου είναι χαρακτηριστικά που αλλάζουν κόσμους, κοινωνίες, φέρνουν τα πάνω-κάτω και τα κάτω-πάνω. Χαμογέλα συχνά, μίλα, τραγούδα, κάνε ερωτήσεις, τρέξε από 'δω κι από 'κει και "κλέψε" ματιές και στιγμές και την προσοχή των ανθρώπων. Μπας και μπορέσουν μια μέρα και δουν κι αυτοί την ελπίδα που 'ναι όλη πάνω σου και τη μαγεία σου που θα κινήσει γη και ουρανούς να φανεί μια μέρα και να φωνάξει δυνατά μέσα στα κεφάλια τους "ΦΤΑΝΕΙ!" »


Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Τα μάτια σου, τα χείλη σου και τ' ανοιγμένα χέρια σου...!


Για δες εδώ...
Αχ, παιδί μου.
Καλοσύνη. Καλοσύνη παιδί μου. Κι αγάπη.
Αγάπη που σου τα τσακίζει τα κόκαλα, στα κάνει να σπαρταράνε τα κορμιά. 
Αγάπη που σου παίρνει και τον ύπνο άμα λάχει -μια και καλή.
Ποιος να το περίμενε; Ποιος να το φανταζότανε;
Καλοσύνη παιδί μου. Καλοσύνη.
Καλοσύνη στην ψυχή τ'ανθρώπου...!

Κι ένα ζευγάρι μάτια.
Μάτια να μπορούνε να σε πνίγουνε μ' αυτό το ζεστό, τ' ατόφιο κοίταμά τους.
Μάτια να λαμπυρίζουνε, μάτια να σε λησμονάνε,
μάτια να σε κοιτάνε όλη την ώρα με την ίδια λατρεία. 
Να σε κοιτάνε επίμονα γιατί φοβούνται μην έρθει η ώρα και σε ξεχάσουνε παιδί μου.
Μην έρθει η ώρα και δε θυμώνται το σχήμα του προσώπου σου, το χρώμα των σκιών του.
Τί γλύκα και τί θάρρος!
Και να σου χαμογελάν πλατιά-πλατιά αυτά τα μάτια.
Να μη σε λυπώνται. 
Να μη σ' αλλάζουνε.
Να σκοτεινιάζεις εσύ, κι αυτά να μη χαμηλώνουνε. 
Να τη ρουφάνε τη μαυρίλα σου, να την αντέχουνε.
Να την αγαπάνε κι αυτήνανε γιατί είναι κομμάτι της ψυχούλας σου.

Παρακάλα να τα συναντήσεις τέτοια μάτια παιδί μου!

Κι ένα ζευγάρι χείλια.
Που να σε πλησιάζουν κάθε ώρα. 
Να σε ψάχνουνε και να σε βρίσκουνε και να μη σε χορταίνουν.
Να θένε να σε γεμίζουν χάδια, και κοκκινάδια.
Χείλια να σου φιλούν τα χέρια τις πιο δύσκολές σου τις ώρες.
Χείλια να στάζουν μέλι για την αφεντιά σου ακόμη κι άμα δεν πρέπει.

Και τέλος, ένα ζευγάρι χέρια.
Δυο χέρια να μην αποτραβιούνται από πάνω σου, να μη σε συνηθάνε.
Και να τα συνηθάς εσύ.
Και να μην κάνεις δίχως δαύτα.
Και να 'ναι κρύα, και να σε κρατάνε και να σε ζεσταίνουν.

Ρε την καλοσύνη τους ανάθεμα...
Δυο μάτια, δύο χείλια, δυο χέρια.
Να τα κρατούσα τα ίδια τ' απαράλλαχτα για κάθε επόμενη ζωή.

Οι άνθρωποι την αλήθεια τους παιδί μου 'κεί τηνε κρύβουνε, 'κεί τηνε φυλάνε.
'Κει τηνε παρατήσανε οι δόλιοι.
Γιατί τα λόγια δεν τους κάνανε.
Γιατί τα λόγια γίνανε εύκολα και φέρανε μεγάλες υποσχέσεις και μεγάλα ψέματα.
Και τα λόγια δεν τ' αλλάζεις.

Τα μάτια τα λες θολώσανε, τα χείλια τα λες παραφιλήσανε και μάθανε.
Τα χέρια τα λες κρατήσανε πολλά άλλα χέρια.

Το παραμυθιάζεις το μυαλό. Το παραμυθιάζεις το κορμί. 
Και τι σε μέλει;
Σάμπως και δε θένε να παραμυθιαστούνε;
Σάμπως και δε θένε να αναστενάξουνε λιγάκι παραπάνω έτσι εκεί μες στο παραμύθιασμα;
Μυαλό μου, μυαλουδάκι μου.
Και κορμί μου, και κορμάκι μου.

Μάθε να τηνε ξεχωρίζεις την αλήθεια τους παιδί μου.
Την αγάπη την αγνά δοσμένη μάθε να την εκτιμάς και να τηνε κρατάς κοντά σου με νύχια και με δόντια.
Μάθε να μάχεσαι γι'αυτά τα λίγα άμα στ' αφήσουν έτσι όμορφα στο προσκεφάλι σου.

Αυτά 'χει ο έρωτας. Αυτά και το παραμύθιασμα.
Μα είναι γλυκό το παραμιλητό, γλυκό το δάκρυ, γλυκιά κι η εικόνα που 'πλασες.
Γλυκό το σκίρτημα παιδί μου, πολύ γλυκό.
Φύλα το να το 'χεις να το θυμάσαι. 
Γράψ' το 'κει χάμου να σε κάνει να το θυμηθείς μια μέρα όπως του πρέπει το πόνεμα.
Να μην ξεχαστεί κι αυτό σαν όλα κείνα τα πρόσωπα.
Σαν όλα 'κείνα τα μάτια, και τα χείλια, και τα χέρια.
Θα'ναι κάτι αυγές πουλάκι μου σε κάτι μπαλκόνια που θ' αναπολείς τα νιάτα,
τα πονέματα, τις απογοητεύσεις και τις νυχτιές που δε λέγανε κάποτε να ξημερώσουν.
Τους πόνους που 'λεγες δε θα γιάνουν, τις πληγές που 'λεγες θ' αφήσουνε σημάδι.

Ρούφα την τώρα τη ζωή από το μεδούλι, να την έχει να τηνε θυμάται το πετσί σου σαν να 'ναι τώρα.
Σαν να μην ήρθε ποτέ του τ' αύριο και σαν να μη σου 'λειψε κανένα χθες.
Γιατί να το ξέρεις παιδί μου, όλοι εκείνοι οι μπερμπάντηδες που σε πατήσανε μίαν ώρα,
θα 'ναι 'κείνοι που θα σου λείπουνε πιο πολύ όταν δε θα μπορείς να θυμηθείς πώς ήταν τότε που 'νιωθες τα πάντα.
Περνάν τα χρόνια κι όλα τα αλύτρωτα που σου 'μειναν θα γενούνε μια μέρα ένα!
Και θα σε σώσουνε. 
Θα σε σώσουνε που τα 'ζησες και θα μπορείς να νιώσεις πάλι κάποτε λίγο πιτσιρίκα και λίγο αγρίμι.
Και θα μοιράσεις τα ευχαριστώ σου και τα συγνώμη σου απλόχερα.
Και θα τους ευλογάς για όλα 'κείνα που σε φόρτωσαν να 'χεις να τα θυμάσαι και να τα λες στα παιδιά σου και στα εγγόνια σου.

Να'ναι γεμάτη η ζωή σου κορίτσι μου.
Να έχεις πράμα να θυμάσαι για να σε ξαλαφρώνει στα γεράματα.
Να λες "έζησα" και να 'χεις ζήσει.
Στα μέτρα και στα σταθμά σου. Στα πρέπει και στα μη σου. Στα ναι και στα όχι σου.
Να τονε κοιτάς τον καθρέπτη και να βλέπεις τα ίδια μάτια που κάποτε μοιράζανε χαμόγελα και καλοσύνη και αγάπη. 
Χέρια και χείλη ακούραστα.
Χέρια και χείλη ασφράγιστα.
Χέρια και χείλη γιομάτα.
Καρδιά ζεστή.
Κι όλες σου οι ρυτίδες οι ταλαίπωρες να 'ναι από σημάδια των καιρών που τ 'αφήκανε αγαπημένοι.